Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ



     Χάθηκε το φως του ήλου... Έσβησε το φως του φεγγαριού... Ένα άλλο φως κακόβουλο, πύρινο, σκέπασε το καλοκαίρι μας. Φως ανατριχιαστικό, από μια παμφάγα φλόγα...Όλα τα κατάπιε στο πέρασμά της. Ανθρώπους, ζώα, φυτά, σίδερα και οξυγόνο. Ήρθε ξαφνικά ορμητική, μυριόστομη, αχόρταγη πύρινη λαίλαπα...
          Φωτιά! Καίγεται το σύμπαν! Προτού προλάβεις να σκεφτείς, να οργανωθείς,περνούσε κι άρπαζε ό,τι εύρισκε μπροστά της... Κι ήταν τόσο όμορφο εκείνο το ηλιόλουστο απομεσήμερο! Προτού καταλάβουμε τι συνέβαινε, να ο πρώτος νεκρός. Όσες φορές κι αν τα εξιστορήσουμε, δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι συνέβη τέτοιο κακό... Κι όλο τα ξαναλέμε...Πίσω μας,πάνω μας, δίπλα μας, έτρεχε ένα κάστρο φωτιάς πιο γρήγορα κι απ' τον άνεμο. Η πυρωμένη του ανάσα σ' έκαιγε πριν  καν σε πλησιάσει... Έκαψε τα πάντα. Αφάνισε δέντρα, έξαέρωσε πεταλούδες, έπνιξε ζούδια, σκότωσε κατοικίδια και αδέσποτα, έλιωσε μέταλλα, κατέφαγε περιουσίες... Όρμησε αστραπιαία και ρούφηξε παιδάκια, γονείς, παππούδες, μωρά...
            Τώρα, δέκα μέρες μετά, επικρατεί εκεί μια αβάσταχτη σιωπή... Όποιοι πρόλαβαν- άνθρωποι και ζώα- γλίτωσαν σοκαρισμένοι όλοι, έντρομοι, πανικόβλητοι. Σε κάποιους έμεινε σαν περιουσιακό στοιχείο, μόνον το ρούχο που φορούσαν... Όλα στάχτη... Όρμησαν στην θάλασσα να σωθούν με κύματα πανύψηλα μπροστά τους και δηλητηριασμένον αέρα από πάνω τους που σύρθηκε σαρδώνια βαρύς ως την ακτή... Μετρούν τις πληγές και τελειωμό δεν έχει ο καημός... Κάθε μέρα κι άλλος νεκρός αγαπημένος στον μακρύ κατάλογο των ξαφνιασμένων ψυχών...
              Το Μάτι... Εικόνα βομβαρδισμένου τοπίου, σκέλεθρα κι αποκα'ί'δια... Και μια ησυχία εκκωφαντική... Κλείνω τα μάτια και να! Οι δύο δίδυμες αδελφούλες παίζουν στον κήπο, ενώ ο παππούς διαβάζει την εφημερίδα του και η γιαγιά μαγειρεύει γεμιστά... Στον διπλανό κήπο, δυο αδέλφια, αθλητές στην ποδηλασία ετοιμάζονται να πάνε μπάνιο.Περιμένουν τον πατέρα τους που πήγε να φέρει τον σκυλάκο τους. Παρέκει η γιαγιά παρακολουθεί τα εγγόνια της να κάνουν κούνια, καθισμένη δίπλα στον σύζυγο που πονούν τα πόδια του.
           Θεέ μου! Ποτέ δεν θα πάψουν ν' ακούγονται παιδικές φωνές σε αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου... Φωνές τραγουδιστές από κορίτσια που παίζουν σχοινάκι, από αγόρια που παίζουν μπάλα... Κοίτα! Γατάκια που γουργουρίζουν στο πρεβάζι, σκύλοι που τρέχουν χαρούμενοι δίπλα στο αφεντικό τους...Πουλάκια που τιτιβίζουν κρυμμένα στις φυλλωσιές...
            Αυτές οι φιγούρες στοίχειωσαν για πάντα τον τόπο...Δεν το αντέχει ούτε η μάνα γη που καήκανε τόσα παιδιά της...Χριστέ μου! Πώς μπορεί να καεί η αθωότητα; Πώς μπορεί να καρβουνιαστεί το παιδικό γέλιο; Είναι τόσο, μα τόσο άδικο... Ποτίστηκε η γη από την θυσία της νέας ζωής που πνίγηκε ασφυκτιώντας για οξυγόνο μέσα στην πυρά...
             Βεβήλωση να γίνει μαύρο, καρβουνιασμένο το ολοζώντανο κορμάκι των παιδιών, γεμάτο χυμούς νεότητας και ανεμελιάς... Φρικίασε η πλάση μπροστά σε τέτοια τραγωδία...Εκεί που έπαιζαν ξέγνοιαστα, κόπηκε ξαφνικά η ανάσα, σταμάτησε το παιχνίδι, έμεινε ορφανή η κούνια να κουνιέται σιγανά, λαμπάδιασεν ο τόπος και το κρινένιο κορμάκι έγινε κάρβουνο δια μιάς...Να! Ακούω τις φωνές, τα ουρλιαχτά, τις κραυγές!
            ''Μη φοβάσαι Πάνο μου! Βρεγμένη πετσέτα στο πρόσωπο και τρέχα! Τρέχα!'' ''Πάρε τα παιδιά καλή μου και τρέξτε στην παραλία!Εγώ θα μείνω με τον παππού...'' ''Κατεβείτε στην θάλασσα! Γρήγορα! Από δώ!'' Πολλοί χάθηκαν στον δρόμο, εγκλωβίστηκαν σε γκρεμό. Η θάλασσα από κάτω... Αδύνατον να την φτάσουν. Κλαίγοντας με αναφιλητά, σφίγγουν οι μανάδες τα παιδιά τους στο στήθος τους.'' Αγκάλιασέ με Μαράκι μου... Έτσι μπράβο.... Σφιχτά...''   ''Φοβάμαι μαμά... Δεν μπορώ να ανασάνω...'' ''Θα κλείσουμε τα μάτια φως μου, θα μετρήσουμε ως το 10 και μετά όλα θα είναι διαφορετικά... Μην ανοίγεις τα μάτια καρδιά μου... Είμαι εδώ και σε κρατάω... Θα πάμε κάπου μαζί...'' Το δαιμονικό πύρινο στόμα,τούς βρίσκει όλους αγκαλιασμένους και τους καταπίνει αστραπιαία...Γύρω ακούγονται σπαρακτικές κραυγές και κοπετοί...Η μικρή ποδηλάτισσα όρμησε μπροστά να ξεφύγει με το σκυλάκι της αγκαλιά...Η φωτιά την έκαιγε. Δεν άντεχε άλλο. Πήδηξε προς το νερό, μα οι βράχοι, τής πήραν την όμορφη ζωή... Πίσω, σφιχταγκαλιασμένοι ο πατέρας της κι ο αδελφός της, γίνονταν παρανάλωμα του πυρός...Οι ίδιες εικόνες μου έρχονται ξανά και ξανά στο νου και τις αναμασώ συνέχεια, λες και με την επανάληψη κάποια στιγμή θα αποδεχθώ το ζοφερό γεγονός που μας συντάραξε συθέμελα...Σαν κάτι να με τραβάει και γυρίζω στον τόπο θυσίας, όπως ο δολοφόνος στον τόπο  του εγκλήματός του... Ένας μαγνήτης οδυνηρός που μου φωνάζει:  ''Ξαναδές τα! Ξαναπές τα! Είναι πολύ ενωρίς για να κοιτάξεις αλλού...''
                Ποιος από δω κι εμπρός θα κατεβαίνει για μπάνιο στην παραλία και δεν θα λέει:''Εδώ περίμεναν τόσοι άνθρωποι απελπισμένοι μαζί με τα παιδιά τους και τα ζώα τους. Ασφυκτιούσαν από τον καπνό και βασανίζονταν από τα μεγάλα κύματα που ύψωναν κι αυτά επιθετικά την κορυφή τους στους απελπισμένους που έπεσαν στην θάλασσα να σωθούν''. Θα ιστορούν: '' Να, εδώ, ήρθαν τα πρώτα πλοιάρια να σώσουν τους  τσακισμένους πυρόπληκτους''. Κι αν στήσουν αυτί , θα ξεχωρίσουν μέσα στον συριγμό του ανέμου διάφορες φράσεις και συνεχόμενα αναφιλητά...
                 ''Κρυώνω μαμά... Δεν ανασαίνω και καλά...''  ''Δεν βρήκα την γατούλα μας μαμά... Τι λες; Θα ζει;''  ''Εγώ θα κολυμπήσω... Αντέχω... Κάποιος ψαράς θα με βρεί...'' Φοβάμαι μπαμπά... Δεν μπορώ άλλο μέσα στο νερό... Κρυώνω πολύ... Τρέμουν τα κόκαλά μου...''   '''Υπομονή Σπύρο μου. Εδώ ανασαίνουμε κάπωςκαλύτερα... Κρατήσου από πάνω μου. Θα έρθει η βάρκα να πάρει κι εμάς...''   ''Γλιστράω! Τα κύματα με σπρώχνουν δυνατά...''  ''Σε κρατάω γερά Σπύρο μου!Μη φοβάσαι, έλα πιο κοντά μου αγόρι μου... Να, δες! Έρχεται ένα φουσκωτό!''
            Σε ακτές και δρόμους θα σέρνεται πάντα ο ανείπωτος τρόμος  εκατοντάδων ανθρώπων και  ο τόπος θα μείνει στοιχειωμένος από την θυσία τόσων αδικοχαμένων ψυχών... Ίσως ξαναχτιστεί πιο προσεχτικά η περιοχή, με δρόμους πλατείς κι ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τις παραλίες. Όμως όποιος έζησε τον εφιάλτη, θ' ακούει για χρόνια το πανικόβλητο αλύχτισμα των σκύλων, τα ουρλιαχτά της μάνας, τις κραυγές του πατέρα, τον θρήνο της γιαγιάς, τον ανείπωτο φόβο των παιδιών, το μούγκρισμα της φωτιάς....Και θα περάσει πολύς καιρός για να ξεχάσει την φοβερή μυρωδιά της καμένης σάρκας που μάρκαρε τα ρουθούνια του.
          Μια ολόκληρη Ελλάδα ταρακουνήθηκε. Μια ολόκληρη Ελλάδα θρηνεί. Μιας ολόκληρης χώρας μάτωσε η καρδιά της και έπαψε τούτο το καλοκαίρι να είναι φωτεινό...
              Πόνος, σπαραγμός, οργή, κλαυθμός και οδυρμός, πλανώνται στην ατμόσφαιρα. ΠΟΙΟΣ θα ζητήσει συγγνώμη;; ΠΟΙΟΣ θα αναλάβει την ευθύνη;; ΠΟΙΟΙ θα προσπαθήσουν ώστε  ΠΟΤΕ  πια να μην ξανακλάψουμε καμένους και πνιγμένους αδελφούς;;
            Το Μάτι και οι άλλες περιοχές θα ξαναπρασινίσουν. Όμως πίσω από τις φυλλωσιές θα μας παρακολουθούν πάντα   τα έντρομα αθώα μάτια των παιδιών που χάθηκαν... Θα μας βλέπουν με παράπονο και θα γυρίζουν ολοένα στον δικό τους κήπο να συνεχίσουν το παιχνίδι τους που άφησαν ατέλειωτο προχθές... Έστω κι αν δεν τα βλέπουμε... Κι ίσως κάποτε μας συγχωρήσουν...                

ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Τόσο πολύ δεν έκλαψα ποτέ,
Όσο τις τελευταίες μέρες...
Ταΰγετος και Πάρνωνας...
Μεσσήνη, Λακωνία...
Ζαχάρω... Όμορφα χωριά...
ΟΛΑ... κατεστραμμένα...
Τ’ αφάνισε ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ της πυρκαγιάς το τέρας...
Κλείνω την τηλεόραση...
Δεν θέλω να ιδώ άλλο...
Γιατί τέτοια θυσία αφύσικη;
Κι όσο περνούν οι ώρες ένα μόνο συναίσθημα φριχτό με κατακλύζει... 


Η Γνώση ότι είμαι μόνος μου πάνω σ’ αυτήν την πλάση...

Μόνος... Μόνη..
Έρημος... Έρημη...
Βοήθεια πια από ΠΟΥΘΕΝΑ δεν πρέπει να προσμένω...
Καράβι ακυβέρνητο η χώρα μου η έρμη,
όπου, κανείς πια δεν μπορεί να δώσει προστασία...

ΚΑΙΓΟΜΑΣΤΕ..

.
ΚΑΗΚΑΜΕ...

Πότε θα κάντε κάτι
Ανάθεμα σε κείνονε όπου μπορεί, αλλά δεν κάνει...
Ανάθεμα σε κείνονε όπου γραμμένον μ’ έχει...
Τι έγινε; Να τρέμω πλέον πρέπει, 
όταν θ’ αρχίζουν διακοπές 
και θα ’ρθει καλοκαίρι;
Η πιο ωραία εποχή κόλαση μου φαντάζει...
Κάθε κατακαλόκαιρο η Ελλάδα θα μικραίνει; 
θα λιγοστεύουν οι βλαστοί, θα ψήνονται οι άνθρωποι;
Πού ξανακούστηκε - Θεέ - 
επειδή ο βοριάς φυσάει, 
να καρβουνιάζονται οι αγροί, 
να καίγεται η ζήση; 

Κι οι ΑΡΧΗΓΟΙ, τι κάνετε;
Πως ήσυχοι κοιμάστε;
Και θα ξανάβγει ο υπουργός να πει απ’ την οθόνη: 


«Λυπάμαι, συγκλονίζομαι στην τόση τραγωδία...»

