Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2024

 ΤΙ  ΚΙ  ΑΝ  ΦΙΝΟΠΩΡΙΑΣΕ;


Φθινόπωρο. Από τις ωραιότερες εποχές του χρόνου. 

Η εποχή των αντιθέσεων.Της ρέμβης. Του συλλογισμού.

Η εποχή με τα δύο πρόσωπα. Εκπάγλου ωραιότητος και τα δύο...

Γλυκιά, νοσταλγική, χρυσοχάλκινη. Μα, και μπουρινιασμένη,σκοτεινή.

Μου πάει πολύ στην ψυχή μου.

Καθώς οι ηλιαχτίδες παίζουν κρυφτούλι με τα αργυρόχρωμα σύννεφα, μιά περίεργη αίσθηση αιωρείται στην ατμόσφαιρα.

Το φως θα είναι κοντά μας, για πόσο ακόμη;

Μαγικά φαντάζουν τα χρυσορόδινα φύλλα των δέντρων και τα παχιά χρωματιστά χαλιά που δημιουργούν πέφτοντας από τα μητρικά κλαδιά.

Τόση ομορφιά... Κι όμως, αν προσέξεις, μυρίζει ερημιά, κρύο, καθώς οι μέρες κονταίνουν.

Τα νιώθει όλα αυτά η ψυχή μου και τα μετουσιώνει σε σκέψεις...

Μετά τον οργασμό του καλοκαιριού, αρχίζει να φθίνει η πληθώρα του δυνατού φωτός, της μεγάλης μέρας, της ανεμελιάς.

Προχωράμε προς το τέλος του κύκλου.

Σαν τα ανθρώπινα όντα. Μετά το μεθύσι των νιάτων, έρχεται το φθινόπωρο της νιότης, ο χειμώνας και το χιόνι στα κορμιά μας..

Κι όλα αυτά με τόση σοφία!...

Ο Νοέμβρης δροσίζει το φρυγμένο από τον καύσωνα, σώμα της γης. 

Το ξεπλένει, το δυναμώνει. 

Τι όμορφα που μυρίζει το χώμα μετά την βροχή!

Κι ευθύς ξεπετάγονται τα πρώτα χόρτα και τα δειλά κυκλάμινα...

Ανασαίνω βαθιά την μυρωδιά της νοτισμένης γης και αφήνω το παράθυρο ανοιχτό, να χαρώ τον ήχο της βροχής και το άλλοτε μεταξένιο και άλλοτε εκκωφαντικό τραγούδι της...

Μου μιλεί. Και μου λέει ότι τίποτε δεν τελείωσε. Σκέλεθρα γυμνά θα μείνουν τα δέντρα, όμως η ζωή δεν χάθηκε. Ξεκουράζεται. Κοιμάται στον κορμό και στις ρίζες.

Θα κλείσει τα μάτια για τρεις μήνες και την άνοιξη θα ορμήσει ολοζώντανη, απαιτητική,λουλουδιασμένη, μοσχοβολιστή.

Γιατί η ζωή, δεν χάνεται!

Για λίγο ξαποσταίνει και μετά συνεχίζει ακάθεκτη τον αιώνιο ζωογόνο χορό της.

Εδώ υπάρχει ανάσταση!Α ν ά σ τ α σ η!!

Για όλα αυτά, θα με πω Φθινόπωρο...

Τα χρόνια της εκρηκτικής νιότης πέρασαν πια.Μα ο δικός μου χρυσοποίκιλτος ουρανός, αντέχει ακόμα. Τώρα νιώθεις  ολοκληρωμένος.Χαίρεσαι όσα έφτιαξες και σίγουρα πολλά μπορείς να φτιάξεις ακόμη...

Μπόρες έρχονται. Ακόμα και μπουρίνια. Αλλά, περνούν...

Στεγνώνει η γη από τα πρωτοβρόχια, στεγνώνει κι η καρδιά μου από τα ρυάκια που σου πετάει ο χρόνος...

Μέσα στα σωθικά της γης, ετοιμάζεται η νέα ζωή.

Μέσα στα σωθικά μου, ρίζωσε το κουράγιο.

Είναι η ομπρέλα μου στις ξαφνικές καταιγίδες.

Είναι το αλεξίσφαιρό μου στους αναπάντεχους κεραυνούς.

Κι όταν θα φτάσω στον δικό μου χειμώνα,ελπίζω να έχω πάντα αγκαζέ το κουράγιο.

Τότε το χιόνι θα μου φανεί λαμπερά φιλικό και το κρύο θα το μετριάσει το ά ν θ ο ς  που κατάφερα και κράτησα ζωντανό, δίπλα στην καρδιά μου. Το λέμε,  ε λ π ί δ α!!!

Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΛΜΗΡΟΥΣ

Από μικρός ερίχθηκε στην μέση της αρένας. 

Τελείωσε το Λύκειο, δεν πήγε παραπέρα.

Δεξιοτέχνης ήτανε στο σκάλισμα του ξύλου

κι όποια δουλειά του 'ρχότανε, την πάλευε με σθένος.

 

Εμείναν μόνοι ενωρίς μαζί με την γιαγιά τους

αυτός κι η αδελφούλα του, πάντα αγαπημένοι.

Καθώς πιάναν τα χέρια του, πολλοί τον εζητούσαν

κι από δουλειά δεν ξέμεινε, γιατί ήταν προκομμένος.

 

Μόνος του όσο ήτανε, τά 'φερνε πάντα βόλτα.

Μα ήρθε κι ερωτεύθηκε και φτιάξανε φαμίλια.

Τι ευτυχία τα παιδιά και η καλή γυναίκα!

Αλλά η ΔΕΗ απόλυσε τριακόσιους νοματαίους.

Ανάμεσά τους και αυτός, οπούχε βρει απάγκιο...

 

Και τώρα ξαμολύθηκε να βρει κάπου να πάει. 

Στο σπίτι περιμένανε οι αγάπες του να φάνε.

Δεν μεγαλώνουν με φιλιά μονάχα, τα παιδάκια.

Τα ρούχα τους, τα έξτρα τους, τα εξωσχολικά τους

εκεί 'ναι και προσμένουνε όλα να πορευτούνε.

 

Βοήθησε η σύζυγος που ήταν προκομμένη.

