Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΠΤΥΧΟ ΜΕΡΟΣ 2ο - ΣΑΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

«Μην καθυστερείς παιδί μου κοιτάζοντας τις βιτρίνες. Θ’ αργήσουμε και πρέπει να γυρίσουμε ενωρίς σπίτι. Είναι η δεύτερη μέρα που χιονίζει, κρατάτε με γερά απ’ το χέρι και προσέχετε πού πατάτε». 




Η Πολυάνθη άνοιξε το βήμα της για να το συντονίσει μ’ εκείνο της μητέρας της και της αδερφής της, της Αντζέλας. Περνούσε πέντε χρόνια την αδελφούλα της και τη θαύμαζε για την τσαχπινιά της. Η Νονά η Ρεγγίνα, στα δέματα που έστελνε από την Αμερική, έβαζε πάντα και κοριτσίστικα φορέματα. Την τελευταία φορά, ένα φουστανάκι ταίριαζε απόλυτα στην μικρή. Μπλε οργαντίνα με λευκό τελείωμα στα κοντά μανίκια και λευκή ζώνη στην μέση. Με το κεντητό γιακαδάκι και με τα μαλλιά αλογοουρά, η Αντζέλα ήταν ένα τρισχαριτωμένο πλάσμα. Χόρευε, τραγούδαγε και την φώναζαν στ’ αστεία, «Αλίκη Βουγιουκλάκη»! Και η Πολυάνθη καμάρωνε για το σουξέ της αδελφής της. 



Πήγαιναν επίσκεψη στο σπίτι της εξαδέλφης Άννας, από την μεριά του πατέρα τους. Εκεί όλα φαίνονταν παράξενα στα δύο κορίτσια. Πρώτα πρώτα η θεία Κάτε και ο θείος Πίπης που εξακολουθούσαν να ζουν αρτηριοσκληρωτικά, τελευταία απομεινάρια μιας άλλοτε ξεχωριστής φατρίας. Η Πολυάνθη έφριττε όταν η θάλασσα ήταν ακριβώς δίπλα τους και η Άννα, υπακούοντας στον παραλογισμό των δικών της ότι «Μια κόρη Φλαμιάτου δεν επιτρεπόταν να λούεται με τους πτωχούς ποπολάρους. Της αρκεί η μπανιέρα του σπιτιού της!»,δεν αντιδρούσε Και το παράξενο στην υπόθεση, ήταν ότι η Άννα υπάκουε αδιαμαρτύρητα. Τόσο αδιαμαρτύρητα που αυτή η ξανθιά, πάλλευκη κομψή, χρυσοχέρα κοπέλα έγινε θυσία στο ασφυκτικό οικογενειακό της περιβάλλον. Το ίδιο και η αδελφή της η Κορίνα που, αδιαμαρτύρητα πήγε Αμερική με το υπερωκεάνιο «Φρειδερίκη» παντρεμένη με συνοικέσιο, έναν καλό άντρα ευτυχώς. Η επίσκεψη κι αυτή την φορά ακολούθησε το ίδιο τελετουργικό. Ευγενική υποδοχή, είσοδος στο σαλόνι το οποίο ανοιγόταν μόνον σε μέρες γιορταστικές, κέρασμα σοκολατάκι, λικέρ κατόπι για τους μεγάλους και τέλος το βασικό γλυκό. Μετά από το τελευταίο κέρασμα, ανάλογα στην ατμόσφαιρα, αποφάσιζες εσύ πότε θα φύγεις. Η μαμά είπε να μην καθυστερήσει άλλο τους θείους, αλλά οι δυο κόρες της ακολούθησαν την Αννούλα στο δωμάτιό της. 



Στα μάτια των κοριτσιών το περιβάλλον ήταν χάρμα οφθαλμών. Στους τοίχους κάδρα με κεντήματα από την ίδια. Λάκα πράσινη το κρεβάτι, κουρτίνες όλο βολάν, δύο τουαλέτες με κάλυμμα ως κάτω σουρωτό σατέν ροζ παλ και αχνό πράσινο, ένα σωρό μπιμπελό, κοσμήματα που τα σχεδίαζε η Άννα και τα παράγγελνε στο καλύτερο κοσμηματοπωλείο του Αργοστολίου και... φορέματα! Θεέ μου! Πόσα φορέματα! Κι όλα ραμμένα από την ίδια. «Άστε την να πάει στην ΣΧΟΛΗ ΤΣΟΠΑΝΕΛΗ στην Αθήνα», παρότρυναν οι Αθηναίοι και οι Κεφαλλονίτες συγγενείς. «Το κορίτσι έχει μεγάλο ταλέντο. Μην της κόβετε την τύχη». Μα η τύχη της καημένης όμορφης, αλλά άτολμης Άννας, δυστυχώς είχε προδιαγραφεί. Για την ώρα η Πολυάνθη θαύμαζε ένα πράσινο φόρεμα κεντημένο με πέρλες δάκρυα και η Αντζέλα μία αφράτη κατάλευκη, χιονένια εσάρπα. Και όλα τα αξεσουάρ, ασορτί με τα φορέματα. Κόκκινο με άσπρα πουά το φουστάνι; Κόκκινα με άσπρα πουά - πάντα από το ίδιο ύφασμα - τα παπούτσια και οι τσάντες! Πράσινο το φόρεμα με πέρλες; Πράσινα με πέρλες τα παπούτσια και η τσάντα! «Να, βλέπεις Αντζέλα; Αυτό το δακτυλίδι με το γαλάζιο τοπάζι σε σχήμα ρόμβου, με τα διαμαντάκια γύρω γύρω, εγώ το σχεδίασα! Και αυτό το βραχιόλι Πολυάνθη, εγώ είπα στον χρυσοχόο τι να κρεμάσει από την αλυσίδα του... Καραβάκι, δελφίνι, τιμόνι, λίρα, όλα μικρά μπρελόκ και από μασίφ χρυσάφι! Ωραία δεν είναι;». 



Χαιρόταν σαν παιδί η Άννα δείχνοντας τα «έχει» της κι όταν έφευγαν η Πολυάνθη ένιωθε μια ελαφρά θλίψη να την σκεπάζει, γιατί κάτι την μελαγχολούσε σχετικά με την Άννα... Αυτή η υποταγή της... Αυτή η αυστηρότητα των γονιών της... Αυτή η χαμένη καλλιτεχνία της... Αυτό το να μην μπορεί να αντιδράσει... Άραγε τα δεχόταν ή τα πίστευε και η ίδια; Δεν μπορούσε να καταλάβει, πώς δεν βουτούσε από το μπαλκόνι της κατευθείαν στη θάλασσα ή μήπως πίστευε και αυτή ότι δεν επιτρεπόταν η φύτρα της να συναλλάσσεται με ποπολάρους; 



«Τι σκέφτεσαι Πολυάνθη;» ρώτησε η μητέρα της καθώς έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού. «Κάτι δεν σου πήγε;» «Ξέρεις μαμά, μάλλον λυπάμαι την Αννούλα... Έχει τόσα χαρίσματα, δεν το βλέπουν οι δικοί της; Δεν σου φαίνεται ότι την καταδυναστεύουν; Λες και την έχουν κλείσει σ’ ένα κάστρο. Της προσφέρουν τα πάντα, αλλά...». 



«Αλλά της στερούν τον αληθινό αέρα. Δεν την προσγειώνουν στην σημερινή εποχή. Κι αφού η Άννα δεν αντιδρά, θα μείνει στην χρυσή φυλακή της και ο Θεός να την λυπηθεί». 

«Μαμά, κοίτα! Κοίτα ένα περίεργο μπαλόνι στο βιβλιοπωλείο!». Η πρωτότοκη ως παιδί γρήγορα μεταπήδησε από το ένα θέμα στο άλλο. «Πάμε μέσα να το δούμε από κοντά;». Και πήγαν. Ήταν ένα μεγάλο πράσινο μπαλόνι σε σχήμα παχουλού παπαγάλου που στηριζόταν, επειδή στερεωνόταν στο κάτω μέρος με ένα χαρτόνι σε σχήμα παπουτσιού. «Πόσο μεγάλο είναι!» φώναξε η μικρή. Να το πάρουμε μανούλα;». 

«Θα το πεις του μπαμπά σου, να το πει στον Άγιο Βασίλη και ίσως στο φέρει μαζί με τα άλλα που ζήτησες στο γράμμα σου». 

Η Πολυάνθη κοιτούσε τώρα μια ωραία έκδοση ενός έργου του Ιουλίου Βερν. «Ο Δεκαπενταετής Πλοίαρχος» και την Πρωτοχρονιά μαζί με όλα τ’ άλλα ήρθε και το μπαλόνι παπαγάλος που η μικρή το έβγαλε να παίξει στην αυλή και το βιβλίο με μια ιδιόχειρη αφιέρωση από τον μπαμπά. Όταν έφτιαξε δικό της νοικοκυριό, η Πολυάνθη είχε τον «Δεκαπενταετή Πλοίαρχο» πρώτη θέση στην βιβλιοθήκη της και πάντα με ιδιαίτερη συγκίνηση έβλεπε τον γραφικό χαρακτήρα του πατέρα της και τα τρυφερά του λόγια. Ωραίες θύμησες... 

Για την ώρα, προχωρούσαν με μεγάλη προσοχή στο παγωμένο κράσπεδο του δρόμου. Φίλοι, γνωστοί περνούσαν δίπλα τους φορτωμένοι δώρα και φαγώσιμα και όλοι με χαμόγελο αντάλλασσαν ευχές. 

«Χρόνια Πολλά κυρία Αλίκη! Να σου ζήσουν οι κουκλίτσες σου!». 

«Χρόνια Πολλά κυρία Ολυμπία! Χαιρετισμούς στ’ αδέλφια σου». 

«Χρόνια Πολλά κυρίες μου! Χαίρομαι που σας συναντώ!». 

«Χρόνια Πολλά κύριε Διονύσιε. Ό,τι ποθείτε!» 

Ο σιορ Διονύσιος ήταν υπάλληλος του θείου Πίπη και πουθενά αλλού δεν θα εύρισκες υπάλληλο να ταιριάζει τόσο με το αφεντικό του. Όμοιοι σε όλα! Εκπληκτικά δείγματα μιας άλλης εποχής. Δογματικοί, με μία δόση υπεροψίας, γλωσσομαθείς, λιγομίλητοι, αυστηροί, τάλε κουάλε σε όλα! Επίγνωση της ιεραρχίας εξαιρετική και ευγένεια στον υπερθετικό βαθμό. 

«Ο θείος σας και ο κύριος Διονύσης θα έπρεπε να είναι αδέλφια! Είναι δίδυμες ψυχές!» είπε η Αλίκη και γέλασαν και οι τρεις τους. 

«Αλήθεια άφησες την Μπιρμπίλω μέσα μαμά;» 

«Ναι, με τέτοιο κρύο αν της έρθει η όρεξη για εξερεύνηση θα ξεπαγιάσει, Αντζέλα». 

«Τον Ντικ όμως τον έδεσες στην βεράντα». 

«Πολυάνθη, φαντάζεσαι να τους είχα και τους δύο μέσα; Από το σκρεμίδεμα θα μας είχαν φέρει τα πάνω κάτω! Μόλις όμως φτάσουμε, θα τον μπάσω κι αυτόν μέσα, όπως κι εχθές. Όταν είμαστε μπροστά, οι ζημιές προλαβαίνονται». 

Τα δυο κορίτσια έσφιξαν το χέρι της μητέρας που κρατούσαν, θαυμάζοντας συνάμα τις στολισμένες βιτρίνες. Τι ωραία που φάνταζαν! Και τι ωραία που τις στόλιζε το χιόνι καθώς είχε φωλιάσει στα πλαίσια των τζαμιών τους! Έμοιαζαν ακριβώς με τις όμορφες ζωγραφιές στα παραμύθια τους. 

«Κρίμα που του μπαμπά δεν του πολυαρέσει το χιόνι». 

«Του αρέσει Ιφιγένειά μου, απλά σας έχει εξηγήσει τι σκέφτεται για τα πλάσματα του Θεού που θα ξεπαγιάζουν τέτοιον καιρό...». 

«Κι εγώ τα σκέφτομαι μαμά, αλλά πειράζει που τα ξεχνάω μόλις κυληστώ στο χιόνι και παίξω με την φίλη μου την Ιουλία χιονοπόλεμο;». 

«Και βέβαια όχι χρυσό μου! Αρκεί που το ξέρεις. Θα έρθει η εποχή που θα μεγαλώσεις και θα ’χεις να σκεφτείς πολλά! Για την ώρα κοίτα να χαρείς την φύση γύρω σου!». 

Ανακουφίστηκε και η Πολυάνθη ακούγοντας αυτά τα λόγια. Λυπόταν για τους αδύναμους και τα ζωάκια, αλλά πώς να μη μαγευτεί με την κρυστάλλινη πανδαισία του χιονιού; 

Τούτη τη στιγμή δεν ήθελε να συλλογιέται τι σκεφτόταν ο πατέρας της. Τούτη τη στιγμή δεν ήθελε να ρωτήσει αν τα συμμεριζόταν και η μητέρα της - που όπως φαίνεται συμφωνούσε όπως πάντα με τον αγαπημένο της σύζυγο. 

Τούτη τη στιγμή δεν ήθελε να σκέφτεται τι κρυβόταν κάτω από το αφράτο πάπλωμα του χιονιού. Έστω κι αν ένιωθε ότι ζούσαν προφυλαγμένες μέσα σε ένα μεταξένιο κουκούλι παιδικής ανεμελιάς. 

«Να, κοίτα! Ξανάρχισε να χιονίζει!» 