Ε, και;...
Αυτός μας έσωσε; Ξανάζησε ο φίλος, που κάηκε αβοήθητος, 
μες στ’ αυτοκίνητό του;
ΚΑΙ ΠΟΙΑ
ΚΑΙ ΠΩΣ η προστασία;
Και ως πότε θα καραδοκεί τόση αναλγησία;
Μια τραγωδία κάματε εφέτος την Ελλάδα...
Το καλοκαίρι ο φονιάς;
Οι άνεμοι ο εχθρός μας;
Να τρέμουμε αν πιο πολύ φυσήξει ο αγέρας; 


Πώς ξεπηδάνε φονικές οι φλόγες του διαβόλου;
Ποιο χέρι ασυλλόγιστα τελειώνει τις ζωές μας;

Πώς εμφανίζεται ξανά ο πύρινος εφιάλτης;
«Λυπάμαι, συγκλονίζομαι, στην τόση τραγωδία...»
Κράτα για ΣΕ το κλάμα σου και δώσε μου εμένα 
πίσω γερά ολοζώντανα όσα η φωτιά μου πήρε...

Θέλω τον φίλο που ’κάψε η λαίλαπα το βράδυ...
Θέλω τα ζώα τα ήμερα όπου θυσία εγίναν...
Θέλω τα ζώα τα άγρια που η πυρά τα πήρε...
Θέλω τα δάση τα έμμορφα που γέλασαν στον ήλιο...
Θέλω το σπίτι μου, αυτό που το ’χτιζα με αίμα...
Θέλω - όσο φτωχά κι αν ήτανε - εκείνα που ’χα μέσα,
που δούλεψα μια ζωή τίμια να τ’ αποκτήσω
και που δεν έχω μια δραχμή πλέον να ξαναρχίσω..
Μα πιο πολύ, σου ’πα, θέλω πίσω ΑΥΤΟΥΣ που χάθηκαν για πάντα... 
Οι πυροσβέστες, οι ήρωες, οι φίλοι στο χωριό μου, 
τι είχε μέσα του ψυχή, ποιος θα το φέρει πίσω;
Μέσα σε θάνατο φριχτό τέλειωσαν τη ζωή τους, 
χωρίς να φταίνε κανενός, μιαν ηλιόλουστην ημέρα...

ΓΙΑΤΙ;

Ο!
Προς που να στρέψω να το πω;
Και ποιόνε να ρωτήσω;

ΓΙΑΤΙ;

Γιατί αφήσατε τη χώρα μες στις φλόγες;
Τέτοια θυσία φοβερή,
σε ποιον θεό εγίνη;
Τέτοια εκατόμβη τρομερή, σεισμό δεν έχει φέρει;
Εκτός κι αν δεν το νιώθετε, γιατί δεν σας αγγίζει.,.
Και μην θυμώστε...
Αν θέλατε ΑΛΗΘΙΝΑ, λίγο να προστατέψτε,
μήπως ΚΑΤΙ, ΚΑΤΙ
θα έπρεπε να είχατε προβλέψει;

Εγώ στέλνω τ’ ΑΝΑΘΕΜΑ σε όποιον έχει φταίξει...

Κι αλίμονο...
Πες μου, τι να προσμένω;
Τι να γροικώ, πατρίδα μου καημένη;
Μόνη και απροστάτευτη πλες και, όπου σε βγάλει...
Μόνο «κουράγιο» σήμερα δεν πρόκειται ν’ αρθρώσω...
Γιατί οργή έχω μέσα μου και θρήνο... θρήνο βαρύ, ατελείωτο
Κι οργή... οργή στην κάπνα βουτηγμένη...

Αύγουστος 2007
Πολυάνθη Βουτσινά

Υ.Γ.:  Να κάνω μιαν ερώτηση;
        Θα υπάρξει ΤΙΜΩΡΙΑ;
        Κι αν ναι, η τιμωρία, πότε;

ΠΑΡΝΗΘΑ - ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ - ΝΥΧΤΑ

ΠΑΡΝΗΘΑ... ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ...


Οργίζομαι με σας που δεν μ’ αφήνετε να ζήσω...
Γίνομαι έξαλλος -η, με σας που διαγράψατε από το λεξιλόγιό σας τις λέξεις:

Σεβασμό

Αλήθεια

Ανθρωπιά

Πώς καταντήσατε τον τόπο που επέλεξα να μεγαλώσω τα παιδιά μου;
Ποιοι είστε εσείς που νομίζετε ΕΓΩ θα μπορέσω συνέχεια να ξεχνώ;
Και πως τολμάτε ο καθένας σας, ΕΜΕΝΑ, ν’ αντικρίζει;
Και να υπόσχεται ξανά - για πέστε μου - σαν, τι;
Είμαι μονάδα και κανείς σας δεν αναγνωρίζει τη δύναμη που ’χω κρυμμένη μέσα στην ψυχή...

Δύναμη για

αλλαγή...

Εγώ ο ένας... Εγώ η μια...

Κι άλλος κανένας...
Μια μοναξιά...
Μια σκοτεινιά...
Κι όμως μπορώ...

Μπορώ:
Να βγω μέσα από τα πύρινα εγκλήματά σας...

Αθήνα καρβουνόπληχτη

της γης τ' αποκαΐδι...
Έγκλημα καλοκαιρινό...
Κλάμα βαθύ, γοερό...
Οργή βαθιά, συνεχής...
Κάψατε τα βουνά μας...
Κάψατε τα ζώα, ένα σωρό πουλιά, λουλούδια, τετράποδα αθώα, όλα στάχτη...

Καλά... Δεν ακούτε το θρήνο των Δρυίδων; Δεν ακούτε της ελαφίνας την κραυγή; Της πέρδικας τον πόνο; Των δέντρων, των θάμνων τις κραυγές;
Τις οιμωγές της γης μας;

Λαμπάδιασαν φωτιές φρικτές και κάψαν τις ψυχές μας, την ομορφιά, τα σπίτια μας, αθώους πυροσβέστες...
Κάψατε τις ελπίδες μας... Το λίγο οξυγόνο...
Κάψατε και την απαντοχή μαζί, αυτού του τόπου...

Και πώς τολμάτε κι έρχεστε αντίκρυ να σταθείτε;
Τσίπα, φιλότιμο, ντροπή, δεν ξέρετε τι είναι;
Εσείς ποτέ δεν καίγεστε, δεν λιώνετε απ’ τη ζέστη...
Εσάς καμιά φωτιά τρανή ποτέ δεν σας φοβίζει...

Και το χειμώνα έχετε τον τρόπο να σωθείτε...
Τα σπίτια σας δεν γίνονται βάρκες πλημμυρισμένες...
Κι ούτε πεθαίνετε, γιατί δεν έχετε τα φράγκα να τα ξαναφτιάξετε εξ αρχής, όσα η λάσπη πήρε...
Και τα παιδιά σας έχουνε να πάνε να σπουδάσουν, χωρίς ο έρημος γονιός πουλήσει τα χωράφια...

Κατηγορώ λοιπόν
ΕΣΕ όπου δεν έχεις μπέσα...
Είτε σε λένε βουλευτή ή υπουργό ό,τι είσαι, αλλά - μην το ξεχνάς ποτέ - εβγήκες από ΜΕΝΑ...

Κατηγορώ
όλους εσάς που συστηματικά ξεχνάτε όλες τις υποσχέσεις σας που δώσατε, προτού το χρίσμα πάρτε...