Αλλά ο Πάνος έβλεπε πως δύσκολα τα φέρνουν.

Εμπήκε σ' εποχιακές και σ' άλλες εργασίες.

Εναερίτης έγινε, εργάτης, οικοδόμος...

Όχι, ποτέ δεν έλεγε σ' ό,τι του προσφερόταν.

 

Από μιά στέγη έπεσε βάζοντας αλουμίνια. 

Εχτύπησε το γόνατο, την μέση, το ισχίο...

Και μόλις έγινε καλά ευθύς εξαμολύθη

να βγάλει μεροκάματο, να βγάλει το ψωμί τους.

 

Ο ήλιος τον κατέκαψε, του πλήγωσε το δέρμα.

Και η οξυγονοκόλληση τού 'καψε χέρια - πόδια.

Οι σπίθες επιτέθηκαν στα γαλανά του μάτια

και για ημέρες έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι...

 

Και κάποια μέρα στένεψαν οι δρόμοι εργασίας.

Οπότε αναγκάστηκε να φεύγει απ' τα παιδιά του...

Τετράμηνα, εξάμηνα πήγαινε σ' άλλον τόπο

για μιά καλύτερη αμοιβή, μαζί με συναδέλφους.

 

Υπέροχη η γυναίκα του εβάστα Θερμοπύλες.

Με δυό αγόρια έφηβους, στάθηκε αμαζόνα

και τέλειωσε και ...δεύτερη Σχολή που αγαπούσε...

Κι ουδέποτε αρνήθηκε κάποια δουλειά να κάμει,

έστω κι αν την μεγάλωσαν στα πούπουλα οι δικοί της...

Γιατί το λέει κι ο λαός με την βαριά σοφία:

''Νυφούλα μου, άσε τι ήξερες... Με όσα βρεις θα ζήσεις...''

 

Φθινόπωρο εφάνηκε κι ο Πάνος λείπει κιόλας

εξάμηνο απ' τα παιδιά και την γλυκιά συμβία. 

Τους είπε το αφεντικό, θα πάνε και Αγγλία...

Τουλάχιστον πεντάμηνο θα μείνουν εκεί πέρα...

 

Το καλοκαίρι έμειναν μαζί του για έναν μήνα,

όλη η οικογένεια που πήγε να τον εύρει.

Τώρα για τα Χριστούγεννα προσεύχονται να έρθει,

γιατί τους λείπει ο στοργικός, καλός πάτερ - φαμίλιας.

 

Τον βλέπω κι όλο σκέφτομαι ως πότε θα αντέξει.

Δύσκολες τούτες οι δουλειές κι όλο περνούν τα χρόνια.

Μπορεί νά 'χει γερό σκαρί, αλλά οι αντοχές ως πότε

θε να κρατιούνται υψηλές και δεν θα τον προδώσουν;;

 

Και συλλογιέμαι ταχτικά: Αν σπούδαζε, πώς θά 'ταν;;

Όταν το λέω μου απαντά: '' Ξέρεις πόσοι δικοί μας,

τελείωσαν μία σχολή, αλλά με μας δουλεύουν;

Δεν βρήκαν κάτι ανάλογο μ' αυτό πού 'χαν σπουδάσει

και κάνουν χίλιες δυό δουλειές που πρώτα δεν τις ξεύραν.

Δεν βρήκαν κάτι ανάλογο στο αντικείμενό τους

κι αφού περάσανε πολλά, μαζί μας καταλήξαν''....

 

Μπορεί νά 'ναι το δίκιο του, πολύ - πολύ μεγάλο...

Εξ άλλου γι' αυτό φύγανε στα ξένα τόσα νιάτα,

γιατί απλώς δεν βρήκανε κάπου καλά να πάνε...

Κάπου καλά και σύμφωνα μ' αυτά πού 'χαν σπουδάσει...

Αλλά εγώ, θωρώντας τον τι πάθια έχει τραβήξει,

πιστεύω πως αλλιώτικα θα ήταν με πτυχίο...

 

Βέβαια τώρα είναι αργά ν' αλλάξουμε τον χάρτη.

Και χαίρομαι που στους δυό γιούς μιλάει με σοφία:

''Κοιτάτε πόσο δύσκολα τα φέρνω στην ζωή μου...

Εσείς θε να σπουδάσετε, να μην τραβάτε τόσα.''

Και ο καλός Θεός χρυσά του χάρισε παιδάκια,

που με ευγένεια τραβούν τον δρόμο των γραμμάτων.

 

Τους λείπει ο πατέρας τους, μα το παράδειγμά του,

τους ατσαλώνει στην ζωή και έχουν βάλει στόχους.

Λαμπρή βοήθεια σε αυτό κι η θαυμαστή τους μάνα,

που γίνεται πολύ συχνά και μάνα και πατέρας

κι έτσι κρατιέται σφαλιστή η οικογένειά τους.

 

Και να σκεφτείς πως λεύτερη πριγκιπικά εζούσε,

στο πατρικό της σπιτικό, μαζί κι η αδελφή της.

Τις πήγαν στα καλύτερα σχολεία που υπάρχουν

και τις μεγάλωσαν μαθές, με της καρδιάς το αίμα.

Τίποτε δεν τους έλειψε, ήταν βασιλοπούλες.

Μα η μικρή ηράσθηκε σφόδρα κι εξενιτεύθη...

 

Τον Παναγιώτη αγάπησε κι εστρώσαν την ζωή τους

κάτω στην Πελοπόννησο κι όχι μες στην Αθήνα.

Παρ' όλο που αναθράφθηκε με μόσχο και αγάπη,

με αφθονία κι άνεση κι έναν ωραίο κύκλο,

εστάθηκε ακλόνητη δίπλα στον σύζυγό της.

Ποτέ δεν την γονάτισε καμία δυσκολία

και φέρθηκε μ' αλτρουϊσμό που δεν τον φανταζόμουν...

 

Το μέγα τους κατόρθωμα, τα υπέροχα παιδιά τους.

Μ' αρχές, αξίες, ιδανικά, με μπρίο και με κέφι!

Θαυμάζω τι κατάφερε η μάνα η καλή τους,

πού 'χει ταλέντα και καρδιά, παλληκαριά κι αγάπη.