«Θα έλεγα πως οι πρώτες χιονονιφάδες μοιάζουν με δειλές μπαλαρινούλες που έρχονται να ιχνηλατήσουν στον γήινο κόσμο. Φαίνεται τους αρέσουμε, γι’ αυτό οι επόμενες έρχονται όλο και πιο ορμητικές, στροβιλίζονται σ’ έναν ονειρεμένο χορό ώσπου κουρασμένες ξαπλώνουν κάπου να ξεκουραστούν! Κοίτα μαμά! Γέμισαν τα μαλλιά σου νιφάδες! Τι όμορφες που είναι! Λάμπουν σαν διαμαντάκια!». 

«Εγώ έπιασα δύο αλλά μου έλιωσαν! Θα πιάσω κι άλλες!». 

«Λοιπόν εσύ Πολυάνθη μου είσαι έτοιμη να γράψεις μια ωραία έκθεση για το χιόνι κι εσύ Αντζέλα, άδικα προσπαθείς να αιχμαλωτίσεις μία μία χιονονιφάδα! Περίμενε να πάμε σπίτι. Ώσπου να φτάσουμε, θα έχουν πέσει τόσες χιονονιφάδες που θα μπορείς να τις κάνεις μπαλάκια και να παίζεις με την αδελφή σου. Όχι! Όχι! Μην σκύβεις τώρα να πιάσεις απ’ τον δρόμο! Κάνε υπομονή! Φτάνουμε σπίτι! Δεν ακούτε τον Ντικ που γαυγίζει; Μας μύρισε και άρχισε το καλωσόρισμα!». 

Μπαίνοντας στο σπιτικό, αφού τίναξαν τα μπουφάν τους απ’ το χιόνι, άρχισαν να παίζουν με τον σκυλάκο και την γατούλα τους. Επειδή πλησίαζε μεσημέρι και όπου να ήταν θα ερχόταν ο μπαμπάς, η μαμά πήγε να ρίξει κριθαράκι στο ήδη έτοιμο από το πρωί βρασμένο βοδινό. Το έβαλε με μια κουτάλα σε πιατέλα, το σκέπασε κι ύστερα έριξε το ζυμαρικό στον ζωμό. Ήταν ένα φαγητό ό, τι έπρεπε για μια τόσα κρύα μέρα. Σούπα κόκκινη, ζεματιστή με χοντρό κριθαράκι, πατάτες, σέλινο, κρεμμύδι και καρότο. Είχαν και το βρασμένο τρυφερό βοδινό. Πανδαισία δηλαδή! Της Πολυάνθης της άρεσε που το βράδυ αυτή έφτιαχνε το δικό της πιάτο. Κάτι σαν σαλάτα. Έβαζε δηλαδή κρέας, πατάτες, λίγο λάδι, λίγο ξύδι και το έπαιρνε στο τραπέζι με το πράσινο τραπεζομάντηλο, στην κάμαρη των γονιών της. Εκεί άκουγε από το ραδιόφωνο τις «Αστυνομικές Ιστορίες με τον Νίκο Φώσκολο» και παράλληλα ζωγράφιζε βλέποντας τα πρωτότυπα από τα «Κλασικά Εικονογραφημένα». Τώρα αγωνιζόταν να ζωγραφίσει του Ηρακλή με το λιοντάρι της Νεμέας, ακριβώς όπως το είχε εξώφυλλο το αγαπημένο της έντυπο. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ την χαρά που ένιωσε όταν το τελείωσε. Το ανακοίνωσε στους δικούς της με την χαρά της δημιουργού, λες κι είχε γεννήσει ένα σπουδαίο έργο. Δικό της κατόρθωμα! Αυτοδίδακτη! Το συγκεκριμένο σχέδιο, χρόνια αργότερα, βρισκόταν με πολλά άλλα σχέδιά της, που τα χρησιμοποιούσε ως δασκάλα στο μάθημα της ΓΛΩΣΣΑΣ και της ΙΣΤΟΡΙΑΣ. 

Το μεσημεριανό γεύμα κύλησε ήρεμα και κατά το απόγευμα, ο πατέρας τους, ζήτησε τσάι. Αμέσως τα κορίτσια συμφώνησαν ενθουσιασμένα και η μαμά ανακοίνωσε: 

«Λοιπόν, νομίζω ότι θα φτιάξω μαύρο τσάι για όλους μας!». 

Όταν ο δίσκος ήρθε, πήρε έκαστος το φλιτζάνι του. Η μητέρα είχε ρίξει για τον καθένα δύο κουταλιές ζάχαρη και λεμόνι. Με τον χυμό λεμονιού, το σκούρο υγρό μεταμορφωνόταν σε γλυκό ροδακινί. Δίπλα υπήρχαν φέτες ψωμιού, αλειμμένες με βιτάμ και μέλι. Την ώρα που βουτούσαν την φέτα στο τσάι και τα υλικά έλιωναν ένας αναστεναγμός απόλαυσης ξέφυγε από όλους! 

«Έτσι πίνουν οι Άγγλοι το τσάι τους, κυρίως το πρωί. Το απόγευμα το συνοδεύουν με πολλά μικρά γλυκά». 

«Μπαμπά, εσύ δεν μας είπες ότι οι Άγγλοι τρώνε τη σοκολάτα μαζί με το ψωμί; Εμείς την τρώμε συχνά και μπουκώνει το στόμα μου από τον ωραιότατο συνδυασμό! Ψωμί και σοκολάτα! Μμμ! Μούρλια! 

«Βλέπω Αντζελάκι  μου ότι τα θυμάσαι όλα!» 

«Μου φαίνεται όμως μπαμπά περίεργο, όταν σε βλέπω να τρως αυγό μελάτο! Μπλιαξ!». 

«Δεν το μπορώ καθόλου έτσι, αλλά μου αρέσει που η μαμά κόβει με το μαχαίρι τη φέτα σε ισόπαχα μπαστουνάκια κι εσύ βουτάς ένα ένα στον κρόκο!». 

«Εσύ Πολυάνθη μου τρελαίνεσαι γι’ αυγό χτυπητό! Όλα τα είδη μαγειρικής των αυγών αρέσουν και σε μένα! Εκτός από αυγό χτυπητό!». 

«Γιατί Αντζέλα; Ξέρεις τι καλό είναι αν το χτυπήσεις και με λίγο καφέ; Παίρνει ωραίο άρωμα!». 

«Καλύτερα απ’ όλα αδελφή μου εμένα μου αρέσει η φέτα το ψωμί που μας δίνει η μαμά τα απογεύματα!». 

«Ποιο; Με το ξύδι ή με την ζάχαρη;» 

«Με την ζάχαρη!» ξεφώνισε η μικρή. 

Τ’ απογεύματα η μαμά είτε έψηνε ψωμί και το βουτούσαν σε πετιμέζι είτε έκοβε φέτες και τις πρόσφερε με λάδι και ξύδι ή με λάδι και ζάχαρη. Με το κότο και την ζάχαρη, ήταν το καλύτερό τους. Η μητέρα προτιμούσε την ριγανάδα. Έβρεχε λίγο μισή φραντζόλα ψωμί, έριχνε αλάτι, λάδι, ρίγανη, έστυβε ντομάτα, πρόσθετε τυρί φέτα - αν υπήρχε - και έφτιαχνε ένα ξεχωριστό έδεσμα! Στο σχολείο οι κόρες της έπαιρναν δυο φέτες ψωμί που ανάμεσα είχε σπιτικό γλυκό κυδώνι ή μαρμελάδα βερίκοκο, σπιτικιά. 

«Τι θα κάνουμε τώρα μαμά;» 

«Εγώ με τον μπαμπά θα ξαπλώσουμε λίγο για μεσημέρι κι εσείς ασχοληθείτε με χαρτοκοπτική! Το απόγευμα, σας έχουμε μία έκπληξη! Κοιτάτε μόνον μην κυνηγάτε τον σκύλο και την γάτα και τα κάνετε όλα λίμπα!». 

Η Αντζέλα έφυγε τρέχοντας να φέρει το πακέτο με τα περιοδικά που δεν τα χρειάζονταν πια οι γονείς τους. Ντόμινό, Θησαυρός, Ρομάντζο, Φαντασία, Πρώτο. 

Η Πολυάνθη ως καλή κόρη διάβαζε μόνον όσα της είχε σημειώσει ο πατέρας της ότι επιτρεπόταν να διαβάσει. Ίσως η εμπιστοσύνη που της έδειχνε, την έκανε όντως, να μην παραβαίνει τις υποδείξεις του. 

Κόβανε προσεχτικά με τα παιδικά ψαλίδια τους, έναν ολόκληρο χάρτινο ονειρικό κόσμο... Κομψές κυρίες με πουά κλος φούστα και μεγάλο καπέλο. Στιλάτες κυρίες με μαλλιά κυματιστά όπως της Ρίτας Χέϊγουορθ. Όμορφους στητούς νεαρούς με ονειροπόλο βλέμμα και απόμακρη έκφραση. Ζωάκια όλων των ειδών, τοπία ξωτικά, ως και έπιπλα ξεχωριστά. Η απασχόληση αυτή τις συνέπαιρνε, γιατί πολλές φορές κόβοντας σκαρώνανε και από μια ιστορία: 

«Αυτή είναι μία Γόησσα. Θα την βγάλουμε Λορέλα. Αυτός θα είναι ο Πειρατής που θα την κλέψει. Να, εδώ το Δελφίνι που θα την ταξιδέψει μακριά. Αυτή είναι η Μάγισσα από την Ωραία Κοιμωμένη. Θα είναι η Αρχόντισσα του Κάστρου που δεν θα θέλει την Λορέλα. Όμως ο Πειρατής γιός της, θα πάρει την Γόησσα και θα την πάει σ’ αυτό το παλάτι! Για στάσου... Τι παλάτι είναι αυτό εδώ;». Ήταν της Ντίσνεϊλαντ. Σκέφτηκαν ότι ήταν ό,τι έπρεπε και αποφάσισαν οι γάμοι να γίνουν εκεί! 

Έχοντας την Μπιρμπίλω να παίρνει τα άχρηστα χαρτιά και να παίζει χαρούμενη μαζί τους με ολόρθη την ουρά και τον Ντικ να είναι ξαπλωμένος στην μέση της Ισιδώρας, η ώρα κύλησε χωρίς να το καταλάβουν. Στο μυαλό όμως της μεγάλης κόρης κάτι είχε καρφωθεί. Φεύγοντας οι γονείς τους για ύπνο, είχαν κλείσει την πόρτα... Καμπανάκι σήμανε συναγερμό στο μυαλό της πρωτότοκης... Κλείδωσαν την πόρτα; Ώστε θα συνέχιζαν ό, τι δεν έκαμαν χτες βράδυ; Ξύπνια ήταν και άκουσε την μαμά Αλίκη να λέει: «Έπρεπε να μου το πεις να κλείσω την πόρτα πριν ξαπλώσουμε. Τώρα τι θα πω στα κορίτσια αν με ρωτήσουν;» Και μετά ο μπαμπάς: «Μίλα σιγά... Εντάξει αύριο... Έλα πιο κοντά να σε ζεστάνω... Αλλά μη νομίσεις πως θα το ξεχάσω! Αύριο Αλικάκι!...». 

Το αύριο όμως ήταν το σήμερα... Την έπιασαν εξ απήνης! Νόμιζε ότι μιλούσαν για βράδυ, αλλά οι γονείς έκλεισαν την πόρτα μεσημεριάτικα... Και με τόση φασαρία γύρω της - Μπιρμπίλω, ροχαλητό Ντικ, φλυαρίες Αντζέλας, χρατς χρουτς απ’ το ψαλίδι - πού να ακούσει το παραμικρό... Είπαμε... Κάτι είχε υποπτευθεί... Αλλά εκτός από φιλιά, τι άλλο μπορεί να έκανε ένας μπαμπάς και μία μαμά στο κρεβάτι; Απ’ την τσαντίλα της έκοψε τελείως λάθος την επόμενη φιγούρα που την έκανε μπαλάκι και την πέταξε στην Μπιρμπίλω. Εκεί να δεις παιχνίδι! Η γάτα τους ήταν άσος στο ποδόσφαιρο! Κυνηγούσε την χάρτινη μπαλίτσα πίσω απ’ τις καρέκλες, την έψαχνε κάτω από το σώμα του Ντικ σπρώχνοντας αναιδέστατα το κεφάλι της στα πλευρά του μέχρι να τα ανασηκώσει και να την βρει, την πετούσε ψηλά και κάποια στιγμή έκανε θεαματικό μπλοζόμ πάνω στο τραπέζι, συμπαρασύροντας τραπεζομάντιλο, τασάκια, μπιμπελό. 

Στο τσακ πρόλαβαν τα δύο κορίτσια και απέτρεψαν το γενικό σπάσιμο, αλλά τις έπιασε νευρικό γέλιο καθώς ταχτοποιούσαν το τραπέζι, γιατί τους φάνηκε πολύ αστείο το τσούλισμα της μικρής, τριχωτής αταχτούλας! 

«Αν έσπαγε κάτι θα λέγαμε ότι το κάναμε εμείς, για να μην θυμώσουν την Μπιρμπίλω, συμφωνείς Αντζέλα;» 

«Φυσικά και συμφωνώ! Εμείς το κάμαμε, εάν το κάναμε, Πολυάνθη μου!» Κι ο Ντικ ούτε που κουνήθηκε. Μισάνοιξε το ένα του μάτι, θεώρησε γελοίο το συμβάν και βολεύτηκε καλύτερα πίσω από τις πλάτες των κοριτσιών. Ώσπου η Αντζέλα είπε: 

«Νομίζω ότι ο μπαμπάς και η μαμά ξύπνησαν. Άκουσα θόρυβο». 