Κατηγορώ εσάς που μόνο η αδιαφορία διέπει τη ζωούλα σας και τον πολύτιμο εαυτό σας...

Κατηγορώ εσάς που δεν μας υπολογίζετε - σαν πιόνια στη σκακιέρα — και φτιάχνετε το μέλλον μας χωρίς να μας ρωτήστε...



Στην Αθηνών την ολόμαυρη ράχη,

περπατώντας η Απελπισία μονάχη,

μελετά τις καμένες ελπίδες
και στην κόμη στεφάνι φορεί


καμωμένο από λίγα αγκάθια

που ’χαν μείνει στην έρημη γη...

Λοιπόν θέλω πίσω τον τόπο μου...
Όπως τον ήξερα πριν λίγα χρόνια...
Χωρίς νέφος... Με γερά κτίρια... Με μπόλικο πράσινο... Με το δικαίωμα να αποφασίζω ΕΓΏ για τη ζωή μου και τη ζωή των παιδιών μου... Με χρήμα που να ’χει αξία και ίσες ευκαιρίες για όλους... Με αληθινούς δασκάλους και σωστά βιβλία...

Μια ανθρώπινη πόλη...
Μια πόλη με σεβασμό σε ανθρώπους...
Με σεβασμό στα ζώα, τα μόνα αγνά πια πλάσματα του πλανήτη μας...
Με σεβασμό σε κάθε φυτό...
Μια πόλη με Αληθινούς Ανθρώπους...
Με συμπόνια...
Σεβασμό... Αλήθεια...

Α ν θ ρ ω π ι ά...

Δεν θέλω να με περνάς χαζό...
Δεν θέλω να με περνάς χαζή...
Δεν τρώω πλέον παραμύθια...
Εγώ δεν ντρέπομαι να σε κοιτώ στα μάτια...
Εσύ;
Μπορείς;
Να με κοιτάς στα μάτια εννοώ...
Μπορείς;

Κι αν μπορώ εγώ ακόμα και ονειρεύομαι, πάνω στα αποκαΐδια των βουνών μας.
Κι αν μπορώ ακόμα και ονειρεύομαι πάνω στα πνιγμένα σπιτικά μας,
Κι αν μπορώ ακόμα κι ονειρεύομαι πάνω στις έγνοιες και τις αγωνίες των παροπλισμένων μαθητών μας,
Κι αν μπορώ ακόμα κι ονειρεύομαι πάνω από τους τάφους των αδικοχαμένων δικών μας.

Το κάνω γιατί έχω μέσα μου την ακατάλυτη ελληνική ψυχή...

Εγώ ο ένας...
Εγώ η μία...
Ο ΛΑΟΣ..

Αυτός... αυτή είμαι...
Ο ΛΑΟΣ...

Μόνο, άστε μου μια χαραμάδα ουρανού καθαρού για να συνεχίσω να ελπίζω...

Μια τόση δα χαραμάδα...
Μόνο, άστε μου, ένα ζωντανό άκαυτο κλαράκι ελιάς, για να βρω τη δύναμη να συνεχίσω...
Μην μου τα πάρετε ΟΛΑ
Μην τα ρημάξετε άλλο... 

Κι ΕΣΥ ήρθε ο καιρός να με ακούσεις...
Αφουγκράσου τι σου λέω τόσον καιρό...

Η δύναμή μου μεγάλη...
Καμιά φορά κι εγώ ξεχνάω τι μπορώ να κατορθώσω


Αρκεί να αφυπνιστώ... 

Αρκεί να συσπειρωθώ...
ΠΟΤΕ μου ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ 

Και χτίζω...
Μπορώ να χτίσω...
Μπορώ και ν’ αναγεννηθώ...
Εγώ... Ο ΛΑΟΣ...
Μην το ξεχνάς...

Αθήνα - Αύγουστος 2007 
(κατά το κάψιμο της Πάρνηθας)




ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Τόσο πολύ δεν έκλαψα ποτέ,
Όσο τις τελευταίες μέρες...
Ταΰγετος και Πάρνωνας...
Μεσσήνη, Λακωνία...
Ζαχάρω... Όμορφα χωριά...
ΟΛΑ... κατεστραμμένα...
Τ’ αφάνισε ο ΔΡΑΚΟΝΤΑΣ της πυρκαγιάς το τέρας...
Κλείνω την τηλεόραση...
Δεν θέλω να ιδώ άλλο...
Γιατί τέτοια θυσία αφύσικη;
Κι όσο περνούν οι ώρες ένα μόνο συναίσθημα φριχτό με κατακλύζει... 


Η Γνώση ότι είμαι μόνος μου πάνω σ’ αυτήν την πλάση...

Μόνος... Μόνη..
Έρημος... Έρημη...
Βοήθεια πια από ΠΟΥΘΕΝΑ δεν πρέπει να προσμένω...
Καράβι ακυβέρνητο η χώρα μου η έρμη,
όπου, κανείς πια δεν μπορεί να δώσει προστασία...

ΚΑΙΓΟΜΑΣΤΕ..

.
ΚΑΗΚΑΜΕ...

Πότε θα κάντε κάτι
Ανάθεμα σε κείνονε όπου μπορεί, αλλά δεν κάνει...
Ανάθεμα σε κείνονε όπου γραμμένον μ’ έχει...
Τι έγινε; Να τρέμω πλέον πρέπει, 
όταν θ’ αρχίζουν διακοπές 
και θα ’ρθει καλοκαίρι;
Η πιο ωραία εποχή κόλαση μου φαντάζει...
Κάθε κατακαλόκαιρο η Ελλάδα θα μικραίνει; 
θα λιγοστεύουν οι βλαστοί, θα ψήνονται οι άνθρωποι;
Πού ξανακούστηκε - Θεέ - 
επειδή ο βοριάς φυσάει, 
να καρβουνιάζονται οι αγροί, 
να καίγεται η ζήση; 

Κι οι ΑΡΧΗΓΟΙ, τι κάνετε;
Πως ήσυχοι κοιμάστε;
Και θα ξανάβγει ο υπουργός να πει απ’ την οθόνη: 


«Λυπάμαι, συγκλονίζομαι στην τόση τραγωδία...»

Ε, και;...
Αυτός μας έσωσε; Ξανάζησε ο φίλος, που κάηκε αβοήθητος, 
μες στ’ αυτοκίνητό του;
ΚΑΙ ΠΟΙΑ
ΚΑΙ ΠΩΣ η προστασία;
Και ως πότε θα καραδοκεί τόση αναλγησία;
Μια τραγωδία κάματε εφέτος την Ελλάδα...
Το καλοκαίρι ο φονιάς;
Οι άνεμοι ο εχθρός μας;
Να τρέμουμε αν πιο πολύ φυσήξει ο αγέρας; 


Πώς ξεπηδάνε φονικές οι φλόγες του διαβόλου;
Ποιο χέρι ασυλλόγιστα τελειώνει τις ζωές μας;

Πώς εμφανίζεται ξανά ο πύρινος εφιάλτης;
«Λυπάμαι, συγκλονίζομαι, στην τόση τραγωδία...»
Κράτα για ΣΕ το κλάμα σου και δώσε μου εμένα 
πίσω γερά ολοζώντανα όσα η φωτιά μου πήρε...