 

Στεναχωριέμαι πού 'χουν βρει τις τόσες δυσκολίες.

Θα προτιμούσα πιο εύκολη να ήταν η ζωή τους.

Μόνοι τους όμως εδιάλεξαν τον δρόμο της ζωής τους

κι απέδειξαν πως δεν λυγούν και πάντα προχωρούνε.

 

Αυτό μονάχα θαυμασμό μαζί με απορία,

με κάνει ν' ανθώ μέσα μου κι όλο τους ευλογάω.

Για κάποιες μέρες έφτασε Αθήνα ο Παναγιώτης

κι οσότου φύγουν, τους ζητούν, δουλειά στην Ελευσίνα.

 

Φεύγει στις πέντε το πρωί, γυρίζει εφτά το βράδυ...

Τσιμπά φαΐ, μπανιάρεται και πέφτει στο κρεβάτι.

Δεξαμενή θα φτιάξουνε λέει εις την Αγγλία

κι εγώ φαντάζομαι τρελές, πελώριες εξέδρες...

Τεράστια δεξαμενή σε βάθος και σε πλάτος...

Και σκάλες στα τοιχώματα, στα έγκατα που φτάνουν

και σαν μυρμήγκια οι άνθρωποι μες στην βαθιά χοάνη...

 

Κοίτα πώς τά 'φερε η ζωή... Χωρίζονται τα σπίτια...

Μισοί εδώ, άλλος εκεί, μα πάντα ενωμένοι.

''Μπορεί να 'ρθώ Χριστούγεννα, αν τύχει και μ' αφήσουν''

εκφράζει μύχιες σκέψεις του κι ευχές ο Παναγιώτης.

Κι εγώ συγκίνηση βαθιά νιώθω μες στην καρδιά μου...

Για το παιδί που ρίχτηκε νωρίς στην βιοπάλη.

Για το παιδί που δεν θωράκισε την ζήση με πτυχίο.

Για τον Πανάγο πού 'φτιαξε μιά φίνα οικογένεια,

όπου γι' αυτήν αγωνιά, γελάει και παλεύει...

 

Ουδέποτε σαν ρίψασπις δεν θα φερθεί ο Πάνος.

Θε να παλεύει με φωτιές, χοάνες κι αποστάσεις,

για μιά καλύτερη ζωή που θέλει να προσφέρει

στους γιούς του, στην γυναίκα του, μα και σ' αυτόν τον ίδιο.

 

''Όποιος δεν ξέρει Αγγλικά, γυρνά στους πέντε μήνες''

τους είπε ο υπεύθυνος κι αρχίζει να μετράει

το πότε θά 'ναι η επάνοδος και βρίσκει προς τον Μάρτη...

Σαν την ζωή του ναυτικού είναι και η δική τους

και η Αλίσια καρτερά, τον γυρισμό τ' αντρός της...

 

Μακάρι σ' όλους ο Θεός να δίνει ευτυχία.

Γαλήνη για το σπιτικό, αγάπη, αρμονία.

Να δίνει δύναμη σ' αυτούς που δεν το βάζουν κάτω

και αγωνίζονται τρανά για μιά ωραία ζήση.

Την σωστή σκέψη και στους νιους να δίνει η Παναγία,

για να παρθούν προσεχτικά οι όποιες αποφάσεις,

που θα χαράξουν στην ζωή τον δρόμο τον σωστόνε...

 

Γιατί; Μες στης ζωής κάποια καμπή, παίρνουμε αποφάσεις,

που σε μεγάλο ποσοστό, το μέλλον μας ορίζουν...

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

 

Κι έρχεται η μέρα που γίνεσαι φθινόπωρο.

Το ολοφώτεινο χέρι του καλοκαιριού, σε άφησε στην στροφή.

Μπήκες στην μάχη με πάθος, αλλά δεν βλέπεις αίσιο τελειωμό.

Δυσοίωνα τα μηνύματα από παντού.

Πάντα σε κάποια χώρα ο πόλεμος μαίνεται.

Σπίτια ρημαγμένα, κορμιά νεκρά στους δρόμους.

Ορδές αλλόφρονων ομάδων στην γραμμή για μετανάστευση...

Η Οδύσσεια του πόνου, της καταφρόνιας, του έσχατου εξευτελισμού.

 

Πιάνουμε τον μίτο της Αριάδνης πρώτα από τον τόπο μας...

Πλήρης αδιαφορία από τους κρατούντες...Από αυτούς που εδιάλεξες  ε σ ύ...

Τριάντα χρόνια να καθαριστεί ο Κηφισός...

Πόσα χρόνια πίσω πάει η μεγάλη ευθύνη;;

Δεν συνελήφθη ο βιαστής και χασάπης του Όλιβερ, του άμοιρου χάσκι..

Δεν προλαμβάνονται τα φρικιαστικά εγκλήματα στο Μάτι, στα Τέμπη.

Ατιμώρητοι οι κατ' εξακολούθηση κλέφτες, παραβάτες κάθε νόμου και ηθικής.

Αφύσικη βία στα σχολεία, στην οικογένεια, στους δρόμους.

Και η μοίρα της Πατρίδας είναι καλά προφυλαγμένη;;

Υπάρχουν άξιοι ηγέτες, ήρωες του καθήκοντος και όχι εραστές μιας υψηλόβαθμης θέσης;;;

 

Φλόγες αδηφάγες καταπίνουν τα δάση.

Έντρομα ζώα τρέπονται σε άτακτη φυγή, πανικόβλητα.

Ή παραδίδονται στην πύρινη κόλαση.

Περιουσίες ανθρώπων γίνονται κάρβουνο. 

Αναμνήσεις ζωής εξαφανίζονται στην σαρκοφάγα πυρκαγιά.

 

Και στο ευρύτερο πεδίο όλου του φάσματος της Γης;;;

Αθώα ζώα σκοτώνονται από σκληρόπετσους κυνηγούς.

Θαλάσσια κήτη νοήμονα εξολοθρεύονται στον βωμό του χρήματος.

Αίμα αθώο στην στεριά, στην θάλασσα, στον αέρα.

Από ανθρώπινο χέρι τραυματίζεται ανεπανόρθωτα το κλίμα...

Γίνονται σκουπιδότοποι ποτάμια, λίμνες, ωκεανοί.