Ξύπνησαν; Α μάλιστα! Εδώ είμαστε! Η Πολυάνθη σκέφτηκε αστραπιαία την επόμενη κίνησή της. Η πόρτα άνοιξε και μια μαμά φρέσκια φρέσκια και ζωηρή ρώτησε: 

«Πως πέρασαν τα αγαπημένα μου πλάσματα; Δίποδα και... τετράποδα;» 

Δίπλα της ο πατέρας γελαστός έτριβε τα χέρια του καταχαρούμενος. 

«Βλέπω κόψατε θησαυρό από εικόνες. Θα φτιάξετε άλμπουμ ιστοριών;» 

Μιλούσε σ’ αυτές αλλά κοιτούσε - μάλλον περίεργα - την γυναίκα του. Της έδωσε μια τσιμπιά κι εκείνη γέλασε: 

«Παιδιά, ο πατέρας σας έχει όρεξη! Πέστε του να μη με τσιμπάει! Θα μου αφήσει μελανιές!» 

«Μα έχεις ήδη μία μελανιά στον λαιμό μαμά! Χτύπησες ή σε τσίμπησε ο μπαμπάς;» 

Τα μάτια της Αλίκης άνοιξαν διάπλατα προς στιγμή, τα τσίνορα πετάρισαν, αλλά όταν μίλησε είπε αδιάφορα, ψάχνοντας τον λαιμό της, μια δεξιά, μια αριστερά! 

«Χτύπησα στον αγκώνα του πατέρα σας! Ξέρετε δα πόσο άτσαλα κοιμάται! Σε ποιο σημείο είναι η μελανιά;» 

«Δεξιά χρυσή μου! είπε μελιστάλαχτα ο Κώστας και δίνοντάς της μια ξυλιά στον ποπό, πήγε προς την κουζίνα γεμάτος κέφι και χαρά! 

«Θεέ μου, πόσο μεγάλη είναι! έκανε η μαμά καθώς κοιταζόταν στον καθρέφτη, ενώ ένα όμορφο ροζ χρώμα απλωνόταν στο πρόσωπό της. «Θα πρέπει να βρω ένα ωραίο μαντίλι να δέσω στον λαιμό μου, γιατί δεν μπορώ να βγω έτσι έξω. Τι θα πει ο κόσμος;» 

«Τι θα μπορούσε να πει ο κόσμος μαμά;» 

«Απάντα στην Ισιδώρα Αλικάκι! ακούστηκε να λέει γελώντας απ’ την κουζίνα ο Κωστής. 

«Ε, ότι είμαι... απρόσεχτη. Τι άλλο θα μπορούσε να πει;» 

«Κι αυτό είναι κακό μαμά;» 

«Όλο γι’ αυτό θα ασχολούμαστε τώρα Πολυάνθη μου; Έχουμε πολλά ωραία να κάνουμε όλοι μαζί...». 

«Και η πόρτα; Γιατί κλειδώσατε την πόρτα;» 

Η θυγατέρα έκανε την ερώτηση ήρεμα, όμως ένιωσε μια παιχνιδιάρικη χαρά όταν είδε την μητέρα της να στέκει σύξυλη και τον πατέρα να έρχεται γρήγορα. Τους κοίταξε όλους κι ύστερα αποφάσισε να παραστήσει την στήλη άλατος δίπλα στη συμβία του. 

Η Αντζέλα κοιτούσε χωρίς να πολυκαταλαβαίνει. Ο Ντικ χασμουριόταν αναιδώς και η Μπιρμπίλω έκανε κουλούρες στο πάτωμα, πάνω στο χαλί! 

Στιγμιαία ησυχία και μετά πάλι η Πολυάνθη ξαναρώτησε: 

«Θα μου πει κάποιος απ’ τους δυο σας, γιατί πολλές φορές κλείνετε την πόρτα όταν πάτε να κοιμηθείτε; Έχω στήσει αυτί όταν ακούω το κρεβάτι να τρίζει, αλλά δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς κάνετε. Χοροπηδάτε στο στρώμα; Και γιατί; Εεεε;» 

Κεραυνός. Ανάσα βαθιά την ίδια στιγμή και από τον πατέρα και απ’ την μητέρα. Πρώτος μίλησε ο πάτερ Φαμίλιας. 

«Πρώτον, δεν επιτρέπεται να στήνεις αυτί... Δεύτερον, κλείνουμε την πόρτα, επειδή είναι ο προσωπικός μας χώρος, είμαστε μεγάλοι και κοιμόμαστε στο ίδιο κρεβάτι. Κανένας δεν επιτρέπεται να μπαίνει στο δωμάτιο τού άλλου αν δεν χτυπά. Πρέπει να σεβόμαστε την ατομικότητά του. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά πολλές φορές. Φαίνεται όμως ότι μεγάλωσες αρκετά Ισιδώρα και δεν σε ικανοποιούν οι μέχρι τώρα απαντήσεις μας. Τι ακριβώς θέλεις να μάθεις παιδί μου;» 

«Γιατί τρίζει το κρεβάτι σας;» 

«Εσύ όταν παίζεις δεν τρίζει το δικό σου;» 

«Ναι, αλλά το δικό σας τρίζει πολύ!» 

«Είναι πιο παλιό απ’ το δικό σου και...» 

«Και τι κάνετε στο κρεβάτι; Σας έχω δει αγκαλιά...» 

«Κι είναι κακό αυτό; Εσύ δεν αγκαλιάζεις την κούκλα σου επειδή την αγαπάς;» 

«Δεν την φιλάω όμως στο στόμα!» 

«Αφού μας είδες, τι να κρυβόμαστε άλλωστε; Υπάρχουν πολλών ειδών αγάπες παιδί μου. Η αδελφική, η φιλική, η συζυγική. Στη συζυγική αγάπη οι δυο γονείς επιτρέπεται να φιλιούνται και στο στόμα και μην ξεχνάς ότι από ένα ξεχωριστό δυνατό σφιχταγκάλιασμα γεννηθήκατε κι εσείς... Αλλά μην ξεχνάτε επίσης, ότι δεν μπαίνουμε στο δωμάτιο του άλλου χωρίς να χτυπήσουμε. Βέβαια, αν καμιά φορά αφαιρεθούμε και δεν χτυπήσουμε, δεν έγινε και τίποτε. Την άλλη φορά θα είμαστε πιο προσεχτικοί. Και σε παρακαλώ αν κάποτε θελήσεις να ρωτήσεις κάτι που σε απασχολεί, να έρθεις να ρωτήσεις κατευθείαν την μαμά σου». 

Η Αλίκη έσκυψε και χά'ι'δεψε τρυφερά το κεφαλάκι της θυγατέρας της. «Πόσο γρήγορα μεγαλώνουν τα παιδιά!» σκέφτηκε και ένα αχνό δάκρυ έκανε τα μάτια της πιο λαμπερά. 

Προτού καταλάβουν αν το θέμα έληξε, ο Ντικ όρμησε μ’ ένα τεράστιο άλμα στην κοιλιά του πατέρα, ενώ η Μπιρμπίλω ξαφνιασμένη, πήδηξε στο τραπέζι με τις τρίχες της όρθιες, νιαουρίζοντας υστερικά. 

Καλύτερη λύση στην ένταση της στιγμής δεν υπήρχε. Ο Από Μηχανής Θεός που αλάφρυνε την κατάσταση, ήρθε την πιο κατάλληλη ώρα και ήταν η εκτόξευση του Ντικ όστις έξαλλος από χαρά είχε στριμώξει στον καναπέ τον Κώστα και του έγλειφε το πρόσωπο και τ’ αυτιά πλένοντάς τον κανονικά, με την πλατιά γλώσσα του! 

Ένας πανζουρλισμός από γέλια ακολούθησε! 

«Κι ήθελες να πας στον Ωριλά, Κώστα, για τ’ αυτιά σου! Δεν έχεις παράπονο! Στα ξεβούλωσε ο Ντικ!». Η Αλίκη γελούσε δυνατά, δοξάζοντας τον Θεό που η δύσκολη ώρα είχε περάσει. Η Ιφιγένεια έκλαιγε από τα γέλια, βλέποντας την Μπιρμπίλω να τσιρίζει έξαλλη, σκαρφαλωμένη τώρα στο πάνω ράφι της εταζέρας. Και η Ισιδώρα σκέφτηκε ότι για την ώρα μάλλον είχε καλυφθεί κατά 40%. Για τα άλλα 60% λυπόταν λιγάκι για την αμηχανία που είχε φέρει ιδίως την μαμά. Την καημενούλα! Τώρα, επειδή τις έμειναν κάποιες απορίες, θα ρωτούσε την μαμά μόλις εύρισκε ευκαιρία κι αν δεν την ικανοποιούσαν οι απαντήσεις της, αναλογίστηκε ότι ίσως  καλό θα ήταν να έριχνε και καμιά ματιά όχι στην παιδική - αλλά στην μεγάλη εγκυκλοπαίδεια του ΗΛΙΟΥ, που στόλιζε τα πιο ψηλά ράφια της βιβλιοθήκης. Για την ώρα, έσκυψε χαχανίζοντας κι αυτή και μάζεψε τις φιγούρες που το σάλτο του Ντικ τις είχε διασκορπίσει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. 

Όταν επανήλθε η ηρεμία, οι γονείς πήγαν να ντυθούν, γιατί σε λίγο θα τους έλεγαν την έκπληξη. Οι μικρές έτρεξαν κι αυτές να φορέσουν τα πιο ζεστά τους ρούχα. Σαν ξαναντάμωσαν, η μαμά φορούσε ένα ωραίο μαντίλι στο λαιμό, δεμένο με χάρη στο πλάι. Ο πατέρας χαμογέλασε σαν την είδε και της είπε: «Λοιπόν Αλίκη, το γαλάζιο ταγέρ, σού πάει υπέροχα και μου αρέσει πολύ αυτό το ξανθό χρώμα στα μαλλιά σου! Και η φούστα όχι πιο μακριά! Εκεί που πρέπει! Ως το γόνατο. Τι λέτε κορίτσια; Η μαμά δεν έχει ωραιότατες γάμπες;» 

«Ναι, μπαμπά! Και τις πάνε πολύ οι μεταξωτές κάλτσες που της αγόρασες! Ίσιωσε μαμά την πίσω ραφή τους. Έτσι μπράβο! Τώρα είσαι τέλεια!». 

Η Πολυάνθη χαιρόταν που ήταν τόσο ταιριαστό ζευγάρι οι γονείς της, αλλά και τόσο ωραίοι. Και πόσο αγαπιόντουσαν! Χάρηκε που η μαμά φορούσε από μέσα την κίτρινη μπλούζα που της είχαν χαρίσει μαζί με την αδελφούλα της τα περασμένα Χριστούγεννα. Την είχαν αγοράσει με το χαρτζιλίκι τους απ’ τον «ΚΛΑΟΥΔΑΤΟ» στο Αργοστόλι και στον πατέρα είχαν χαρίσει ένα ωραίο πράσινο κασκόλ. Το τι είχε φέρει σ’ αυτές ο Άγιος Βασίλης; Πού να τα λέμε τώρα! Σωστό θησαυρό! Από ρούχα ως βιβλία κι από παπούτσια ως παιχνίδια και ιδίως πανέμορφες κούκλες! Μπορούσες λοιπόν να μην αγαπάς τέτοιους... Αγιοβασιλιάτικους γονείς; 

Η Μπιρμπίλω ήρεμη τώρα κοιμόταν τεντωμένη στο χαλί. Ήταν ένα ιδιαίτερο χαλί. Από χοντρό ύφασμα στο χρώμα της άμμου, ήταν κεντημένο όλο από την μητέρα Αλίκη! Τετράγωνο, μεγάλο, είχε δυο παράλληλες μπορντούρες σε όλες τις πλευρές στο μωβ χρώμα. Και μέσα στις μπορντούρες, η μαμά είχε κεντήσει με χοντρή βελόνα και χοντρό νήμα σε σταυροβελονιά, λουλούδια και φύλλα. Τα μεγαλύτερα άνθη τα κέντησε στις τέσσερις γωνίες. Και στο κέντρο είχε κεντήσει έναν μεγάλο ρόμβο με πράσινη περίμετρο. Στο κέντρο του ρόμβου φάνταζαν κόκκινα, κίτρινα και λιλά άνθη. 

Η Πολυάνθη όποτε το έβλεπε, θυμόταν την μητέρα της να κεντά σκυφτή στην καρέκλα, ενώ το τεράστιο, σαν λινό ύφασμα, κρεμόταν ολόγυρα. Της φάνηκε απίστευτο ότι μια μέρα τελείωσε. Και όταν το άπλωσαν στο πάτωμα, η Δέσποινα του σπιτιού δέχθηκε τα ΜΠΡΑΒΟ, τις αγκαλιές και τα φιλιά απ’ όλους, αληθινά συγκινημένη και ειλικρινά υπερήφανη για το κατόρθωμά της! 

«Τελικά, ποια είναι η έκπληξη μπαμπά;» ρώτησε όλο αδημονία η Ιφιγένεια. 

«Ήρθε ένας κινηματογράφος στην πόλη μας. Θα μείνει και αύριο. Λέω να πάμε να δούμε το έργο που θα προβάλλει». 

«Ναι! Ναι! Ναι! Ναιαιαι! Τι έργο παίζει»; 

«Ένα με την Καρέζη. Είστε έτοιμες;» 

«Πανέτοιμες!» 

Αυτή τη φορά ένεκα αυξημένου κρύου, άφησαν μέσα και τα δύο ζωάκια. 