Θέλω τον φίλο που ’κάψε η λαίλαπα το βράδυ...
Θέλω τα ζώα τα ήμερα όπου θυσία εγίναν...
Θέλω τα ζώα τα άγρια που η πυρά τα πήρε...
Θέλω τα δάση τα έμμορφα που γέλασαν στον ήλιο...
Θέλω το σπίτι μου, αυτό που το ’χτιζα με αίμα...
Θέλω - όσο φτωχά κι αν ήτανε - εκείνα που ’χα μέσα,
που δούλεψα μια ζωή τίμια να τ’ αποκτήσω
και που δεν έχω μια δραχμή πλέον να ξαναρχίσω..
Μα πιο πολύ, σου ’πα, θέλω πίσω ΑΥΤΟΥΣ που χάθηκαν για πάντα... 
Οι πυροσβέστες, οι ήρωες, οι φίλοι στο χωριό μου, 
τι είχε μέσα του ψυχή, ποιος θα το φέρει πίσω;
Μέσα σε θάνατο φριχτό τέλειωσαν τη ζωή τους, 
χωρίς να φταίνε κανενός, μιαν ηλιόλουστην ημέρα...

ΓΙΑΤΙ;

Ο!
Προς που να στρέψω να το πω;
Και ποιόνε να ρωτήσω;

ΓΙΑΤΙ;

Γιατί αφήσατε τη χώρα μες στις φλόγες;
Τέτοια θυσία φοβερή,
σε ποιον θεό εγίνη;
Τέτοια εκατόμβη τρομερή, σεισμό δεν έχει φέρει;
Εκτός κι αν δεν το νιώθετε, γιατί δεν σας αγγίζει.,.
Και μην θυμώστε...
Αν θέλατε ΑΛΗΘΙΝΑ, λίγο να προστατέψτε,
μήπως ΚΑΤΙ, ΚΑΤΙ
θα έπρεπε να είχατε προβλέψει;

Εγώ στέλνω τ’ ΑΝΑΘΕΜΑ σε όποιον έχει φταίξει...

Κι αλίμονο...
Πες μου, τι να προσμένω;
Τι να γροικώ, πατρίδα μου καημένη;
Μόνη και απροστάτευτη πλες και, όπου σε βγάλει...
Μόνο «κουράγιο» σήμερα δεν πρόκειται ν’ αρθρώσω...
Γιατί οργή έχω μέσα μου και θρήνο... Θρήνο βαρύ, ατελείωτο
Κι οργή... Οργή στην κάπνα βουτηγμένη...

Αύγουστος 2007
Πολυάνθη Βουτσινά

Υ.Γ.:  Να κάνω μιαν ερώτηση;
        Θα υπάρξει ΤΙΜΩΡΙΑ;
        Κι αν ναι, η τιμωρία, πότε;


ΝΥΧΤΑ...

Ακούω της γης το κλάμα...

Έπεσε η νύχτα...

Η φωτιά κατακαίει τα πάντα...

Τα ελικόπτερα έπαψαν να πετούν...

Οι πυροσβέστες σταμάτησαν τις αντλίες...

Έπεσε η νύχτα...

Αύριο πάλι στον ίδιο φοβερό, άνισο αγώνα...

Κι ό,τι περισωθεί...


Όμως η φωτιά θα εξακολουθήσει να καίει...

Όλη τη νύχτα...

Όταν εμείς κοιμόμαστε,

ΑΥΤΗ θα συνεχίσει το φρικαλέο έργο της...


Έχω μιάν απορία...

Ποιος θα μπορέσει ήσυχος να πέσει στο κρεβάτι, 

όταν οι φλόγες θα εξακολουθούν όλα να ρημάζουν;


Έπεσε η νύχτα...

Θρασομανά η φλόγα...

Πλαγιές, αγροί κατακαίγονται...

Η κόλαση του Δάντη...

Η γη απλά δέχεται της πυρκαγιάς τη φρίκη...

Και θυσιάζει αναγκαστικά ό,τι ψυχούλα έχει...


Έπεσε η νύχτα...

Δεν πέφτω στο κρεβάτι...

Τα μάτια μου διάπλατα...

Το χάος μ' αγκαλιάζει...

Δαγκάνες πύρινες, αιματηρές, φλόγες καταραμένες...


Κι έρχεται μέσα στην ψυχή,

της γης μου η φωνούλα...

Κλάμα απ' τα φύλλα...

Κλάμα απ' τις ρίζες, απ' τους κορμούς, απ' τ' αφανισμένα δάση...


Άκου...Ο θρήνος του ελαφιού...

Του σαλιγκαριού η ανάσα...

Το βόγγηγμα του κότσυφα...

Του κορυδαλλού το κλάμα...

Αλεπουδίτσα άμοιρη, νυφίτσα μου καημένη...

Όλα στο κέντρο μιας πυράς...


Μες στον κλοιό της φλόγας ...

Άδικα απλώνει η πέρδικα φτερούγες,

να σώσει τα παιδάκια της...

Μαζί θε να καούνε...


Άδικα τα λυκόπουλα κουρνιάζουν

στην αγκαλιά της μάνας τους...

Αμίλητη η λύκαινα στριμώχνει τα μωρά της

και πέφτει από πάνω τους για να καεί αυτή πρώτη,

πρώτη απ' τα λυκόπουλα...

Μαζί στον θάνατό τους...

Έντρομα μάτια...Πανικός... Παγιδευτήκαν όλα...

Πνίγονται... Χάνονται...Βογγούν...

Ολοφυρμοί...Αντάρα...

ΠΟΙΟΣ ΦΤΑΙΕΙ;;;

Κι αυτά σε τι εφταίξανε και πρέπει να πεθάνουν

με τον πιο εφιαλτικό τρόπο φρικτού θανάτου;;

Βλέπω τα πανικόβλητα και έντρομά τους μάτια...

Μέσα στις κόρες τους τρελές χορεύουν φλόγες...


Έπεσε η νύχτα...

Ακούω...

Γρήγορες ανάσες φοβισμένες...

Ακούω βλέφαρα που τρεμοπαίζουν...

Κλάμα που δεν τελειώνει...

Η φύση κλαίει... Οδύρεται...

Κλαίει για τα παιδιά της που θα χαθούν αβοήθητα

σε μιά τρελή θυσία...


Έπεσε η νύχτα...

Έπεσε η νύχτα και ορμά και μέσα στην ψυχή μου...

Πώς ντρέπομαι Θεούλη μου,

που γι' άνθρωπος λογιέμαι...

Έστω κι αν ούτε μιά φωτιά δεν άναψα στην πλάση...

Εγώ... Εμείς...

Όμως οι άλλοι;;

Ντρέπομαι γιατί κάποιοι συνάνθρωποί μου,

δολοφονούν ανεξέλεγκτα κάθε ζωή στην φύση,

και μένουν ατιμώρητοι...


Έπεσε η νύχτα

κι η φωτιά, την φύση ξεκληρίζει...