Ως και στο διάστημα σκουπίδια εξακοντίσαμε..

Φόνοι, ληστείες για σαράντα ευρώ.

Παζάρια λευκής σαρκός ευημερούν. Στις μέρες μας...

Προστυχιά, ανευθυνότητα, ξεδιαντροπιά...

 

Δεν αγαπάς τον τόπο σου. Αδιάφορα τον λερώνεις και τον υποτιμάς.

Λερώνονται ιερά μνημεία από βέβηλα χέρια.

Ντρέπεσαι να πεις ότι είσαι υπερήφανος για την πατρίδα σου.

Λέξεις ιερές χάνουν την σημασία τους. Μένουν κενές. Χωρίς σεβασμό τα ιερά σύμβολα.

Τρύπες που χάσκουν και σηκώνουν αδυσώπητη κοροϊδία.

Πίστη; Πατρίδα; Οικογένεια; Σεβασμός; Ενσυναίσθηση;

Τι είναι αυτά;;; Αν τα υπερασπισθείς σου κολλάνε την ρετσινιά του φασίστα, του ρατσιστή και στην καλύτερη, του αλλά ντ' άλλων αιθεροβάμονα...

Αδυσώπητη εξαφάνιση αξιών...

Κι η αλυσίδα των ναρκωτικών, σφυρηλατείται διαρκώς από τα πεθαμένα νιάτα και γίνεται ασήκωτη από το βάρος των χαμένων ψυχών...

 

Παιδιά βιάζονται, ζώα βασανίζονται, λαοί εξαθλιώνονται.

Και μέσα στην λαίλαπα εμφανίζονται απορημένα μάτια παιδικά.

Ακούγονται λυγμοί από απροστάτευτα ζώα και δέντρα...

Η φύση θρηνεί... Ο ανθρωπισμός θρηνεί...

 

Κι εσύ απορημένος σκέφτεσαι: ''Γιατί όλα αυτά;; Εγώ, ό,τι μπόρεσα έκαμα στην ζωή μου. Μίλησα, δίδαξα, έπραξα, φώναξα... Δεν κατάφερα λοιπόν τίποτα;;...''

Μην απογοητεύεσαι...Δεν είσαι ο μόνος που αγωνίσθηκε... Κι άλλοι σαν κι εσένα πάλεψαν για έναν καλύτερο κόσμο.

Συνέχεια πολλοί άλλοι φωτεινοί ιππότες του καλού, δίνουν ατέρμονες μάχες με την παντοδυναμία του κακού. Σε όλα τα στάδια. Σε όλα τα πεδία...

Έστω κι αν είναι πιο λίγοι από τα τάγματα του μίσους και της αλλοτρίωσης των ηθών.

Δεν λυγίζουν. Επιμένουν και προσπαθούν. Ίσως  α υ τ ή  η άνιση μάχη έχει τέτοια μεγάλη βαρύτητα, που καταφέρνει και φέρνει κάποια ισορροπία στον κόσμο ετούτο. 

Διαφορετικά θα είχε σίγουρα εξαφανισθεί.

 

Κάποιοι τρελοί - λένε - θα σώσουν τον κόσμο. Αν προλάβουν...

Κάνουν ό,τι μπορούν... Μα, έστω και μιά κοπέλα ή ένα αγόρι εάν σώσουν από την πορνεία...

Μα έστω και ένα παιδί ν' αρπάξουν από τα νύχια παιδεραστών...

Μα έστω κι ένα σκυλάκι να σώσουν από τον δρόμο.

Μα έστω κι ένα παγιδευμένο δελφίνι να ελευθερώσουν από τα δίχτυα.

Μα κι έναν παπαγάλο, μία τίγρη, έναν ελέφαντα, εάν διαφυλάξουν από τους λαθροκυνηγούς και τους παράνομους εμπόρους άγριας ζωής...

Όλα αυτά είναι κατορθώματα μεγάλα από ευαισθητοποιημένους συνανθρώπους μας.

Λένε: ''Τέρμα στις γούνες... Μην φοράτε ματωμένα πτώματα στους ώμους σας, από φριχτά βασανισμένα ζώα...''

Λένε : ''Τέρμα τα φυτοφάρμακα που δηλητηριάζουν την γη, το νερό, τα ζώα, τα έντομα, το φαΐ' μας''

Λένε; '' Τέρμα οι κοροϊδίες προς κάθε συνάνθρωπό μας με ειδικές ανάγκες''

Ορμούν να βοηθήσουν σε κάθε φυσική καταστροφή με άκρατο και ευλογημένον αλτρουισμό.

Και παράλληλα οι ομάδες των αδέκαστων λειτουργών, των εμπνευσμένων παιδαγωγών, των πιστών στον Ιπποκράτειο όρκο τους ιατρών, των πεφωτισμένων καλλιτεχνών.

Μακριά από κάθε ηθική και χρηματική βρωμιά.

 

Και όμως... Όλη  α υ τ ή  η θυσία, η ατομική και η ομαδική δεν φτάνει...

Δυστυχώς, θα εξακολουθούν να πεθαίνουν παιδιά στην Ινδία για μιά χούφτα ρύζι...

Θα εξακολουθούν να σκοτώνονται οι λαοί με όπλα που αγόρασαν και οι μεν και οι δε από την  ί δ ι α  τρομερή υπερδύναμη που πούλησε όπλα και στις δυό παρατάξεις...

Το σκεπτικό της διαβολικό... Να αλληλοσκοτωθούν και μετά να έρθει αυτή ως ειρηνοποιός δύναμη και να ξαναχτίσει τις ισοπεδωμένες από τα δικά της όπλα χώρες, τσεπώνοντας κι άλλα εκατομμύρια ευρώ...

Δυστυχώς, θα διαιωνίζεται το χάσμα στις τάξεις. Αμύθητα πλούτη από την μιά, απύθμενη φρικαλέα πείνα από την άλλη....

Οι εποχές θα εξαφανίζονται σιγά-σιγά, από το αδηφάγο ανθρώπινο χέρι...

Ο διάβολος των ζώων, ο άνθρωπος.

Ο διάβολος της φύσης, ο άνθρωπος.

Ο διάβολος της παιδικής αθωότητας, ο άνθρωπος.