Το έργο προβαλλόταν στη μεγάλη αίθουσα του Γυμνασίου. Κόσμο να δουν τα μάτια σου! Τους υποδέχθηκε από το μεγάφωνο το τραγούδι ''Άλφα-βήτα στο ρορό, ήρθε πάλι ζωηρό, θέλω τσάρλεστον χορό!», με τη φωνή της Σούλης Σαμπάχ, το οποίο είχε πρωτακούσει στο κατάστημα του πατέρα. Το βρήκε μέσα στους νιοφερμένους δίσκους και το άκουσε από ένα προς πώληση πικ-απ. Η Ισιδώρα το ξεχώρισε για την γρήγορη και χαρούμενη μουσική του. Ευτυχώς βρήκαν καλές θέσεις και το γενικό χειροκρότημα μόλις έσβησαν τα φώτα, σηματοδοτούσε την χαρούμενη προσμονή των συντοπιτών τους. 

Το έργο λεγόταν «Ταξίδι με τον Έρωτα». Πρωταγωνιστούσε η Τζένη Καρέζη, ο Κώστας Κακαβάς, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας, η Αλέκα Κατσέλη και ο Δημήτρης Μυράτ. Όμορφη ταινία, ασπρόμαυρη, του παλιού, καλού ελληνικού κινηματογράφου. 

Πέρασαν δύο χαρούμενες ώρες και στον γυρισμό έκαναν στάση στον κυρ Παναγή για ζεστούς, πετυχημένους λουκουμάδες. Το ζαχαροπλαστείο του το δούλευε ο ίδιος μαζί με τη γυναίκα του, τη κυρία Αγλαΐα και ήταν ακριβώς δίπλα στο κατάστημα του μπαμπά, στον παραλιακό δρόμο. Πόσο ωραίο φάνταζε το μαγαζί τους με τις θαυμάσιες ηλεκτρικές διακοσμήσεις του πατέρα! Απ’ έξω μια φωτεινή κόκκινη επιγραφή που έγραφε «ΙΖΟΛΑ» ενώ μια άλλη μεγάλη, κυκλική επιγραφή με πράσινες, κίτρινες και κόκκινες ακτίνες, έγραφε στο κέντρο «ΚΕΛΒΙΝΕΪΤΟΡ». 

«Κωστάκη, το πρώτο πράγμα που βλέπουμε μακριά ερχόμενοι με το φέρυ-μποτ του Στρείντζη, Άγιος Γεράσιμος ή το Κεφαλονιά, είναι οι φωτεινές επιγραφές του καταστήματος σου! Μπράβο! Είναι πολύ ωραίες!» 

Και όλη η οικογένεια, όχι μόνο ο Κωστάκης, χαιρόντουσαν απίστευτα ακούγοντας αυτά τα λόγια και ένιωθαν μέσα τους μεγάλη ικανοποίηση. 

Η αλήθεια είναι ότι του πάτερ-φαμίλια του άρεσε το ωραίο και συνήθιζε να λέει: «Η λεπτομέρεια έχει μεγάλη σημασία, η τελευταία πινελιά μάλιστα, μπορεί να προσδώσει ακόμη μεγαλύτερη ολοκλήρωση στη προσπάθειά σου. Η λεπτομέρεια είναι το παν, είναι αυτό που κάνει ένα έργο να ζωντανεύει και να είναι καλύτερο από ένα άλλο...». 

«Όσες φορές και να βλέπω τις διαφημιστικές επιγραφές μας μπαμπά, δεν τις χορταίνω! Είναι θαυμάσιες!». 

«Εμένα μου αρέσει πολύ αυτή με τις ακτίνες, που γυρίζει γύρω γύρω!» είπε η Ιφιγένεια. 

Τραβώντας πειρακτικά τις κοτσίδες της κόρης του, ο πατέρας σηκώθηκε να πληρώσει. Σε λίγο, κουκουλωμένοι σαν Εσκιμώοι, τράβηξαν για το σπίτι τους. 

Γάτα και σκυλάκος είχαν καθίσει ευγενέστατα. Μπράβο τους! Κουλουριασμένοι και οι δύο πάνω στο χαλί, τούς κοίταζαν νυσταγμένα, καθώς τίναζαν τα πανωφόρια τους από τις λευκές νιφάδες. Μετά τεντώθηκαν, χασμουρήθηκαν μεγαλοπρεπώς και σηκώθηκαν ζητώντας επίμονα τα απαραίτητα χάδια. 

Ικανοποιημένοι όλοι μετά από λίγο βρέθηκαν στο σαλόνι με τη σόμπα στη μέση. Η Αλίκη φορούσε τώρα ένα άλλο μαντιλάκι στο λαιμό της, πιο απλό και άνοιξε την τηλεόραση. Τελευταία είχε αποδειχθεί μεγάλη φίλαθλος γιατί παρακολουθούσε με μανία τους ποδοσφαιρικούς αγώνες και δη του Ολυμπιακού. Την πείραζαν για την ξαφνική αγάπη της, την οποία όμως έκτοτε, δεν την εγκατέλειψε ποτέ! 

Ο Κώστας έβαλε τα γυαλιά του με τον ασημί σκελετό και άνοιξε το βιβλίο που κρατούσε. Ήταν ιστορικό, από αυτά που ξεχώριζε. Συγκεκριμένα «Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος» του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Βρισκόταν τώρα στον δεύτερο τόμο. 

Οι κόρες του κοιτούσαν μαγεμένες τους πίνακες ζωγραφικής από το επίτομο έργο: «Εγκυκλοπαίδεια της Τέχνης» εκδόσεις Φυτράκη που είχε παραγγείλει η Πολυάνθη ταχυδρομικώς. Έδειχνε στην αδερφή της τον πίνακα του Λεονάρντο Ντα Βίντσι «Η Παναγία των Βράχων» και της έφερε το τετράδιο Θρησκευτικών της, να της δείξει που είχε ζωγραφίσει την δική της «Παναγία των Ρόδων» (!), εμπνευσμένη από το συγκεκριμένο έργο. Στο τετράδιο αυτό έγραφαν καθ' υπόδειξη του αγαπητού καθηγητού  τους κύριου Καρούσου, το Συμπέρασμα και το Ηθικό Δίδαγμα από το ανάλογο κεφάλαιο που είχαν για διάβασμα και όποιος ήθελε, ζωγράφιζε κάτι. Η Πολυάνθη το είχε γεμίσει με ζωγραφιές, προσεχτικά σχεδιασμένες και χρωματισμένες από ξυλομπογιές, πάντα σε συνάρτηση με το εκάστοτε προς μελέτη κείμενο. Εξελισσόταν σιγά σιγά στο σχέδιο η πρωτότοκη και γενικά μαγευόταν από τη ζωγραφική. Αυτό που δεν μπόρεσε ποτέ να χωνέψει ήταν ο κυβισμός και η τελευταία περίοδος του Πάμπλο Πικάσο, όπως και όποιον συνέχισε στο ίδιο στυλ. 

Η μικρή αδερφή της τής ζήτησε να βάλουν στο πικ-καπ τον τελευταίο δίσκο που αγόρασαν τριαντατριών στροφών, τα «Αργεντίνικα Τανγκό» και να της χορογραφήσει ένα. 

«Αυτό το κάνουμε όταν είμαστε μόνες Αντζέλα! Τώρα δεν γίνεται. Είμαστε όλοι μαζεμένοι και δεν θα έχουμε χώρο να κινηθούμε». 

«Μήπως να βάλουμε ένα του Πρίσλεϋ;» 

«Δεν είναι το ποιό θα βάλουμε. Αύριο θα χορογραφήσουμε όποιο θες. Τώρα όμως, δες και μόνη σου, πού θα σταθούμε;» 

«Έχεις δίκιο... Ας το αφήσουμε για αύριο και τώρα ας δούμε το υπόλοιπο βιβλίο...». 

Καθώς είχαν ξαπλώσει μπρούμυτα στο χαλί ξεφυλλίζοντας την εγκυκλοπαίδεια, ο Ντικ ήρθε και ακούμπησε το κεφάλι του στην πλάτη της μικρής λες και ήταν μαξιλάρι. Και η Μπιρμπίλω, ανέβηκε στη μέση της Ισιδώρας, βόλταρε από το λαιμό ως τους αστραγάλους της και μετά αποφάσισε να θρονιαστεί στη μέση της. Άπλωσε μάλιστα τα μπροστινά ποδαράκια της ως τις ρίζες των μαλλιών της μεγάλης, ρουθουνίζοντας τρισευτυχισμένη. 

«Μη με κουνάς Αντζέλα! Θα φύγει το γατί, αν παλαντζάρω! Και είναι τόσο ωραία! Μου έκανε τέλειο μασάζ και τώρα ζεσταίνει τη μέση μου σαν φούρνος! Γύρνα εσύ τη σελίδα, για να μην κουνηθώ καθόλου!». 

«Έξω εξακολουθεί να χιονίζει... Είδες Κώστα; Κάτασπρες έγιναν οι ακακίες μας και το χρυσό δέντρο!Όμοια με χριστουγεννιάτικα δεντράκια!». 

«Δεν θα πω πάλι τι κρύβει το χιόνι για να μη σας το χαλάσω! Δεν λέω πως δεν κάνει καλό... Αλλά, τέλος πάντων... Λοιπόν! Από αύριο λέει η ΕΜΥ ότι ο καιρός θα αλλάξει. Θα ανέβει η θερμοκρασία και ίσως ως μεθαύριο το χιόνι να έχει λιώσει τελείως... Πρωτοφανές πάντως που χιόνισε στο νησί μας και κράτησε πάνω από μισή ώρα! Εδώ μας έχει συνηθίσει να βρέχει μια βδομάδα με το τουλούμι συνέχεια και όχι να χιονίζει...». 

«Υγρό κλίμα! Έτσι λέγεται μπαμπά, αυτό που λες!» 

«Ακριβώς! Αλλά βλέπω ότι και διαβάζετε μα και ακούτε τι συζητούμε εδώ!». 

«Πολυμέρεια μπαμπά και πλατιά αντίληψη! Σαν τον Ναπολέοντα και τον Ιουστινιανό! Έγραφαν, μιλούσαν, άκουγαν, συζητούσαν, σκεφτόντουσαν! Έτσι κι εμείς!». 

«Μπράβο μετριοφροσύνη θυγατέρα!» 

«Με πειράζεις μπαμπά. Έτσι δεν είναι;...» 

«Βέβαια παιδί μου. Αν και ο Σόμερσετ Μωμ λέει ότι «Η μετριοφροσύνη είναι η αρετή των μετρίων!». Ωραίο βιβλίο διάλεξες πάντως Πολυάνθη. Μπράβο!» 

Μια δυνατή ριπή αέρα έκανε τα πράσινα παντζούρια να τρίξουν. Η «νυφούλα» έγειρε τα κλαδιά της στο κοντινό της τζάμι που είχαν αφήσει ακάλυπτο οι κάτοικοι του σπιτιού για να βλέπουν το χιόνι και θαύμασε την οικογενειακή σκηνή που αντίκριζε. Η βερικοκιά στον από κάτω κήπο, έγειρε τα κλαριά της σε μια βαθιά υπόκλιση στην παγωμένη ανάσα του χιονιά, ενώ οι δύο λεμονιές νιώθανε προφυλαγμένες από το εφημεριδένιο παλτό με το οποίο είχαν φροντίσει να τις προφυλάξουν τ’ αφεντικά τους. Στο φρεσκοβαμμένο κοτέτσι, οι κότες αναφουφουλιασμένες στριμώχνονταν η μία δίπλα στην άλλη για να εξασφαλίσουν σίγουρη ζεστασιά, ενώ στη φωλιά τους φιλοξενούσαν κιόλας τέσσερα αυγά. 

Στις βραγιές με τα λουλούδια, όλα τα ζούδια είχαν εξαφανιστεί. Ακόμα και η όμορφη μικρή πράσινη σαύρα που έπαιρνε η Ισιδώρα προσεκτικά στα χέρια της τα ηλιοφώτιστα πρωινά, είχε χωθεί με τις αδερφές της, κάπου βαθιά για προστασία, μέρες πολλές τώρα. Τα μπαμπακένια σύνολα του ουρανού πλήθυναν και βάρυναν... Οι χιονονιφάδες έπεφταν πυκνότερες πια, γρηγορότερα, μεγαλύτερες. Ένιωθαν πανευτυχείς καθώς σμίγανε με τις αδερφές τους κάτω στη γη! Κάποιες σκάλωναν στα πλαίσια των τζαμιών και κοίταζαν περίεργες στο εσωτερικό του δωματίου. Θαύμασαν τους τρεις ήλιους που κρέμονταν μέσα σε γυάλινες θήκες από το ταβάνι και φώτιζαν τον χώρο με το ηλεκτρικό τους φως. Άλλο τώρα αν αυτές δεν είχαν ιδέα τι σημαίνει «ηλεκτρικό». 

Κοίταξαν περίεργα την τρίχρωμη κινητή γούνα κατά μήκος της πλάτης ενός θηλυκού πλάσματος, το μεγάλο κινούμενο μαύρο μαξιλάρι στη μέση ενός μικρότερου θηλυκού με κοτσίδες και χαμογέλασαν στις δύο ανθρώπινες φιγούρες που κρατιόντουσαν χεράκι-χεράκι σ’ έναν γουστόζικο, πράσινο καναπέ. 

Ένα μικρό ηφαίστειο έκαιγε στο κέντρο του δωματίου σκορπώντας μια γλυκιά θαλπωρή. Στερεώθηκαν λοιπόν καλύτερα στα ξύλα που έδιναν το σχήμα στο παράθυρο, ορεξάτες, λαμπερές, έτοιμες να ρουφήξουν όλα τα μυστήρια της γης... 