Κυριακή 29 Ιουλίου 2018

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ

Και ήρθε η επόμενη μέρα... Η μέρα μετά την τραγωδία. Τι μπορείς να πεις;   Τίποτε... Να κουβεντιάσεις; Να χαριεντιστείς; Δεν γίνεται. Αν το κάνεις, νιώθεις τύψεις ότι προδίδεις κάποιον. Θα μου πεις ότι η ζωή συνεχίζεται. Εντάξει, είναι όμως τόσο πρόσφατη η καταστροφή... Μια τεράστια πηγή χαίνουσα, που ρουφάει μέσα της ό,τι πάει να χαμογελάσει... Ακόμη στον αέρα ακούγονται οι σπαραχτικές φωνές των απελπισμένων και παγιδευμένων συνανθρώπων μας που καίγονται σαν λαμπάδα μες στο ηλιόλουστο απομεσήμερο... Θαρρείς πια πως είναι βεβήλωση στην μνήμη τους αν  χαμογελάσεις. Σαν να μην έχεις το δικαίωμα να είσαι εσύ χαρούμενος. Πόσο θα κρατήσει αυτό το αίσθημα; Δεν ξέρω... Ανάλογα στην ψυχοσύνθεση του καθενός μας... Πάντως η τηλεόραση δειλά-δειλά, επανέρχεται στο καθημερινό της πρόγραμμα. Το τριήμερο πένθος επίσημα έληξε. Στην πραγματικότητα όμως τίποτε δεν τελείωσε... Αλλά εκείνοι που δεν θα ξεχάσουν ποτέ, είναι οι συγγενείς των κατακαμένων ή πνιγμένων αγαπημένων τους που βρήκαν τον χειρότερο, τον πιο οδυνηρό θάνατο, μια όμορφη μέρα του Ιουλίου.

           Απελπισία, πανικός, πόνος, οδύνη, σπαραγμός, στοίχειωσαν για καλά το τοπίο. Άνθρωποι ξετρελαμένοι από τον πανικό, κυνηγημένοι από τον αδηφάγο δράκο της φωτιάς, θα τρέχουν σε επαναλαμβανόμενη κίνηση διαρκώς, στους καρβουνιασμένους δρόμους της άλλοτε μυροβόλας γειτονιάς τους... Πάντα μπροστά σε ένα παπούτσι πεταμένο στον δρόμο, ένιωθα ένα σφίξιμο στην καρδιά μου. Έτσι  μόνο του, μού φώναζε σενάρια τραγικά. Πώς βρέθηκε εκεί; Κάτι σίγουρα θα έχει συμβεί, κυρίως όχι καλό... Ατύχημα κι απόμεινε το παπούτσι; Να το 'χασε κανείς τρέχοντας από χαρά, χλιαρό. Τώρα, όταν το βλέπω στις εικόνες που αναμεταδίδει η τηλεόραση, ξέρω... Είναι από κάποιον που έτρεχε να σωθεί ή ό,τι απόμεινε από αυτόν... Και όσα αντικείμενα βρέθηκαν μαυρισμένα, αγνώριστα μες στις στάχτες, έχουν να μας πουν και από μία συγκλονιστική, σπαραχτική ιστορία...

            Ο τόπος βάρυνε από τον χαμό τόσων ψυχών και κυρίως αθώων παιδιών... Εδώ είναι  το μεγάλο δράμα που δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Τα νιάτα τα δροσερά, οι ζωές οι παιδικές που δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν, θυσία βαριά στο πύρινο τέρας... Οι ιστορίες που έγιναν γνωστές , σπαραχτικές, γεμάτες ανείπωτο τρόμο, ταρακούνησαν όλο το Πανελλήνιο... Για την γιαγιά, την μητέρα, την εγγονούλα, τον γιο... Και δίπλα ο καμένος φίλος σου, το σκυλάκι σου, η γατούλα σου...

                Να αποδοθούν ευθύνες... Όλοι το ζητούν. Τι θα γίνει; Τι θα καταφέρουν; Φταίει η εκάστοτε κεφαλή που εμείς επιλέξαμε κάθε φορά; Είμαστε ανίκανοι να σεβαστούμε τον νόμο;; Τι πάει να πει άναρχη δόμηση το 2018; Γιατί να υπάρχει αποδοχή της; Φταίει αυτός που έχτισε το αυθαίρετο, φταίει κι αυτός που επέτρεψε το χτίσιμό του και έκανε τα στραβά μάτια. Γιατί; Είμεθα ένα άναρχο κράτος; Ανύπαρκτη κι η ρυμοτομία; Πού είναι οι φαρδείς με ελεύθερη πρόσβαση στην ακτή, δρόμοι; Πού είναι η ύπαρξη δέντρων που δεν είναι φιλικά προς την φωτιά; Είμαστε ανίκανοι να διαχειριστούμε ένα φυσικό φαινόμενο. Βρέχει; Πνιγόμαστε. Και θα πνιγόμαστε όσο χτίζουμε πάνω σε ρέματα. Κλείνεις την έξοδο του νερού; Μα τότε θα σε πνίξει με την παραμικρή νεροποντή. Πού είναι τα αντιπλημμυρικά έργα; Νεκρά μαζί με τους πνιγμένους της Μάνδρας...   

             Και η δασοπροστασία; Ο κανόνας να μην χτίζουμε μέσα σε δάση; Και επιτρέπεται να έχουμε ακόμη ξύλινες κολόνες της ΔΕΗ; Ο καθαρισμός των πυλώνων της ΔΕΗ; Η αποκομιδή των κηπαίων; Η άναρχη οικοδόμηση; Αν δεν τα σεβαστούμε όλα αυτά, τότε κάθε καλοκαίρι, όποτε φυσάει θα καιγόμαστε και θα μετρούμε νεκρούς. Τι είναι εκείνο που δεν λειτουργεί καλά σε επίπεδο πολιτικής προστασίας; Πρέπει να δούμε τι έφταιξε για να μην ξαναπνιγούμε και για να μην ξανακαούμε. Αυτό προέχει και μετά η απόδοση ευθυνών. Υπάρχει σχέδιο εκκένωσης σε φυσικές καταστροφές; Κι αν  όχι,   Γ ι α τ ί;;;  Η μέχρι τώρα ολιγωρία μάς οδήγησε σε αβάσταχτο θρήνο. Βαρύ το κόστος σε απώλεια ανθρώπινης ζωής. Βαρύ κι ασήκωτο. Όπως βαριά πρέπει να είναι και η  τιμωρία των ολιγωρούντων.