Ο διάβολος της ηθικής ισοπέδωσης των πάντων, ο άνθρωπος...

Ε κ τ ό ς  από εκείνους που έχουν φως στην ψυχή, ουρανό στα μάτια, δάκρυ στην καρδιά...

Ε κ τ ό ς  από αυτούς που έχουν την Αγία Ανησυχία για ό,τι συμβαίνει στην γη, στα κοντινά μα, και στα μακρινά προβλήματα.

Κι εσύ ανάμεσά τους. Έκαμες ό,τι περνούσε από το δικό σου χέρι. ΔΕΝ αδιαφόρησες.

Το παμμέγιστο λάθος είναι να βλέπεις και να μην κάνεις τίποτα. Να αδιαφορείς...

Άνισος ο αγώνας. Κι αλίμονο εάν αφεθούμε στην ζοφερότητα του γύρω μας περιβάλλοντος χώρου...

Από τα δάση, τους ουρανούς, τις θάλασσες τις στεριές, υψώνεται ένα απέραντο κλάμα. Αιτία, ο άνθρωπος-δυνάστης... Δεν μπορούμε να τα αντιμετωπίσουμε και να τα γιατρέψουμε όλα όσα τρομερά συμβαίνουν επί γης...

Πράττουμε σύμφωνα με τις δυνατότητές μας. Όμως ΔΕΝ σταματάμε ποτέ.

ΔΕΝ πρέπει να σταματήσει  π ο τ έ  η μάχη του καλού έναντι του κακού...

Από εκεί οι υπάνθρωποι κι από εδώ οι άνθρωποι...

Από εκεί η αδιαφορία, η ανωμαλία, η απληστία κι από εδώ η έγνοια, η φροντίδα, η ενσυναίσθηση.

Από εδώ η  Α Ν Θ Ρ Ω Π Ι Α....

Σε αυτήν προσδοκάμε... Σε αυτήν ελπίζουμε...

Και όσο αντέξουμε... Ή μάλλον, όσο μας αντέξει η γη...

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

 ΑΝΤΕΞΑ


Διάβηκα μέσα από κήπους, ροδώνες και θάλασσες.

Κράτησα το άρωμα, το γέλιο, την τρικυμία.

Ανέβηκα δύσκολα σκαλοπάτια, προδοτικά.

Άδικα φωνάζανε τ' αστέρια: '' Μην πιστεύεις!''

Αφέθηκα στην αναρρίχηση  πλάνητων υποσχέσεων και όρκων ψευδών.

Δεν άκουσα την φωνή του γεννήτορα για επαναπατρισμό.

Γδάρθηκε το είναι μου από άκαρδα μαστιγώματα.

Αγνή, λευκή κόρη η ψυχή, είδε το χαρούμενο φόρεμά της 

να ποτίζεται, από αιμάτινες λουρίδες.

Να χάνει την αθώα αφροντισιά του.

Η ακοή μου μάζεψε τους ύμνους των αηδονιών και τους πέρασε αλώβητους,

στους κλειδωνιζόμενους δρόμους.

Ω, άνοιξη, πόσο μακριά  είσαι!!

Βαρύς ο χειμώνας με άρπαξε.

Κρυώνω στα κοκαλιάρικα χέρια του.

Αγωνιώ, μη μου κλέψει ό,τι πολύτιμο κουβαλώ...

Αγωνιώ μη χαθώ σε παγωμένες  βουνοπλαγιές...

Κι αν η καρδιά θρυμματισθεί από τον παγετό;

Κι αν το χιόνι περάσει στις φλέβες και δω με άλλην ματιά τον κόσμο;

Θέλω  θέρμη να κυλάει στο αίμα μου.

Να έχω δίπλα μου τον ολάνθιστο κήπο μου.

Να μείνουν πάντα  δ ι κ έ ς  μου οι ματιές μου.

Κι ας μ' έσπρωξαν χέρια  αναίσθητα  για να γονατίσω.

Κι ας μπλάβισαν τα γαλάζια μου μάτια.

Κι ας χλευάσθηκαν τα όνειρα και τα ιδανικά μου.

Α ν τ ε ξ α!! Γεμάτη πληγές... Όμως, ά ν τ ε ξ α!!

Και ορθώθηκα... Αργά, αλλά δεν χάθηκα...

Δεν με κατάπιε ο σίφουνας και η σκληράδα.

Υπάρχω. Με τις σκοτεινιές μου...

Με τα πικρά μου ηλιοβασιλέματα...

Με τις γλιστερές μου κατηφόρες...

Μα, ξανασηκώνομαι...

Έστω και με γόνατα γρατζουνισμένα.

Και στο χέρι μου κρατώ πάντα το χέρι της προσμονής.

Λάβα ηφαιστείου η καρδιά μου.

Άλλοτε καίει το σύμπαν και τα σώψυχα.

Κι άλλοτε λαμποκοπάει με χιλιάδες, πεισματάρικες, πορφυρές φλόγες.

Για να επιζήσω έγινα φωτιά.

Μα δεν καίω. Μόνο φωτίζω.Δημιουργώ.

Έστω και στην μοναξιά. Έστω κι αν μου χαμογελάει μόνον

το αθώο γουργούρισμα  εκεί,από τον καναπέ.

Έστω κι αν στο σπίτι ακούγεται μόνον το χαμόγελο του γιασεμιού...

Ά ν τ ε ξ α!....

Τρίτη 20 Αυγούστου 2024

 ΠΑΡ' ΟΛΙΓΟ....


Τριανταφυλλί χρώμα και χρυσαφί αναδεύεται κάτω από τα ματόφυλλά της.

Χείμαρροι φωτός πυρπολούν την ανατολή. Τα παγωμένα δάχτυλα του ποταμού, ψηλαφούν τα πόδια της που βρέχονται  στις άκριές του...

Τα νερά γυαλοκοπούν και τα μάτια της  που λουλουδίζουν,  τα αχνολούζουνε οι ανοιξιάτικες πνοές. 

Μουδιασμένοι οι κάμποι ξυπνούν  ράθυμα στο ξετύλιγμα της ημέρας.

Δακρυοστάλαχτα δέντρα λαμπυρίζουν από τα διαμαντόμορφα της πρωινής δροσιάς.