Και κάπου μακριά, σ’ έναν ολόφωτο, υπέρλαμπρο χώρο, ο βασιλιάς Απόλλωνας ετοίμαζε σιγά σιγά ό,τι θα έπαιρνε μαζί του οσονούπω. Ναι, αύριο θα ξανάβγαινε στον ουρανό. Αρκετά είχε παραχωρήσει την θέση του στον παγωμένο, ιριδίζοντα, βουερό εξάδελφό του, τον Χιονιά. 

Σε κάποιο άλλο σημείο του χάρτη, σίγουρα θα του ξανάδινε τη θέση του, αλλά σε αυτό εδώ το συγκεκριμένο νησί, ο Κυρ Χιονιάς φέτος δεν θα ξαναρχόταν. Αυτά τα είχαν συμφωνήσει απ’ τα πολύ παλιά τα χρόνια, αιώνες πριν: Σ’ αυτήν τη γωνιά της γης, ήπιος χειμώνας, δροσερό καλοκαίρι. Θα κοιμόταν λοιπόν λιγάκι, γιατί σε λίγες ώρες, είχε αποφασίσει να κάνει μια δυναμική επανεμφάνιση στην όμορφη Κεφαλονιά του. 

«Ες αύριο λοιπόν τα σπουδαία» ψιθύρισε και αποχώρησε για τα ενδότερα, βασιλικά διαμερίσματά του, εκεί όπου το κρύο, η μιζέρια, το σκοτάδι, η απελπισία και η παγωνιά δεν είχαν και δεν θα έχουν καμία θέση. Εδώ κυριαρχούσε παντοτινά η ζεστασιά, η αισιοδοξία, η καλοσύνη, το φως, η ελπίδα και η ομορφιά. 

Με τον Φοίβο είχαν καταφέρει να φτιάξουν την αληθινή χώρα της δυσκολόπιαστης και δυσεύρετης Ουτοπίας... 

Ευχή του; Κάποτε όλοι οι θνητοί να εύρισκαν τη δική τους Ουτοπία. Να είναι αληθινή όμως... Αν και γνώριζε ότι κάποιοι είχαν φτιάξει κιόλας τον δικό τους προσωπικό περίγυρο της αγάπης, της απλότητας και της στοργής... Έστω κι αν αυτοί οι ξεχωριστοί ήταν και είναι λίγοι... Παραμένουν όμως πάντα, το αλάτι της γης... 



-----------------------------------------------------------------------------------------
Σ.Σ. α) Η Παναγία των Βράχων, Παρίσι, Μουσείο Λούβρου. 

β) Χρυσόδεντρο: φυτό, φουντωτό με καταπράσινα πλούσια, γυαλιστερά φύλλα, γερά κλαδιά που φθάνει ως τη μέση ενός ανθρώπου. 

γ) Νυφούλα: αναρριχώμενο φυτό, με πράσινο φύλλωμα και πάμπολλα κατάλευκα, ωραιότατα άνθη. 




δ) Κότο = πετιμέζι.

ε] Τα γεγονότα είναι αληθινά. Απλά κάποια εξ αυτών έλαβαν χώρα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές κι εγώ τα ένωσα. Πρέπει να ήμουν Δημοτικό ή αρχές Γυμνασίου, όταν χιόνισε.

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΔΙΠΤΥΧΟ ΜΕΡΟΣ 1ο - ΝΥΧΤΑ ΧΙΟΝΙΟΥ

Η νύχτα έπεσε απαλά τυλίγοντας τα πάντα γύρω της με τον μυστηριακό της χιτώνα. Οι λάμπες στους δρόμους και οι γιορταστικές γιρλάντες μετριάζουν το σκοτάδι δίνοντας μια χαρούμενη, πολύχρωμη όψη στην πόλη. 



Από το μεσημέρι όλοι έλεγαν ότι απόψε θα χιονίσει. Ο ουρανός βαρύς, είχε κατέβει πολύ χαμηλά, σημάδι του χιονιά που θα ερχόταν τις επόμενες ώρες. Ο Κωνσταντίνος βάδιζε γρήγορα προς το σπιτικό του. Σήκωσε ακόμη πιο ψηλά τον γιακά του παλτού του, κατέβασε ως τ’ αυτιά του τον μπερέ που συνήθιζε να φοράει κι έσφιξε τρεις βόλτες το κασκόλ γύρω από τον λαιμό του. Με τα χέρια βαθιά στις τσέπες περπατούσε κοιτάζοντας με ευχαρίστηση τις κατάφωτες, στολισμένες βιτρίνες. Μακάρι να κρατούσαν περισσότερο οι γιορτές, του άρεσαν πάρα πολύ και ειδικά του άρεσε όπως τις γιόρταζαν με την οικογένειά του στο «κάστρο» τους.

Όχι να το παινευτεί, μα χάρη σ’ αυτόν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά – ιδίως η Πρωτοχρονιά – θα έμεναν αξέχαστες στις κόρες του, μια παρακαταθήκη και για τα δικά τους σπιτικά, όταν ερχόταν η ώρα – πολύ αργότερα ήλπιζε – με το καλό.

Ήταν η πρώτη φορά εφέτος που χιόνιζε στην Κεφαλλονιά. Ο Αίνος, το μεγάλο βουνό, είχε ντύσει τις στρατιές από την μοναδική στον κόσμο Κεφαλλονίτικη Ελάτη του, στα κατάλευκα. «Ευτυχώς», σκέφτηκε, είχε προνοήσει για τις δύο μανταρινιές και τις δύο πορτοκαλιές του από χθες, μόλις άρχισε το κρύο να γίνεται ιδιαίτερα αισθητό. Πήρε δηλαδή εφημερίδες και με την βοήθεια της συμβίας του της Αλίκης, ντύσανε τα δεντράκια τους με αυτοσχέδια παλτά, για να μην τα κάψει το χιόνι. Όσο για τον Ντικ, φρόντισε να βάλει στο καλοφτιαγμένο, ξύλινο σπιτάκι του, άλλη μια κουβέρτα.

Με την Μπιρμπίλω όμως τι γινόταν; Μαζί της είχαν κάμει μια μυστική συμφωνία. Όταν πήγαινε να ξυριστεί, άφηνε ανοιχτό το παράθυρο της τουαλέτας και η μικρή σουσουράδα, σκαρφάλωνε από την περγουλιά και, τσουφ! Πηδούσε περιχαρής στο σπίτι. «Ξέχασα πάλι το παράθυρο ανοιχτό», έλεγε χαμογελώντας πονηρά κάτω από τα μουστάκια του, αν και όλοι στο σπίτι το είχαν πια καταλάβει – έστω αν δεν το έδειχναν. Έτσι, η Μπιρμπίλω μπαινόβγαινε ελεύθερη, κουνιστή και ωραία. Το θέμα όμως ήταν ακριβώς αυτό! «Μπαινόβγαινε». Με τέτοιο κρύο θα ερχόταν σπίτι ή θα κυνηγούσε τίποτε μες στο κρύο που δυνάμωνε σιγά-σιγά;

- Κωστάκη, έχεις να πάρω ψωμί;

Σήκωσε το κεφάλι του ξαφνιασμένος. Μπροστά του στεκόταν ο Νιόνιος, ο τρελο-Νιόνιος, όπως τον έλεγαν κάποιοι έξυπνοι…

- Τι γυρεύεις τέτοια ώρα Νιόνιο έξω; Δεν άκουσες ότι θα χιονίσει;

- Εκεί πάω, μα πρέπει να πάλω, τυρί, τσωμί. Λάδι μου έδωσε ο παπάς χτες. Έχεις Κωστάκη;

Ο άνδρας κοίταξε την ταλαιπωρημένη όψη του συνομιλητή του, τα αχτένιστα μαλλιά, το αξύριστο κουρασμένο πρόσωπο και το αιώνια ίδιο σκούρο γκρι παλτό. Ευτυχώς οι δικοί του τού είχαν αφήσει ένα μικρό σπιτάκι. Ζούσε από τα φιλοδωρήματα που έπαιρνε, κάνοντας μικροθελήματα.

«Να πάρεις κι ένα τσουρέκι Νιόνιο και να πας κατευθείαν στο σπίτι σου. Θα σε βλέπω! Α, στάσου…». Έβγαλε τα μάλλινα γάντια από τα χέρια του και τα φόρεσε στα παγωμένα δάχτυλα του άλλου άντρα.

«Εσύ είσαι καλός άνθρωπος Κωστάκη. Όχι σαν εκείνους που με πειράζουν. Που διαλεμπαμέσα τους, όλο με κοροϊδεύουν.»

«Ε, Νιόνιο, σου είπα να μην βλαστημάς, άντε πάρε αυτά που θέλεις και κατευθείαν σπίτι… Θα σε βλέπω!».

«Καληνύχτα Κώστα… Κοίτα με και θα δεις ότι έτσι θα κάμω…».

Καημένε Νιόνιο… Πώς μπορείς να κοροϊδεύεις έναν ατυχή συνάνθρωπό σου; Θαρρείς πως δεν καταλαβαίνει τον εξευτελισμό που υφίσταται; Πως δεν υποφέρει;

Ο Κωνσταντίνος τάχυνε το βήμα του αποδιώχνοντας κείνους τους ψευτόμαγκες από το μυαλό του, μπροστά στην εικόνα που είδε και τον έκανε να μείνει σύξυλος. Ακριβώς μπροστά στον φούρνο του κυρ Αντρέα, καθόταν τυλιγμένη σε μία εσάρπα σαν κουβέρτα, η Κλειώ. Επάγγελμά της η ζητιανιά. Κάποιοι λέγανε ότι ζούσε σε αξιοπρεπές σπίτι και άλλοι ότι την είχαν συναντήσει στο λεωφορείο αγνώριστη, περιποιημένη και πεντακάθαρη. Ο Κώστας την είχε δει στο σχολείο που πήγαιναν τα παιδιά του. Το δικό της, το μεγαλύτερο, πήγαινε προνήπιο, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι. Η μάνα όμως, τις Κυριακές στηνόταν στα σκαλιά της Εκκλησίας, έχοντας το μικρότερο παιδί της στην αγκαλιά της και τα άλλα δύο κοριτσάκια της να τρέχουν δεξιά-αριστερά. Μια φορά που γινόταν παζάρι, η πρώτη του κόρη αγόρασε μια κουκλίτσα για το μεγαλύτερο παιδί που την δέχτηκε ντροπαλά και με χαμογελαστά ματάκια. Μια άλλη φορά η γυναίκα του που την βρήκε έξω απ’ τον φούρνο, της είπε ότι το βρέφος που κουβαλά θα αρρωστήσει, αλλά της απάντησε ότι στέκεται σε απάγγειο. Η Αλίκη, πήρε δύο τυρόπιτες ζεστές και τις έδωσε στ’ άλλα παιδιά, πιστή σ’ αυτό που πρέσβευε η οικογένειά της. Δηλαδή: «Μη δίνεις λεφτά σε μικρά παιδιά, γιατί οι μεγάλοι τα έχουν για κράχτες και τους τα παίρνουν. Αν θες, πάρε τους κάτι να φάνε».

Ο Κώστας σκέφτηκε πώς θα ένιωθε το κοριτσάκι στο νηπιαγωγείο, όταν όλοι είχαν σταμπάρει την μάνα της και την δουλειά που έκανε. Δυστυχισμένες, αθώες ψυχούλες, έρμαιες της ανθρώπινης παγωνιάς.

«Τι κάνετε εδώ; Δεν βλέπετε ότι θα χιονίσει;» την ρώτησε αυστηρά.

«Το μωρό τ’ άφησα με την αδελφή του στο σπίτι».

«Ναι, αλλά έχετε την Ρηνούλα μαζί σας. Θα πάθει καμιά πνευμονία. Πρέπει να πάτε σπίτι σας».

«Λίγο θα κάτσω ακόμα. Ενωρίς είναι. Πέντε η ώρα».

«Πέντε η ώρα αλλά καταχείμωνο. Σκοτεινιάζει ενωρίς. Μπλάβισαν τα χείλη του παιδιού σας. Περιμένετε ένα λεπτό».

Ο Κωνσταντίνος μπήκε στη ζεστασιά του γιορτινού φούρνου. Αγόρασε δύο μεγάλες φραντζόλες ψωμί, ένα κιλό γλυκά σε χρυσόχαρτο και δύο μεγάλα κουτιά γάλα.

«Πάρτε αυτά και τρεχάτε σπίτι σας. Ο φούρνος ξεπούλησε και θα κλείσει σ’ ένα τέταρτο. Α, κοριτσάκι, έλα εδώ». Έβγαλε το ζεστό κασκόλ από τον λαιμό του, ανέβασε όσο πιο ψηλά μπορούσε το γιακά του και τύλιξε το μάλλινο κασκόλ πρώτα γύρω από το κεφάλι της μικρούλας, προστατεύοντας τ’ αυτιά της και μετά το έφερε βόλτα γύρω από τον παιδικό λαιμό. Κάτι στην στάση του, κάτι στον τόνο της φωνής του, έφεραν το αποτέλεσμα που ήθελε. Η Κλειώ πήρε τις σακούλες ευχαριστώντας τον με σιγανή φωνή και έφυγε ακολουθούμενη από την μικρή της. Μετά από δύο βήματα, το παιδί, γύρισε και κούνησε το χεράκι του χαμογελώντας αθώα και χαρωπά. Ύστερα, με γρήγορο βήμα έτρεξε να προλάβει την μάνα του.