               Πνίγεται, καίγεται ο άνθρωπός σου. Καίγονται τα ζώα σου, γίνεται στάχτη το βιος σου, η περιουσία σου, οι κόποι μιας ζωής. Εύκολο είναι  να ξαναγίνουν όλα όπως ήταν πριν;    Σε ποιες πλάτες  ν' ακουμπήσεις; Πού θα βρεις βοήθεια να ξαναχτίσεις; Κι έχεις την δύναμη να ξαναρχίσεις από το μηδέν; Τι θα σου πρωτοκάνει η αποζημίωση που όρισαν; Ξαναφέρνει πίσω τους νεκρούς σου; Ξαναφτιάχνει το καρβουνιασμένο ή πλημμυρισμένο σπιτικό σου; Πώς θα αντέξεις εσύ που απόμεινες μόνον με τα ρούχα που φοράς; Πώς θα αναστήσεις ένα νοικοκυριό πνιγμένο στις λάσπες ή θαμμένο στις στάχτες;;

             Και γύρω σου, η άλλοτε πράσινη, υπέροχη φύση, νεκρή. Πόσα χρόνια θα πάρει να ξαναπρασινίσει ο τόπος; Η βοήθεια ήρθε από τους απλούς ανθρώπους.  Μ Π Ρ Α Β Ο  σε εκείνους που υπερέβαλαν εαυτό και έδωσαν χέρι βοηθείας στην ύστατη ώρα του ανεξέλεγκτου πανικού. Πυροσβέστες, αστυνομικοί, ψαράδες, λιμενικοί, διασώστες, εθελοντές, πρώτοι στο μέτωπο της φωτιάς. Είστε  Η Ρ Ω Ε Σ. Υποκλινόμαστε στην ανθρωπιά σας... Εσείς που δεν μπορείτε να κοιμηθείτε το βράδυ από τις φρικιαστικές σκηνές που αντικρύσατε και τα ανείπωτα δράματα που ζήσατε. Εσείς που τα χέρια σας ματώσανε στην προσπάθεια να σώσετε όποιον ή ό,τι  μπορούσε να σωθεί. Περισώσατε ανθρώπινες ζωές που πάλευαν με την φωτιά και την θάλασσα.

                   Και μετά άρχισε η περίθαλψη των σοκαρισμένων και κατατρομαγμένων ζώων, κατοικιδίων και αδέσποτων. Πού πήγε το τιτίβισμα των πουλιών στα κλαδιά; Πού χάθηκε το χαρούμενο τρέξιμο του ελαφιού; Πώς έγινε το δάσος μας, κρανίου τόπος;

               Πώς θα πράξουμε, ώστε να μην ξαναεπαναληφθεί τέτοια ανήκουστη τραγωδία; Ο λαός έτρεξε να βοηθήσει. Με είδη πρώτης ανάγκης, με καρδιά, με συναίσθημα. Το θέμα είναι ότι δεν έπρεπε να φτάναμε ως εδώ που φτάσαμε... Βρέθηκαν στοιχεία που φανερώνουν εμπρησμό; Να εξαπολυθεί άγριο κυνηγητό και όποιον εμπρηστή συλλάβουν, να τον τιμωρήσουν με την μέγιστη των ποινών. Εμπρηστής;; Και πώς κοιμάσαι παλιάνθρωπε ήσυχος, που έκαψες ζωντανούς ανθρώπους, ζώα, δάση, που αφάνισες περιουσίες και σκόρπισες ανείπωτο πόνο και σπαραγμό;; Υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι δάχτυλος ξένος; Να ξαμοληθούν οι ενδεδειγμένες υπηρεσίες στην ανακάλυψη της αλήθειας και να υψώσει επιτέλους το ανάστημά της και μια φορά η χώρα μας. Δεν είμαστε οικόπεδα να μας καίνε για να μας αγοράζουν μετά πιο φθηνά... Είμαστε ψυχές, είμαστε η ίδια η Ελλάδα...

                Και όλοι πρέπει να είναι υποψιασμένοι και για το κακό που σέρνεται δυστυχώς ύπουλα πίσω από το καλό.  ΠΡΟΣΟΧΗ  σε ποιον αριθμό θα καταθέτετε την χρηματική σας βοήθεια. Παρουσιάστηκαν ψεύτικα  ΙΒΑΝ και τόποι συνέλευσης τροφίμων! Πρέπει να γίνει έρευνα για πυροσκόπους και για κλέφτες που βεβηλώνουν τα ανοιχτά, πληγωμένα σπίτια. Γι' αυτό και δημιουργούνται οι ομάδες περιφρούρησης. Αν είναι δυνατόν... Σαν τις ύαινες τρέχουν κάποιοι υπάνθρωποι να κατακλέψουν τα κουφάρια των έρημων σπιτιών... Αίσχος...

                Ε Υ Γ Ε  σε αυτούς που δίνουν την προσωπική τους βοήθεια. Ε Υ Γ Ε  σε αυτούς που προσφέρουν με όποιον τρόπο μπορούν. Πυροσβέστες, ψαράδες, γιατροί, κτηνίατροι, νέα παιδιά, συμπολίτες μας, έδωσαν το παρόν. Ο Θεός να τους το ανταποδίδει στο χιλιαπλάσιο. Όχι ότι θα γιατρευτεί ο απροσμέτρητος πόνος και καημός, αλλά όλο και μια πληγή θα γλυκάνει η ανθρωπιά τους. Αλίμονο σ' εκείνους τους  ''έχοντες'' που δεν άπλωσαν το χέρι τους να προσφέρουν στην ώρα του μεγάλου χαλασμού. Όλοι τους ξέρουμε και είναι από όλους μας  κ α τ α κ ρ ι τ έ ο ι ...

                 Πιστεύω ότι για όλους εκείνους τους βασανισμένους συνανθρώπους μας που επέζησαν και σηκώνουν ένα αβάσταχτο φορτίο, που είναι  σοκαρισμένοι και ψυχολογικά κατακερματισμένοι, πρέπει να ληφθεί πρόνοια για ψυχολογική υποστήριξη, η οποία είναι απαραίτητη... Το δράμα τους  τρομαχτικό, η οδύνη τους απροσμέτρητη... Ο Θεός να τους δίνει υπομονή και ψυχική απαντοχή...

               Υπάρχει κάτι που γλυκαίνει τις καρδιές... Η εικόνα της νεαρής κοπέλας που ανεβάζει στο φορτηγό μπουκάλια νερού, η εικόνα του πυροσβέστη που αντιμετωπίζει κατά πρόσωπο τον πύρινο δράκο, η εικόνα της κτηνιάτρου που περιθάλπει το σκυλάκι με τις καμένες πατούσες, ο στρατιώτης που μοιράζει φαγητό, είναι κάποιες εικόνες βάλσαμο στην καρδιά, που σε γεμίζουν ελπίδα. Ο κόσμος έδειξε την συμπαράστασή του. Τώρα ήρθε η ώρα της κρίσης. Η ώρα της ανάληψης ευθυνών, όχι μόνο για τιμωρία, αλλά  και για να μην ξαναζήσουμε τέτοια καταστροφή.

                Γι' αυτό πρέπει οι ιθύνοντες να παραμερίσουν τα κομματικά τους συμφέροντα, τις πολιτικές τους διαφορές και να συσκεφθούν ώστε ο σχεδιασμός που θα παρουσιάσουν, να αρμόζει σε ένα ευνομούμενο κράτος που θα σέβεται τους νόμους, που οι νόμοι θα είναι ίδιοι για όλους και θα προστατεύουν τους πολίτες τους.  Διότι έτσι πρέπει να πράξουν ηγέτες που αγαπούν τον λαό τους, που δεν δωροδοκούνται, που σέβονται την πατρίδα τους και προετοιμάζουν ένα φωτεινό αύριο... Το ότι πρέπει και οι πολίτες να σέβονται τους νόμους,  είναι απαραίτητη προϋπόθεση... Διαφορετικά  κ  ρ ά τ ο ς , δεν λογιέται...