Ρουφάει  άπληστα το δυνατό κρασί της Φύσης...

Χειρίζεται το τόξο της νοημοσύνης, τα ίχνη  των όμορφων γυμνών ποδιών από τις μελωδίες που είχαν περπατήσει στην καρδιά της.

Όμοιος με υγρό μετάξι, ένας στιλπνός ψίθυρος αιωρείται στην ατμόσφαιρα.

Είναι ο ανασασμός της γης που ανακλαδίζεται παθιάρικα μπροστά στην κροκόπεπλο κόρη Ηώ και στα πρώτα βλεφαρίσματα αραχνο'ύ'φαντου φωτός.

Μέσα από τους θαμνοφράχτες σπαθίζει ένας αδιόρατος λυγμός, σαν την ηχώ του πόθου της Άρτεμης που αποχωρίζεται την ερωτιάρα Σελήνη....

Ξενύχτησε  δίπλα στο ποτάμι, αφήνοντας το κοιμισμένο νερό να της χα'ι'δεύει ηδονικά τα πόδια. 

Οι σκέψεις της, όμοιες με νιφάδες, αιωρούνται κι αυτές σαν ψίθυροι που σκαρφαλώνουν στις αστέρινες σκαλωσιές... Με την πρώτη χρυσακτίνα υποχωρούν μπροστά στην απαράμιλλη ομορφιά της εισβολής του Φοίβου.

Μέσα σε τόση φωτοπλημμύρα πλύθηκαν από το βάρος της έγνοιας και την κύκλωσαν ανάλαφρα, σαν χρυσοποίκιλτες πεταλούδες.Η διεργασία όμως της κάθαρσης είχε ξεκινήσει μέσα στην νύχτα. Τώρα ολοκληρωνόταν...

Ο νερένιος καθρέφτης του ποταμού, τής φανερώνει ένα πρόσωπο κουρασμένο, σαν σε από μάχη βγαλμένο...Τα σημάδια φωνάζουν πως ήταν παραδομένο στα πλοκάμια σκοτεινής σκέψης...

Έσκυψε κι έριξε ποταμίσια φιλιά στα μάτια της, που λαχτάρησαν λίγη ανάταση μέσα στο ηλιοφώς...

Πόσες φορές ξενύχτησε χωρίς να βρει απαντήσεις; Αλλά χθες, κάτω από την σκέπη του ουράνιου θόλου, ένιωσε να μοιράζεται το βάρος της, με όλο το σύμπαν. Δεν λύθηκαν τα προβλήματά της, αλλά τα μοιράστηκε με την νυχτερινή Κυρά.  Άλλα τα χά'ι'δεψαν δέσμες  ασημένιου φεγγαρόφωτος. Κάποια  τα νανούρισε  ο στροβιλισμός από φωταψίες του Γαλαξία.

Ώσπου τον Γόρδιο Δεσμό έσπασε ολοκληρωτικά, ο Ήλιος ο Παντοκράτωρ...Μπροστά στο μεγαλείο του Σύμπαντος, όσα την βασάνιζαν έλαβαν την σωστή τους διάσταση... Έχασαν βάρος. Και τώρα νιώθει πιο ελαφριά...

Δεν την πιέζει στο στήθος εκείνος ο  τρομερός  ογκόλιθος. Δεν της θολώνει το βλέμμα το κόκκινο, αφρισμένο βουητό του αίματος.Οι κακές σκέψεις θρυμματίστηκαν...

Τελικά, είναι τόσο ωραίο να ζεις!Αξίζει να χαίρεσαι το ασημένιο, στραφταλιστό σώμα του ποταμού, που σκορπάει ζωή απ' όπου διαβαίνει, χωρίς να το φορτώνεις με σκοτεινές σκέψεις...

Δεν μπορείς να τον μολύνεις με την στέρηση κάποιας ζωής, και να τον κάνεις συνεργό σε κάτι αποτρόπαιο, εν αγνοία του...Θα ήταν άδικο, βεβήλωση σωστή στο αέναο, τραγουδιστό, ζωογόνο,  κάλεσμά του...

Πόσο κοντά είχε φτάσει να κάνει το απονενοημένο διάβημα... Εύκολη λύση  το βάθος της ποταμίσιας κοίτης...Μα, δεν το τόλμησε τελικά...

Τα κατάφερε!! Είδε να ξημερώνει!! Όλα λοιπόν είναι δυνατά! Έχει την φύση στο πλευρό της. Τον ίδιο τον Θεό με τα μεγαλουργήματά Του, δίπλα της. Η ομορφιά και η σοφία γύρω της, απέραντες.

Το κελάηδημα του κορυδαλλού, υπογράφει την νίκη της.

Ξαπλώνει στο νοτισμένο από την δροσιά χορτάρι και κοιτά το ηλιοφώς χαμογελαστή. 

Γύρω της η φύση οργιάζει, στέλνοντας την ευγνωμοσύνη της στον Δημιουργό της.

Χα'ι'δεύοντας τα κοντινά της, τρυφερά, πολύχρωμα, αθώα αγριολούλουδα, ψιθυρίζει με χείλη τρεμάμενα ''Ε υ χ α ρ ι σ τ ώ!!''...


 ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ


Περνούσε με ανατριχίλα το μαγνάδι της ζωής.

Τρεμίζοντας η ψυχή ένιωσε το αναρίγισμα να την διαπερνά.

Μπροστά της περνούσαν διάττοντες αστέρες και μιά διάστικτη κουρτίνα 

σου θυμίζει το Βόρειο Σέλας.

Σκόνταψε πάνω στον μεγάλο υδατοφράχτη απ' όπου κυλάει ο Γαλαξίας

-περιδέραιο του νυχτερινού κόσμου που ξετυλίγει μέσα στο λειβάδι του Απείρου

τους λευκούς δαχτυλιδένιους ελιγμούς  του Όντος.

Δεν μπορούσε να ακολουθήσει τα ακούραστα πουλιά της σκέψης της στο πέταγμά τους.

Φεγγαροφερμένη πέρασε μέσα από τις φωταψίες του ουρανού 

και ακούμπησε στον φράχτη με τα λευκάκανθα.

Δίπλα οι λεύκες  φουρφούριζαν και από τα κλωνάρια τους 

στάλαζαν τραγούδια και φωνές αηδονιών.