Τέτοιες εικόνες ξέσκιζαν την καρδιά του Κωνσταντίνου. Άνοιξε το βήμα του, καθώς είδε τις πρώτες χιονονιφάδες να πέφτουν στη γη. Όταν ήταν μικρός λάτρευε το χιόνι. Δεν έπεφτε συχνά στο νησί του, αλλά το χαιρόταν όταν ανέβαινε στους συγγενείς του στην Αθήνα. Τότε μαγευόταν από την άσπιλη, αφράτη λευκότητα του χιονένιου μανδύα… Πόσο ωραία ήταν όλα γύρω του χιονισμένα! Του θύμιζαν τις χριστουγεννιάτικες κάρτες με το άφθονο χιόνι και τα καταστόλιστα από ηλεκτρικά λαμπιόνια σπίτια. Μαγεία! Σκέτη μαγεία! Μόνον όταν μεγάλωσε αρκετά, όταν είδε, όταν έπαθε, όταν έμαθε, όταν γνώρισε, άλλαξε γνώμη για το χιόνι…

Θα χιονίσει; Και τι θα γίνουν οι άστεγοι, οι άποροι, τα αδέσποτα ζώα; Θα επιβιώσουν ή θα τους βρουν ξυλιασμένους από την παγωνιά; Α… Ο χειμώνας δεν είναι ο κατάλληλος καιρός για τους φτωχούς και τα αδύναμα πλάσματα του Θεού. Είναι γι’ αυτούς που έχουν μπόλικα και δεν τους ενδιαφέρει πώς θα τα καταφέρουν. Μόνον αυτοί δεν νοιάζονται αν είναι καύσωνας ή παγετός…

Εκείνη τη στιγμή – λες και κάποιο αναίσθητο ξωτικό, έστειλε μπροστά του ένα σκυλί. Ο σκυλάκος τον προσπέρασε κοιτάζοντάς τον με τα μεγάλα εκφραστικά του μάτια… Κάτι σκίρτησε μέσα του. Ανάθεμα σ’ αυτούς που πετάνε στον δρόμο τα κατοικίδιά τους. Δεν το θέλεις κυρά μου; Μην το πάρεις. Το ζώο δεν είναι παιχνίδι για να το βαρεθείς και να το πετάξεις. Τα ζώα αγαπούν, νιώθουν, πονούν, πανικοβάλλονται, ευγνωμονούν, πεινούν, διψούν, κλαίνε, χαίρονται…. Και άντε τα γατάκια, ίσως, βρουν κάπου να χωθούν, αν και τα περισσότερα δεν αντέχουν, οι σκύλοι όμως; Έτσι μεγαλόσωμοι που είναι πού να πάνε να λουφάξουν; Έχουν άδικο μετά που οι ξένοι σέρνουν την Ελλάδα στα διεθνή δικαστήρια, για απάνθρωπη συμπεριφορά προς τα ζώα;

Για τον Κώστα τον οποίον, πού θα τον έχανες πού θα τον έβρισκες, πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι, αυτό ήταν βαρύ πλήγμα για την αξιοπρέπειά του ως άνθρωπος, αλλά και ως Έλληνας. Η Ελλάδα του, η Ελλάδα του Σωκράτη, του Οδυσσέα, του Κανάρη, να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο; Όσο κι αν προσπαθούσαν οι φιλοζωικοί σύλλογοι, ελάχιστα κατάφερναν. «Ο λαός θέλει εκπαίδευση από τα μικράτα του», συνήθιζε να λέει. «Στα σχολεία πρέπει να δίνεται μεγάλη σημασία στην συμπεριφορά των ανθρώπων προς τα ζώα… Εδώ όμως τι μέριμνα παίρνει ο δήμος για τους ανθρώπους σαν τον χαζούλη Νιόνιο, την τρελο - Κάτε και την Ρόζα την μπεκρού; Τα ζωάκια θα κοιτάξει; Φτωχοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο, είναι λέξεις που βρέθηκαν και έννοιες που υψώθηκαν κατά το Βυζάντιο, όταν πράγματι υπήρχε το Κράτος Δικαίου που φρόντιζε τους ανήμπορους και τιμούσε τα γηρατειά». Τώρα; Για ποιο Κράτος Πρόνοιας να μιλήσει ο οποιοσδήποτε Κώστας;

Την κατήφεια του την έσπασε ένας νεαρός άντρας που έτρεχε από το απέναντι στενό φωνάζοντας: «Κύλων! Κύλων! Πού είσαι αγόρι μου;»

Μια γλυκιά ζεστασιά απλώθηκε στην καρδιά του Κωστάκη.

«Μήπως ψάχνετε για τον σκύλο σας;»

«Ναι, κύριε! Δυο λεπτά μίλησα μ’ έναν γνωστό μου και το μπαγάσικο λες και εξαφανίστηκε… Και με τέτοιο κρύο… Αν πάθει τίποτε θα τρελαθώ…»

«Μόλις πριν τρία λεπτά συναντηθήκαμε. Ένας ψηλός όμορφος καστανοτρίχης δεν είναι;».

«Ναι αυτός!» και βγάζοντας μια σφυρίχτρα σφύριξε γεμάτος ελπίδα,δυνατά. Ο Κώστας δεν κινήθηκε απ’ την θέση του. Ο νεαρός έτρεξε μπροστά, μια σφυρίζοντας, μια φωνάζοντας το όνομα του σκύλου του. Όταν ξαφνικά από τον παράπλευρο δρόμο ακούστηκε ένα γαύγισμα και μετά κι άλλο, κι άλλο…

Ο Κώστας προχώρησε, μόνον όταν είδε τον ψηλόσωμο σκύλο να τρέχει σφαίρα στην αγκαλιά του αφέντη του, που γονατίζοντας στο κρύο πεζοδρόμιο, τον έσφιξε δυνατά στην αγκαλιά του, περνώντας και το λουρί στον όμορφο λαιμό του.

Ο Κωστής γυρίζοντας το κεφάλι, είδε τον νεαρό να σηκώνει το χέρι του για χαιρετισμό και μετά ξαναγύρισε να χαϊδέψει τον πανέξυπνο φίλο του.

«Τι καλά! Να μια ιστορία με ωραίο τέλος! Μ’ εκείνα τα γατιά που ζούσαν στο αδιέξοδο τι θα γινόταν. Τρία μεγάλα και πέντε τριχόμπαλες – δύο κατακόκκινες, ένα μαυρόασπρο, ένα τιγρέ και ένα μαύρο με πορτοκαλιές τριχούλες. Η μεγάλη του κόρη τα τάιζε, όμως ποιο το αποτέλεσμα αν δεν στειρώνονταν τα θηλυκά; Η οδοντίατρός τους η Μαρία, μία υπέροχη επιστήμονας, καταπληκτική φιλάνθρωπος και συγκινητικότατη ζωόφιλος, είχε στειρώσει τρεις γάτες της γειτονιάς, αλλά το πρόβλημα δεν λυνόταν σίγουρα έτσι. Η πολιτεία έπρεπε να ξυπνήσει κάποτε,να ευαισθητοποιηθεί και να τείνει ουσιαστικά χείρα βοηθείας, σε όσα πλάσματα του Θεού είχαν, έχουν και θα έχουν ανάγκη…

Ο Κωνσταντίνος πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε τριγύρω του. Ό,τι κι αν έκρυβε από κάτω του το λευκό σεντόνι του χιονιού, σαν το κοίταζες, ήταν μια μαγεία, ένα όνειρο… Τα γυμνά δέντρα αντί για φρούτα και φυλλώματα γέμισαν με πανάλαφρο μπαμπάκι που, αν το κρύο κρατούσε, αύριο θα έμοιαζαν με στραφταλιστούς πολυελαίους.

Το λασπωμένο χαντάκι στο πλάι είχε μεταμορφωθεί σε μια πάλλευκη γούνα με απαλές πτυχώσεις και οι ασχήμιες των πεταγμένων αντικειμένων έξω από το σιδεράδικο, φάνταζαν με μεσαιωνικές κρυστάλλινες πανοπλίες και διαμαντένια, φωσφορίζοντα δόρατα.

Τελικά, χρονοτριβώντας από δω και από κει, ούτε το κατάλαβε πότε το χιόνι από ανάριο και δειλό, έπεσε κυριαρχικό, βαρύ, στολίζοντας τα πάντα με την βασιλική μεγαλοπρέπεια του Αυτοκράτορα της παγωνιάς. Ο πουπουλένιος μανδύας του κάλυπτε σιγά-σιγά τα πάντα με την υπέρλαμπρη ωραιότητά του, κάνοντάς τα όλα να μοιάζουν σαν να έχουν βγει από παραμύθι του Ντίσνεϊ.

Προσπαθώντας να μη σκέφτεται τι μπορεί να κρυβόταν κάτω απ’ το χιόνι που μεταμόρφωνε τις ασχήμιες σε ουράνια σχήματα, ο Κώστας διέσχισε τον υπόλοιπο δρόμο ως το σπίτι του, σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, προσέχοντας όμως μην γλιστρήσει στον ήδη παγωμένο δρόμο.

Τα έχασε όταν έφτασε στο πορτόνι και δεν άκουσε το γαύγισμα του Ντικ να τον υποδέχεται.

Άλλοτε ερχόταν με το ποδήλατο και πριν τα μεγάλη στροφή, όλη η γειτονιά γνώριζε ότι ο Κωστάκης γύριζε σπίτι του, από το γεμάτο χαρά θορυβώδες γαύγισμα του Ντικ. Έστησε αυτί περνώντας στην αυλή και από κάπου βαθιά άκουσε έναν σκύλο να φωνάζει θαμπά. Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα, διαπίστωσε ότι τα λουλούδια της κυράς του, όπως και οι δύο αράχνες που σαν Καρυάτιδες στόλιζαν την είσοδο, είχαν αρχίσει να πασπαλίζονται με τη ζάχαρη άχνη του χιονιού.

Φωνές, κακό με την είσοδό του!

«Σου τηλεφωνούσα να κλείσεις πιο ενωρίς, γιατί πρωτοφανές για τα μέρη μας, θα χιονίσει!».

«Τι θα χιονίσει1 Χιονίζει ήδη μαμά!»

«Δεν είναι ωραία; Έχεις πάνω σου μπαμπά χιλιάδες χιονονιφάδες, όμοιες με αστεράκια! Εεε! Σιγά Ντικ! Θα με ρίξεις κάτω!»,φώναζε χοροπηδώντας η δεύτερη κόρη.

«Ώστε τον μπάσατε μέσα τον κύριο! Κι εγώ σκεφτόμουν ότι η κουβέρτα δεν θα έκοβε το κρύο! Έλα Ντικ, κάτσε ήσυχα αγόρι μου!».

Αλλά ο Ντικ, ολόρθος αγκάλιαζε το αφεντικό του, του έγλειφε με μανία το χιόνι από τα μουστάκια, του έγλειφε τα τσίνορα ώσπου μ’ έναν πήδο άρπαξε το μπερέ του, τρέχοντας γύρω-γύρω στο σαλόνι, ξετρελαμένος απ’ τη χαρά του! Ω, μα τούτη ήταν μια υπέροχη βραδιά! Όλοι μαζί μέσα στο σπίτι. Δε μπορούσε να φανταστεί τέτοια ευτυχία… Όχι ότι την ημέρα δεν μπαινόβγαινε στο σπιτικό,αλλά συνήθως τα βράδια κοιμόταν στο δικό του ξύλινο σπιτάκι. Ενώ τώρα! Τώρα!!

«Έκλεισα ενωρίτερα σήμερα γιατί άκουσα κι εγώ τον καιρό».

«Φοβήθηκα μη σε καθυστερήσει κανένας πελάτης τελευταία στιγμή», είπε η σιόρα Αλίκη, παίρνοντας το κατάστικτο από χιόνι παλτό του. «Μα,το κασκόλ; Ήρθες τέτοια μέρα χωρίς κασκόλ; Ήμαρτον κύριε!».

«Χμ… Το φορούσα το κασκόλ, αλλά να… Έξω από τον φούρνο ήταν εκείνη η κυρία που ζητιανεύει και το κοριτσάκι της ήταν ξεπαγιασμένο… Άστα αυτά τώρα… Τι καλό έχουμε για βραδινό; Μοσχοβολάει όλη η γειτονιά απ’ αυτό που ετοίμασες!».

Η μάνα έκλεισε το μάτι στις κόρες της κι εκείνες ένιωσαν πολύ υπερήφανες για τον πατέρα τους. Σίγουρα δεν είχε δώσει μόνον το κασκόλ… Αλλά ήταν τόσο σεμνός που άλλαζε γρήγορα συζήτηση, για να μην αποδοθεί το σωστό βάρος στις καλοσύνες που έκανε. Γι’ αυτό και τον είχαν για πρότυπο.

«Αντεράκια τηγανητά και πατσά κοκκινιστή. Άντε, πάω να σερβίρω!».

Η γιαχνιστή πατσά της μάνας τους ήταν ονομαστή για την άφατη νοστιμιά της. Το μοσχοβόλημά της, όποτε μαγείρευε αυτό το φαγητό, σου έσπαγε την μύτη, τέσσερα τετράγωνα πιο πέρα.

Ο πατέρας έτριψε με χαρά τα χέρια του, μια συνήθεια οικεία πια, όταν γύρισε ξαφνιασμένος. Στο πόδι του τρεμόπαιζε μια ουρά και ένα σκανταλιάρικο γατίσιο κεφαλάκι τριβόταν στο μπατζάκι του.

«Μπα! Βλέπω απαρτία! Πώς και δεν τσίριξε η κυρά μάνα σας;», ρώτησε χαμογελώντας και σκύβοντας να καμαρώσει τη Μπιρμπίλω,την χαδιάρα γατούλα.