Περίπαθη η φαντασία του ονείρου έκανε να συλλάβει το αβέβαιο μέλλον.

Σαν σε ανεμοζάλη  προσπάθησε να δοκιμάσει την έκταση των αιθέρων.

Άνοιξε μιά αγκαλιά γεμάτη ελπίδες, ν' αρπάξει την αφανάτιστη δικαιοσύνη του κόσμου, ν'ακουμπήσει πάνω στα κάγκελά του.

Μες στην διάχυτη γλυκύτητα της τρυφερής  νύχτας, η καρδιά χοροπηδούσε και ανάσαινε τα περασμένα, καραδοκούσε τα μελλούμενα.

Μιά αστραπή ορθοφροσύνης, ένα ξαφνικό ανάβρυσμα  ειρωνίας τής δείχνει τον μάταιο πόθο της.

Το πνεύμα της που είχε ζωηρά και ειρωνικά μάτια, τής σαλπίζει την αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει το υπέρτατο Ον και να κρυφοκοιτάξει  το απόκρυφο αύριο.

Βρίσκεται σε μιά  αμάχη με τον εσώτερο  εαυτό της.  Τι ψάχνει;

Μόνον η Φύση είναι ειλικρινής. Μόνον το τώρα είναι εφικτό. Δεν λέει να ησυχάσει.

Χύμηξαν ανήσυχες πνοές απ' έξω.... Η πνοή της ζωής την καλεί να την ανακαλύψει.

Κεντώντας πάνω στον καμβά της ουράνιας διήγησης, μέσα στο μισο'ύ'πνι  τής Πλάσης, ακούει τις φωνές της γης,  το άδικο των ανθρώπων, το ψέμα των υποσχέσεων που έρχονται με βάρβαρο καλπασμό, να σαρώσουν το σήμερα και τα όνειρα του αθώου, του ανυπεράσπιστου, του μόνου αγνού βοσκού.

Η άρνησή της  γιγαντώνεται μέσα στα πέπλα της Εκάτης. Αυτή, δεν θα συμβιβαστεί.

Γνωρίζει το θηρίο. Τεντώνει το τόξο της . Όσο πιο πολύ τεντώνεται η χορδή του, τόσο πιο πολύ τινάζεται η σα'ί'τα της ζωής. 

Ποικιλόχρωμα σπινθηρίσματα του λαμπερού  άχραντου Πνεύματος την βρίσκουν κατάστηθα.

Με ξανακαινουργιωμένες  αισθήσεις, παίρνει από την θεία Ύπαρξη ευκολοδάνειο

το κουράγιο της μάχης.  Η ζωή είναι  αγώνας.  Φλογερό και μπρούσκο το κρασί της Φύσης. 

Κλώθει την δειλή και φλογερή  ελπίδα  της  άνοιξης, το νικηφόρο άγγιγμα του μέλλοντος.

 Θα αρνηθεί να αφήσει να περάσει απέναντι  στην άλλη όχθη τον άνθρωπο τον χωρίς γιο,

την φυλή την χωρίς μέλλον, αυτόν που θα πεθάνει και δεν θα ξαναγεννηθεί ποτέ.

 Η ψυχή φορτωμένη με ομίχλη και ηλεκτρικούς σπινθήρες, αφρισμένη σκόνη από πάθη, και δάκρυα που εξακοντίζονται στον ουρανό, απαιτεί την ισονομία.

Ακαταμέτρητο  τσουρουφλισμένο χόρτο συνοικούσε μέσα της. Το πικρό χόρτο της αδικίας και των διαψευσμένων ελπίδων...Απαιτεί τον κεραυνό που θα ρίξει ο νεφεληγερέτης Δίας επάνω στις κεφαλές των ανουσιουργών του ανθρώπινου πόνου...

Υποτρέμουσες ανταύγειες φωσφορίζοντος φωτός διασταυρώνονται στα μήκη και στα πλάτη του Σύμπαντος. Με πύρινο δόρυ, αναμοχλεύουν τα πάντα στην ιστορία του Ανθρώπου...

Κι αυτή περιμένει ριγώντας...Η μάχη του Καλού ενάντια του Κακού, έχει ξεκινήσει... 

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

 ΜΕ ΑΛΛΗ ΜΑΤΙΑ


         Στα νιάτα σου επάνω, δεν μπορείς να υπολογίσεις το αύριο. Και έτσι πρέπει. Λες: ''Όταν θα γίνω 50 ετών, θα το σκεφτώ.''  Και αυτό το 50  σου φαντάζει απείρως μακρινό, αθώρητο...Βλέπεις το μέλλον χωρίς όρια. Πλούσιο, φωτεινό λες και δεν τελειώνει ποτέ. ''Εγώ στα εξήντα;;Ου!!!!Έχουμε καιρό μέχρις τότε!!''  Και φαντάζεσαι τον καιρό αυτόν, ατέρμονο, απίθανα μακρινό...Στα τριάντα πέντε μου, όποτε  έλεγα ''το μέλλον, το αύριο''  εμφανιζόταν μπροστά μου ένα λευκορόδινο αφράτο σύννεφο, που δεν τελείωνε ποτέ....

       Πενήντα με εξήντα, η πιο δημιουργική περίοδος. Σωστή κοπελούδα... Και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να κοιτάζω το ηλιοβασίλεμα της ζωής. Όρθια ψηλά σ' έναν λόφο και μπρος μου οι βαθύχρυσες, κοκκινοπορτοκαλιές σκιές του δειλινού. Και τά 'χασα.. Πότε βρέθηκα εδώ; Πώς πέρασε ο χρόνος και δεν τον κατάλαβα;;Γιατί μπροστά μου πλέον διαγράφονται κάποια όρια; Εκεί στο βάθος, γιατί διακρίνω ότι ο ορίζοντας τελειώνει;;  Πότε ξεκαθάρισε το τοπίο; Πότε έπεσα από το αφράτο, ροδαλό σύννεφο του ''Ποτέ'';;  Πότε άσπρισαν τα κατάμαυρα μαλλιά μου; Γιατί μίκρυνε ο δρόμος μπροστά μου;  Δεν θέλω να προχωρήσω... Αν γινόταν να  μάκραινε το στρατί μπροστά μου...Να μεγάλωναν οι μέρες, να μην γλιστράω σιγά - σιγά από την κορυφογραμμή...Μπροστά μου το μονοπάτι θαρρείς και πεισματικά με περιμένει. Να κατεβώ απ' το ψήλωμα και να το περπατήσω.... 

        Και ξάφνου βλέπω ότι έχω την ίδια ηλικία με της μαμάς μου, όταν είχαμε τους Ολυμπιακούς αγώνες στην Αθήνα...Και την θεωρούσα τότε μεγάλη... Δηλαδή εγώ τώρα τι είμαι;;Μεγάλη; Απίστευτο!Το μυαλό μου τρέχει με χίλια. Γιατί δεν συμβαδίζει με το σώμα μου; Ο νους μου σπιντάρει, δημιουργεί, γελά δυνατά. Το σώμα όμως δεν συμβαδίζει. Ακολουθεί αργά. Προχωρεί στην μεσοπλαγιά. Του λέω να σταθεί. Να μην περπατήσει στο ίσιο μονοπάτι που οδηγεί στο τέρμα. 'Ομως εκείνο δεν ακούει.  Σαν να το τραβά μια αόρατη δύναμη...Το αναπόφευκτο τέρμα του κάθε θνητού....Και όλο μειώνεται η απόσταση. Κι εγώ φοβάμαι. Και λυπάμαι. Και πονάω... Για ό,τι πέρασε... Για  ό,τι δεν θα προλάβω... Για ό,τι δεν θα δω...

        Πόσο παραπλανητικό το τελικό σημείο... Βυθίζεται σ' ένα  χρυσοχάλκινο σύννεφο με μωβ και μπλε ανταύγειες. Μια έντονη μυρωδιά φθινόπωρου πλανιέται στον χώρο. Και σε κάθε βήμα το σώμα βαραίνει προχωρώντας προς το τελικό σημείο. ''Όχι!'' του λέει το μυαλό.  ''Μην  τα παρατάς! Μην αφήνεσαι! Πάλι καλά που μ' έχεις αλώβητο και λάμπω φωτεινό και καθάριο! Αλίμονο σ' αυτούς που έχασαν την πυξίδα της νόησης,  που θόλωσε η διαύγειά τους και προχωρούν χωρίς ίχνος συνείδησης για το ποιοι είναι...''

          Κατεβαίνω κι άλλο την βουνοπλαγιά. Ένας αόρατος μαγνήτης με τραβά, άσχετα με την θέλησή μου... Νέα, θαρρούσα ότι ο χρόνος δεν προχωρά, είναι άπειρος, ατελείωτος.   Τώρα νομίζω ότι μου κυλά μέσα από τα χέρια βιαστικά, δεν μπορώ να τον κρατήσω. Γλιστρά σαν σκόνη μέσα από τα ανοιχτά δάχτυλά μου... Σαν την άμμο  στην κλεψύδρα, που πέφτει σιγά-σιγά  και αδυσώπητα...Τώρα δεν το νιώθω πόσο γρήγορα περνάει ο χρόνος. Πότε είχαμε Χριστούγεννα;; Πρωτοχρονιά;;Πάσχα;; Φθινόπωρο;; Καλοκαίρι;; Και να σου πάλι πλησιάζουν τα Χριστούγεννα αγαπησιάρικα, φωτοπλημμυρισμένα, μαγικά..Πέρασε κι όλας ένας χρόνος; Πότε; Και πώς; Ούτε που πρόλαβα να το συναισθανθώ...

         Βέβαια βασική προ'υ'πόθεση είναι να έχουμε υγεία και την δύναμη να αντέχουμε τις όποιες φουρτούνες της ζωής.... Δοξάζω τον Θεό που μας χαρίζει την προστασία Του . Δοξάζω τον Θεό που προστατεύει τους αγαπημένους μας.  Τον ευχαριστώ που με αξίωσε να ζήσω και να χαρώ ένα σωρό ευλογίες.Δεν θεωρώ ποτέ  ότι όσα καλά μου δίνει η χάρη Του είναι δεδομένα...Υπάρχουν πολλά βάσανα που ταλαιπωρούν τους συνανθρώπους μας.Αλίμονο στα νιάτα που δεν είχαν την τύχη να γεράσουν. Αλίμονο στους δυστυχισμένους που  έχασαν το φως των ματιών τους... Η χειρότερη τραγωδία... Τα βλέπω, τα γνωρίζω... Γι' αυτό είμαι ευγνώμων για όσα μπορώ και χαίρομαι... Απέραντα ευγνώμων και Τον ευχαριστώ καθημερινά... Αλλά είμαι και  άνθρωπος με αδυναμίες... Λυγίζω και ας μην πρέπει...Μελαγχολώ που βλέπω ότι στένεψαν τα περιθώρια, έστω κι αν το μυαλό και η ψυχή δεν το καταλαβαίνουν...Ποιος δεν μελαγχολεί μπροστά στο δειλινό της ζωής;;Ποιος δεν αγχώνεται, έστω και μιά σταλιά;; Και με τρώει η έγνοια: Η έγνοια της υστεροφημίας... Ν' αφήσω πνευματική κληρονομιά που θα κάνει τα παιδιά και τα εγγόνια μου, υπερήφανα για μένα...Κάποιος έλεγε:'' Το ωραιότερο που παίρνεις μαζί σου φεύγοντας, είναι η αγάπη, η ίδια αγάπη που αφήνεις πίσω σου''....

        Το μυαλό σπίρτο και η ψυχή κρυφογελά με όρεξη νεανική και σπινθηροβόλα. Βλέπεις, κορμί και ψυχή δεν συμβαδίζουν. Μέσα σου είσαι ένα μικρό, όμορφο κορίτσι.  Η ψυχή σου νεανική, πανέμορφη τραγουδά. Και απ' έξω, το σώμα σε προδίδει. Ρυτίδες; Πόνοι στην μέση; Στα πόδια; Κούραση;

      Τυχεροί όσοι περπατήσουμε ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά, ευγνώμονες στα χρόνια που έρχονται. Κι εκεί που τελειώνει η γραμμή του ορίζοντα, να φτάσουμε όρθιοι, υπερήφανοι αγωνιστές της ζωής....