«Την λυπήθηκε μπαμπά!», απάντησε η πρώτη κόρη. Είχε βγει για βόλτα, είδε όμως τα σκούρα κι άρχισε να νιαουρίζει σπαραχτικά! Η μαμά κάνει την σκληρή, αλλά εκείνη την έβαλε μέσα…»

Ίσως αναρωτηθεί κάποιος, πώς ήταν δυνατόν να συνυπάρχουν σκύλος και γάτα μαζί! Κι όμως ήταν. Στις καλές μέρες, ο Ντικ κοιμόταν στο κεφαλόσκαλο και η γατούλα θρονιαζόταν στην κοιλότητα της κοιλιάς του, φωλιάζοντας σε ζεστή αγκαλιά. Οι περαστικοί από το δρόμο, βλέποντας να κοιμούνται αγκαλιασμένοι, σκύλος και γάτα, στέκονταν προς στιγμή παραξενεμένοι από τα περίεργα της φύσης! Έτσι, αυτό το βράδυ, σίγουρα δεν θα είχαν κανένα σκυλογατοεπεισόδιο!

Η μικρή κόρη πήρε τον μπερέ από τον Ντικ και άπλωσε το χεράκι της. Ο πατέρας τής έβαλε μια χούφτα καραμέλες «Νάσκο». Πήγε να δώσει και στη μεγάλη, όταν την είδε να καθαρίζει κάτι τσίμπλες από τα ματάκια της γατούλας. Την είχε ξαναδεί να το κάνει. Άφησε τις καραμέλες στο τραπέζι και είπε ήρεμα: «Μόλις πλύνεις τα χέρια σου, οι καραμέλες σου σε περιμένουν στο πιατέλο».

Ο Ντικ πήγε πίσω από την θυγατέρα, στάθηκε όρθιος, έβαλε τα μπροστινά του πόδια στους ώμους της και κλαψούρισε χαδιάρικα.

«Καλά βρε Ντικ! Μην παραπονιέσαι! Εσύ έχεις καθαρά ματάκια. Τώρα θα καμαρώσω κι εσένα! Ποπό! Μ’ έφτασες! Είσαι κούκλος!».

Τον είχαν από κουταβάκι ημερών, μια σταλιά πραγματάκι στα σκαλοπάτια της κουζίνας στα πόδια της μάνας τους. Τρυφερή εικόνα… Έγινε ένα κουκλί! Κατάμαυρο γυαλιστερό τρίχωμα, δύο καφέ κύκλοι πάνω από τα μάτια, μία άσπρη καρδιά στον… ποπό του και λευκό χρώμα στην κοιλίτσα. Ποιον αγαπούσε; Όλους! Τόσο που κανείς τους δεν μπορούσε να το φανταστεί. Αργότερα το κατάλαβαν… Ποιον λάτρευε; Τον πατέρα! Τον είχε Θεό του και χωρίς αυτόν, ο Ντικ δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει…

Για την ώρα, το τραπέζι στήθηκε. Ευδαιμονία στο τραπέζι, στις καρδιές. Προφυλαγμένοι άνθρωποι και ζώα. Το φαγητό λουκούμι.

«Θα δούμε τηλεόραση ή να σας πω μια ιστορία;», ρώτησε ο πατέρας, καθώς σήκωνε η μαμά τα άδεια πιάτα.

«Ιστορία!». Η απαίτηση ήταν γενική και δίκαιη. Όλοι γνώριζαν, ότι όταν άνοιγε ο Κωστάκης το στόμα του, έκλειναν οι τηλεοράσεις. Συζητητής, ρήτορας και παραμυθάς μέγας. Είχε έναν δικό του συναρπαστικό τρόπο να αφηγείται.

Σε λίγο όλα είχαν ηρεμήσει. Ο Ντικ κουλούρα στα πόδια του μπαμπά. Η Μπιρμπίλω στα γόνατα πότε της μιας, πότε της άλλης κόρης. Και η μητέρα έφερε πιο κοντά την σόμπα για να ζεσταθούν.

«Θα σας πως για «Τον αιχμάλωτο της Ζέντα». Τον είχα δει στην Αθήνα στον κινηματογράφο και ήταν θαυμάσιο έργο. Είχα δει και τη «Χιονάτη με τους εφτά νάνους» του Ντίσνεϊ. Άλλη μαγεία εκείνη πάλι. Αυτή ήταν με καταπληκτικά κινούμενα σχέδια. Το έργο όμως που θα σας πω το είδα με εξαιρετικούς ηθοποιούς της εποχής τους και το διάβασα και σε βιβλίο. Λοιπόν…».

Η ιστορία άρχιζε. Στο σπίτι πλανιόταν μια τρυφερή ζέστη με γεύση φαγητού και γαλήνια αρμονία.

Έξι ζευγάρια μάτια ρουφούσαν μια ολοζώντανη αφήγηση με μουσική υπόκρουση ένα βαρύ σκυλίσιο ροχαλητό και ένα γατίσιο ρονρόνισμα.

Από το άνοιγμα που άφηνε η δαντελωτή κουρτίνα, φαίνονταν οι χιονονιφάδες που έπεφταν όλο και πιο πυκνές πάνω σε λουλούδια, δέντρα και παρτέρια. Σε λίγο η μαμά θα έψηνε φέτες ψωμί για επιδόρπιο και θα τις βουτούσαν σε γλυκό μούστο, το κότο όπως το λέμε, που τους είχαν δώσει οι καλοί τους γείτονες, η κυρα-Αγγελική, ο κουμπάρος Βαγγέλης (τον έλεγαν κουμπάρο από αγάπη) και η μοναδική σε καλοσύνη κόρη τους, η Πόπη. Κι ύστερα θα ερχόταν η ώρα του ευλογημένου ύπνου. Έτσι κι έγινε.

Η μητέρα που πήγε τελευταία στο κρεβάτι γιατί συνήθιζε να συμμαζεύει λίγο πριν πέσει να κοιμηθεί, κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο του σαλονιού… Οι χιονονιφάδες στροβιλίζονταν σ’ έναν ξωτικό χορό και είχαν ντύσει στα ολόλευκα το σπιτάκι του σκύλου, τα δέντρα, τον δρόμο, ως εκεί που έφθανε το μάτι σου.

Προσεχτικά, να μην ξυπνήσει τους τετράποδους προστατευόμενούς τους, πέρασε από το δωμάτιο των κοριτσιών, τα σταύρωσε κι ύστερα χώθηκε αναστενάζοντας ευτυχισμένη κάτω από τα σκεπάσματα του συζυγικού κρεβατιού.

Το χέρι του άντρα της απλώθηκε στους ώμους της και την τράβηξε προς το μέρος του:

«Σου άρεσε η ιστορία Αλίκη;»

«Πάρα πολύ Κώστα μου!»

«Αφού έβλεπα να κλείνουν τα μάτια σου!»

«Τι λες; Τα ανοιγόκλεινα! Άλλη φορά, για να πεισθείς θα βάζω οδοντογλυφίδες για να τα κρατώ τελείως ανοιχτά, όπως μου πρότεινες προχθές!»

«Μη μου πεις πως σε έθιξα!», έκανε ο Κώστας χαμογελώντας πονηρά! «Και μη μιλάς δυνατά μην ξυπνήσουν τα κορίτσια!»

«Έξω το έχει στρώσει για τα καλά! Αύριο λέω να μην βγεις έξω. Να μείνουμε όλοι μαζί. Εξ’ άλλου είναι επικίνδυνα γλιστερός ο δρόμος!»

«Πονήρω μου εσύ! Όταν χιονίζει δηλαδή ο κόσμος δεν δουλεύει, ε; Έλα, κοιμήσου τώρα. Και έλα πιο κοντά! Τα χέρια σου είναι κρύα… Βάλ’ τα στον κόρφο μου να στα ζεστάνω!... Έτσι μπράβο!... Αλίκη…»

«Μμμμ…;»

«Το ξέρεις ότι είμαι ευτυχισμένος; Κοντά σας τα ξεχνάω όλα… Όλα…»

«Κι εγώ Κωστή μου… Πάψε όμως τώρα, γιατί τα κορίτσια, το ξέρεις ότι στήνουν αυτί όταν μιλάμε σιγά;»

«Και τι κακό κάνουμε δηλαδή Αλικάκι; Ή … μήπως θέλεις να κάνουμε κάτι κακό;»

«Κώστα, δεν υποφέρεσαι! Έπρεπε να μου το πεις προτού πέσω, για να κλείσω την ενδιάμεση πόρτα. Αν το κάνω τώρα, όποια είναι ξύπνια θα πονηρευτεί και κάτι θα καταλάβει! Αύριο, να είμαστε και προετοιμασμένοι!...»

Αχ, αυτά τα μικρά σπίτια…

«Αύριο λοιπόν κυρία Αλικη… Αύριο… Δεν πρόκειται να το ξεχάσω!» και την τράβηξε ακόμα πιο κοντά του. Γίνανε ένα…

Τα βλέφαρα έκλεισαν. Τα όνειρα ήρθαν. Οι ελπίδες μεγάλωσαν. Οι έγνοιες χαθήκαν.

Και έξω ο χιονιάς εξακολουθούσε να ντύνει παραμυθένια με τον ουράνιο, πανάκριβο, αμίμητο χιτώνα του, όλα τα κακά και τα καλά της γης μας…

(Εμφανίσεις filonas.gr: 434)

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

ΆΝΟΙΞΑΝ ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ; ΘΕΕ ΜΟΥ ΦΥΛΑΓΕ!...

Είμαι ο Ηρακλής- Φωτεινός, ένα από τα εγγονάκια της γιαγιάς Πολυάνθης. 


Εφέτος πηγαίνω σε μεγάλο σχολείο. Στο κανονικό νηπιαγωγείο! Μου αρέσει πάρα πολύ. Μόνο την ώρα που σχολάμε και η κολλητή μου φίλη Βένια φεύγει, ενώ εγώ μένω στο ολοήμερο, είναι μια πολύ δύσκολη ώρα... 

«Να ’ρθει και ο Ηρακλής μαζί μας!» οδύρεται η Βάλια, ενώ εγώ γυρνώ το κεφαλάκι μου και δακρύζω σιωπηλά. Ελπίζω οι γονείς μου που είναι και οι δύο εκπαιδευτικοί να φτιάξουν το πρόγραμμά τους και να φεύγω κι εγώ μαζί με την Βάλια μου. Ο μεγάλος αδελφός μου, πάει στο πολύ μεγάλο σχολείο ... στο Δημοτικό και φέτος είναι στην Δ' τάξη! Κάθε φορά παίρνει το ενδεικτικό του με «Α» αλλά για ν’ αποφασίσει ότι τελείωσε το καλοκαίρι και πρέπει να μαντρωθεί, ολίγον τι γίνεται σπίτι μας το έλα να δεις! Μέχρι να το πάρει απόφαση ότι του χρόνου θα ξανάρθουν οι διακοπές εις την οικία μας, γίνεται το Ανάστα ο Κύριος! 

Κάθε χρόνο το ίδιο βιολί. Μετά συμβιβάζεται με την μοίρα του και είναι όπως σας είπα και παραπάνω από τους πρώτους μαθητές. Φέτος όμως η προσαρμογή άργησε να φανεί! Δηλαδή ο αδελφός μου, ο Μιχαήλ - Άγγελος, δεν λέει να αποδεχθεί την λήξη του καλοκαιριού και την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. 

«Σας το έλεγα εγώ. Μην βάλετε το παιδί πενταμισάρι, αλλά εσείς δεν ακούσατε» επαναλαμβάνει η γιαγιά. 

«Δεν είναι όλα τα πενταμισάρια έτσι μαμά!» απαντά η δική μας μαμά. 

«Πολύ ωραία. Αλλά ο Μιχαήλ - Άγγελος είναι από τα πενταμισάρια που αργούν να αποδεχθούν την έναρξη του σχολείου. Είναι ο μικρότερος στην τάξη του, δεν είναι;» 

«Καλά, όλο του παίρνεις το μέρος, αλλά ξέρεις ως δασκάλα ότι αν και πενταμισάρια πολλά αριστεύουν, μεταξύ αυτών και ο εγγονός σου!» 

«Κι εσύ ως εκπαιδευτικός πρέπει να δίνεις περισσότερο χρόνο στον Μιχαήλ - Άγγελο γιατί κανονικά έπρεπε να είναι στην Τρίτη, όχι στην Τετάρτη και μου τον κουράζετε!» 

Η συζήτηση σταματημό δεν έχει κι εγώ τώρα θα σας παρουσιάσω μία εικόνα σπιτικής αγαλλιάσεως! 

Η ώρα 4:30 μεσημέρι. Ο μπαμπάς που έχει αναλάβει να διαβάζει τον αδελφό μου και χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη υπομονή, δεν έχει έρθει ακόμα. Μέχρι λοιπόν να έρθει, η μαμά λέει στον Μιχαήλ - Άγγελο να γράψουν τις ασκήσεις γραμματικής. Κι από κείνη τη στιγμή αρχίζει η γκρίνια η οποία βαίνει αυξανόμενη. Για να μην μπλέκω στα πόδια τους, πάω στο δωμάτιό μου να παίξω με την ησυχία μου. Αφήνω ανοιχτή την πόρτα και ακούω τα πάντα. 

Μαμά: Γιατί γκρινιάζεις Μιχαήλ μου; Δεν θέλεις να κάνουμε μαζί τις ασκήσεις μέχρι να έρθει ο μπαμπάς; 

Μιχαήλ – Άγγελος: Θέλω, αλλά δεν μπορώ να τις γράψω... Γράψε μου εσύ! Να στις λέω εγώ, να τις γράφεις εσύ! 

Μαμά: Δεν γίνεται αυτό και το ξέρεις... Γιατί γρυλλίζεις Μιχαήλ; 

Μιχαήλ – Άγγελος: (έτοιμος να βάλει τα κλάματα): Δεν γρυλίζω... Δ...δεν ...δεν θέλω να τις γράψω! 

Μαμά: Παιδάκι μου, μη μου κλαις! Έλα φέρε μου το τετράδιό σου! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Δεν ξέρω πού το έχω! Πάρε τον Αλέξανδρο να σου πει τις ασκήσεις. 

Μαμά: Την άσκηση την έγραψες έτσι δεν είναι; Έλα να σου σκουπίσω τα δάκρυα απ’ τα όμορφα ματάκια σου! 

Μιχαήλ – Άγγελος: (κλαίγοντας): Σου είπα δεν...δεν κλαίω! Δώσε μου την τσάντα μου... Θα... θα διαβάσω στο ...στο... δ...δωμάτιό μου. 

Φεύγει με αναφιλητά ο μεγάλος αδελφός και εγώ συνεχίζω το παιχνίδι. Μας χωρίζει ένας τοίχος, αλλά οι πόρτες μας είναι ανοιχτές. 

Παίζω με τον μεγάλο δράκο μου στο κάστρο του πλέ'ί' - μομπίλ και σφυρίζω καθώς απογειώνεται να βρει τον κακό βασιλιά. 

Εγώ (Ηρακλής): Βζζζζ! Πολεμιστές μου! Όλθιοι (δεν λέω καλά το ρο). Ελάτε! Ήλθε ο μεγάλος δλάκος να μας βοηθήσει! Να ο κακός αλχηγός! Επίθεση! 

Μιχαήλ – Άγγελος: (μέσα από το δωμάτιό του): Πάψε Ηρακλή! Δεν μπορώ να διαβάσω! Εσύ παίζεις και εγώ διαβάζω! Μην σε ξανακούσω γιατί, γιατί... 

Ηρακλής-Φωτεινός: Μα τι έκανα τώρα; Μαμά, ο Μιχαήλ με μαλώνει! 

Μιχαήλ – Άγγελος: (κλαίγοντας δυνατά): Κλαψιά...ρη! Καλά κά...κάνω και σε μαλώ...λώνω! Εσείς γιατί δεν έχετε διά...διά...βασμα; ε; ε; ε; 

Η μαμά πάει στον Μιχαήλ κατασυγκινημένη. 

Μαμά: Μιχαήλ - Άγγελε ο αδελφός σου παίζει γιατί είναι στο νηπιαγωγείο, είναι μικρός. Δεν έχει διάβασμα. 

Μιχαήλ – Άγγελος: (με αναφιλητά): Κι εγώ, κι εγώ θέλω να...να παίξω! Δεν θέλω να...να...να γράψω! 

Μαμά: Εσύ μάτια μου, είσαι μεγάλο παιδί κι έχεις διαβάσματα. Ξεκίνα και θα τελειώσεις γρήγορα. Μην κλαις όμως και με στενοχωρείς! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Ε..εγώ στενοχωριέμαι! Δεν θέλω να είμαι μεγάλος! Θέλω να είμαι τριών χρονών! Θα γίνει ό,τι έγινε και πέρυσι! Θα διαβάζω με τον μπαμπά κάθε φορά! Ουάααα! (κλάμα δυνατό).
Τέρμα οι διακοπές! Τέρμα η Κρήτη! Τέρμα η Καλαμάτα! Θέλω να πάω στο χωριό! Θέλω να πάω στην θάλασσααα! 

Μαμά: Μην κλαις άλλο Μιχαήλ μου. Θα αρρωστήσεις! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Ν’ αρρωστήσω! Δεν θέλω να διαβάσω. Αφήστε με! 

Μαμά: Άκου, όταν ήμουν στην ηλικία σου, μόλις έφτανα σπίτι, άλλαζα, έπλενα τα χέρια μου, έτρωγα, διάβαζα κι είχα πολλή ώρα το απόγευμα να παίξω. Εσύ έτσι που κάνεις καθυστερείς και χάνεις άδικα τον χρόνο σου. Άσε που θ’ αρρωστήσεις αν συνεχίσεις να κλαις! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Κι επειδή έκανες έτσι ήταν το σωστό; Δεν λυπόσουν που δεν μπορούσες να παίζεις; 

Μαμά: Αυτό σου λέω Μιχαήλ μου! Αν ξεκινήσεις ενωρίς και είσαι συγκεντρωμένος θα σου μείνει χρόνος για παιχνίδι! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Όλο το ίδιο μου λέτε! Πείτε μου! Αφού πάω το πρωί σχολείο, γιατί πρέπει να διαβάζω και το απόγευμα; 

Μαμά: Τι να κάνουμε Μιχαήλ μου... Έτσι είναι το σύστημα των σχολείων εδώ στην Ελλάδα. Δηλαδή να σε στείλω Σουηδία, Φιλανδία, Νορβηγία; 

Μιχαήλ – Άγγελος: Να, βλέπεις; Έχω δίκιο. Σ’ αυτές τις χώρες τα παιδιά δεν διαβάζουν το απόγευμα. Εδώ, γιατί; Είναι αδικία! Αδικία! Αδικία! 

Μαμά: Παιδάκι μου, δεν μπορώ να σε βλέπω να κλαις, ούτε όμως και να φωνάζεις πρέπει... Θα χαλάσεις την φωνή σου! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Να την χαλάσω! Δεν θέλω να ’ ναι φθινόπωροοοο! 

Μαμά: Σκέψου ότι τέτοια ώρα, όλα τα παιδιά διαβάζουν! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Ε, και; Ε...εγώ, δεν θέλω να διαβάζω! Είμαι δυστυχισμένος! Δεν θέλω! Πάψε κι εσύ Ηρακλή με τα παιχνίδια σου! Και μαμά, γιατί δεν λέει η ιστορία μας αυτά που μου έλεγες ότι θα διάβαζα φέτος; 

Μαμά: Είναι αρχή ακόμα γιε μου. Σε λίγο καιρό θα δεις ότι έχω δίκιο. 

Μιχαήλ – Άγγελος: Ναι, καλά, μου ’λεγες ότι θα είχε πολέμους, νίκες, σκοτωμούς, ήρωες! Τίποτα δεν λέει το βιβλίο μέχρι τώρα! Και για εκείνον τον Περικλή, τον Λεωνίδα και τον Αλέξανδρο τον Μεγάλο, πότε θα τα μάθω; Ε; Πότε; (δάκρυα πλημμύρα). 

Μαμά: Κάνε υπομονή. Δεν σου έδειξα τις εικόνες από τα βιβλία του «Στρατίκη» για τον Περικλή και τους Περσικούς πολέμους; Αυτά θα τα μάθετε εφέτος!...  

Μιχαήλ – Άγγελος: Καααλά...Θα, θα δούμε... Τ...τ...τώρα θα γράψουμε τις προτάσεις; 

Μαμά: Να τις γράψουμε. Θα τις σκυφτούμε μαζί κι όταν μεγαλώσεις και θα έχεις γίνει ό,τι αποφασίσεις - δάσκαλος, μηχανικός, ζωγράφος - θα γελάς καθώς θα θυμάσαι αυτές τις στιγμές. 

Μιχαήλ – Άγγελος: Δεν θα γελάω καθόλου! Και δεν θέλω να γίνω τίποτα! Ούτε δάσκαλος, ούτε ζωγράφος, ούτε μηχανικός. Τίποτα! 

Μαμά: Μα αφού είσαι άριστος μαθητής. 

Μιχαήλ – Άγγελος: Ας είμαι! 

Μαμά: Έχεις αποδείξει ότι έχεις πολύ μυαλό! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Ας έχω! Εγώ δεν θέλω να διαβάζω. Τώρα αν ήμασταν στην Κρήτη δεν θα έπαιζα; Θα έπαιζα... Γι’ αυτό, αν είναι να διαβάσω, δεν θα διαβάζω ποτέ μόνος μου. Θα με διαβάζετε εσείς! Και καλύτερα ο μπαμπάς!... 
Πού είναι; Άργησε και...και...ααα...πέρασε η ώρα και δεν θα προλάβουμε να πάμε για πατίνιαααα! (κλαυθμός κι οδυρμός). 

Μαμά: Αυτό σου λέω τόσην ώρα! Αν αποφάσιζες να ξεκινήσεις τα διαβάσματά σου ενωρίς, θα είχαμε τώρα τελειώσει τουλάχιστον το γράψιμο! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Καλά... Να, το τετράδιο... Αλλά να ξέρεις είμαι πολύ δυστυχισμένος! 

Μαμά: Μην λες τέτοια πράγματα Μιχαήλ μου! Όσο για τις ασκησούλες εύκολες είναι και λίγες... Και μην ανησυχείς, το καλοκαίρι θα ξανάρθει κι εσύ σε μία εβδομάδα θα έχεις συνηθίσει και θα ξαναείσαι το ξεφτέρι μου! 

Μιχαήλ – Άγγελος: Δεν θέλω να είμαι ξεφτέρι! Και δεν θα συνηθίσω! Ποτέ!... Όσο για τις ασκήσεις, ξέρω ότι είναι εύκολες. Αφού τις ξέρω γιατί να τις γράψω; Εεε; 

Το βραδάκι η μαμά μίλησε στο τηλέφωνο με την γιαγιά, η οποία πώς δεν έβαλε τα κλάματα από την περιγραφή του γεγονότος. Συγκινήθηκε τα μάλα κι έλεγε πόσο παιδί και πόσο σοφός είναι ο Μιχαήλ - Άγγελος. «Είδες τι είπε το παιδί; Αφού πηγαίνω το πρωί σχολείο, γιατί να διαβάζω και το απόγευμα; Το χρυσό μου! Δίνει την μάχη της ανεμελιάς, την οποία θα χάσει μόλις μπει για τα καλά στο μαγγανοπήγαδο της καθημερινής σχολικής ύλης! Ελπίδα, δεν σου κρύβω ότι λυπάμαι πολύ τα παιδιά με το παιδαγωγικό μας σύστημα. Πρόσεχε τι τσάντα θα του πάρεις για να προστατευθεί η σπονδυλική του στήλη. Δύο βιβλία γλώσσας, δύο αριθμητικής (εννοώ τα βοηθητικά με τις ασκήσεις), δύο Ιστορίας, βάλε και Αγγλικά, και να μία τσάντα ασήκωτη είκοσι κιλών». 

Η μαμά είπε στη γιαγιά ότι μέσα σ’ όλα τα παιδιά θα συνηθίσει και ο Μιχαήλ. Όσο για το παιδαγωγικό σύστημα, θα έπρεπε ν’ αλλάξει άρδην, κάτι που δεν βλέπει να γίνεται ούτε στα δισέγγονα του Μιχαήλ και του Ηρακλή -Φωτεινού, εμένα δηλαδή. Πάντως και η μαμά συγκινήθηκε από την αγνή απελπισία του Μιχαήλ - Άγγελου. 

«Φώναζε και τα δάκρυα πλημμύριζαν τα όμορφα μαγουλάκια του, κοκκίνιζε η μυτούλα του και τα ματάκια του είχαν τόση απελπισία που μου ’ρθε κι εμένα κάτι σαν κόμπος, στον λαιμό. Όντως όμως μαμά, έχεις δίκιο για τα βιβλία. Δεν συμφωνώ με όλα και κάποια πλατιάζουν τόσο πολύ που χάνεται στο τέλος η ουσία». 

Αυτά κι άλλα πολλά είπαν στο τηλέφωνο η μαμά και η γιαγιά. Εγώ δεν βγήκα από την κάμαρά μου μέχρι να έρθει ο μπαμπάς. Έχω κι εγώ τα προβλήματά μου. Είμαι σε άλλο νηπιαγωγείο φέτος και πρέπει να κάνω καινούργιους φίλους. Αν καταφέρουν οι γονείς μου και φεύγω με την Βάλια, θα νιώσω πολύ ευτυχισμένος. Προσπαθώ να προσαρμοστώ στο νέο περιβάλλον και δεν είναι και τόσο εύκολο πράγμα. Μελαγχολώ, αγκαλιάζω τα γονατάκια μου με τα χεράκια μου και σκύβω το κεφαλάκι μου σκεπτόμενος διάφορα. Με προβληματίζει η κουβέντα του αδερφού μου:''Όλο θα διαβάζω;;''...Αν είναι έτσι στο Δημοτικό, τότε τι θα γίνει στα πολύ - πολύ - πολύ μεγάλα σχολεία, Γυμνάσιο, Λύκειο που πηγαίνει η αδελφή της Βάλιας; 

Ευτυχώς που είμαι ακόμη μικρούλης. Έχω ψηλώσει αρκετά, αλλά με τα κιλά έχουμε πάρει... διαζύγιο!! «Ιρλανδέζικο ξωτικό» με φωνάζει η γιαγιά Πολυάνθη και μ’ αρχίζει στα φιλιά, υπερβολικά θα ’λεγα συνήθως! 

Λοιπόν αυτοί οι μεγάλοι είναι ανεκδιήγητοι! Ποιος τους είπε ότι μας αρέσουν οι σφιχτές αγκαλιές και τα σβουριχτά φιλιά; Σιγά κύριε! Με το μαλακό! Ένα φιλάκι στην κορυφή της κεφαλής είναι υπεραρκετό. Για να μην μιλήσω για τα συνεχή: «Είπες καλησπέρα στον παππού Ηρακλή; Χαιρέτησες την γιαγιά σου; Της είπες ευχαριστώ για τις καραμέλες που σου έφερε;» Εντάξει μαμά! Τα μάθαμε πια! Τρόποι καλής συμπεριφοράς! Ωραία, τους εμπεδώσαμε κι αν κάτι ξεχνάμε καμιά φορά, τι να γίνει; Παιδιά είμαστε... Ακόμη...