            Πιστεύω ότι μόνον όσοι μισούν την χώρα τους, όσοι είναι ανθέλληνες, όσοι είναι προδότες μπορούν να ''κουκουλώσουν'' τα γεγονότα και να βρουν τρόπο να ρίξουν '' λάσπη'' στα μάτια του λαού. Που κι αυτός πρέπει να ξυπνήσει και να αναλάβει τις ευθύνες του και να απαιτήσει με βροντερή φωνή τα δικαιώματά του. Αρκετά πληγώθηκε και βασανίσθηκε. Δεν αντέχει άλλο... Πρέπει σε πολλά ν' αλλάξει νοοτροπία, αλλιώς η αλλαγή θα είναι δύσκολη... Οπωσδήποτε του χρειάζονται ηγέτες με όραμα, ''καθαροί'', με διαφάνεια, που θα σκύψουν πάνω από τις ανάγκες του, με σκοπό όχι να καρπωθούν αργύρια, αλλά να γλυκάνουν και να γιατρέψουν πληγές... Η πατρίδα μας δεν αντέχει άλλη τέτοια καταστροφή... Πρέπει να ξεχωρίσουμε την ήρα από το στάρι... Οι φωνές των καμένων και πνιγμένων συνανθρώπων μας που χάθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, το φωνάζουν, το απαιτούν... Το επιβάλλουν... Ας στοιχειώσουν τα αυτιά και των μεν και των δε, μήπως κι έρθει η ευλογημένη κείνη στιγμή που δεν θα φοβάσαι ότι επειδή έβρεξε θα πνιγείς ή επειδή φύσηξε θα καείς...

            Ίσως τέτοιες χαρούμενες μέρες αξιώσει ο Θεός να ξαναζήσει η πατρίδα μας και το καλοκαίρι να μην αποτελεί φόβητρο, αλλά εποχή χαράς και ευδαιμονίας.... Να ελπίζω;;...

ΕΥΧΟΜΑΙ

  1. Να ξυπνήσουμε ένα πρωί και να έχουν τα όπλα εξαφανιστεί... 
  2. Να υπάρχουν οι στρατιωτικές στολές πλέον μόνο μέσα στα μουσεία. 
  3. Πρώτα απ' όλα να υπάρχει αληθινός σεβασμός στα παιδιά. Να τ' αγαπάμε, να τα φροντίζουμε, ν' αγωνιζόμαστε να βελτιωθεί η ποιότητα της ζωής τους. 
  4. Να μην ησυχάσουμε μέχρις ότου, απ' όλα τα παιδικά μάτια σβήσουν τα δάκρυα και μέχρις ότου η ασφάλεια και η αγάπη τους οριοθετούν τη ζωή τους. 
  5. Να μη χρειάζονται κλειδαριές τα σπίτια. 
  6. Να ξαναβρούμε το δρόμο για την εκκλησία της γειτονιάς μας. Να μάθουμε να συγχωρούμε για να αγαπάμε χωρίς να περιμένουμε ανταλλάγματα... 
  7. Η πατρίδα μας να ορθώσει το ανάστημα της και να γίνει απ' όλους σεβαστή. Και πρώτα απ’ όλα, από εμάς τους ίδιους... 
  8. Τα βιβλία και η μουσική να κερδίσουν μια θέση στην καρδιά μας. 
  9. Να καταπολεμηθούν οι αρρώστιες και να βρεθούν τα φάρμακα για την ίασή τους. 
  10. Να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε χωρίς τραυματισμούς και απώλεια κάθε είδους ζωής, τους σεισμούς και τις άλλες φυσικές καταστροφές. 
  11. Να μην υπάρχουν πια πειραματόζωα. Τα ιατρικά πειράματα επιτυγχάνονται και χωρίς το φρικιαστικό βασανισμό ζώων. 
  12. Να συμπονούμε και να προστατεύουμε τα ζώα. Η φιλοζωία είναι ένδειξη αληθινού πολιτισμού. 
  13. Να το καταλάβουμε: τα ζώα έχουν την ανάγκη μας, ιδίως τα αδέσποτα. Το λένε τα μάτια τους... Κοιτάξτε τα προσεκτικά... 
  14. Να αποκτήσουμε οικολογική συνείδηση. Να ξαναγίνει η γη όμορφη, φιλική, χωρίς πυρηνικά όπλα, χωρίς πυρκαγιές, χωρίς πετρέλαια και λύματα στις θάλασσες, χωρίς τρύπες όζοντος στην ατμόσφαιρα... 
  15. Να πάψουν οι κάθε είδους ζήλιες 
  16. Να πάψουν να υπάρχουν άνθρωποι "καρφιά" 
  17. Να μη φοβόμαστε να πούμε όχι σε αυτούς που "νομίζουν" ότι τα ξέρουν όλα και ότι μπορούν να κανονίσουν ακόμα και τη δική μας ζωή. Αν είναι "ικανοί" ας ασχοληθούν μόνο με το να καλυτερεύσουν τη δική τους, καθώς και το χαρακτήρα τους. 
  18. Να μην ξεχνάμε κι εμείς, ότι δεν είμαστε παντογνώστες κι ότι όλοι κάνουμε λάθη. 
  19. Να θυμόμαστε ότι δεν μπορούμε να κανονίζουμε τα πάντα μέσα απ' τις δικές μας απαιτήσεις. 
  20. Να αναλάβουμε τις ευθύνες μας. Να μην τα περιμένουμε όλα από τους άλλους. Έχουμε ατομική ευθύνη για το καθετί σε αυτή τη χώρα που ζούμε. 
  21. Να μην τσιγκουνευόμαστε να πούμε στον άλλο, όταν αξίζει, ένα "μπράβο". 
  22. Να πάψουν οι "μεγάλοι" της γης να κανονίζουν τις τύχες μας. Να μας αφήσουν να χαράξουμε οι ίδιοι την πορεία μας και να λύνουμε μόνοι τα προβλήματά μας. 
  23. Να μας ξαναδώσουν τη σιγουριά ότι είμαστε κυρίαρχοι στη μοίρα μας και στη δική μας ζωή... Να μπορούμε να πούμε στα παιδιά μας, χωρίς φόβο "φτιάξτε οικογένεια" κι όχι να σκεπτόμαστε να το ξεστομίσουμε επειδή βλέπουμε το μέλλον άδολο και σκοτεινό. 
  24. Κάποιος να σκεφτεί κάτι απλό: πόσο κάνει ένας πύραυλος; Δισεκατομμύρια... Αν τα δίναμε για τροφή σε πεινασμένους, στέγη σε άστεγους και σχολεία σε αναλφάβητους; Μα είναι τόσο απλό... Αυτή είναι η λύση! Γιατί δεν το σκέφτονται; 
  25. Να μη νιώθουμε ηττοπάθεια... Ν' αντισταθούμε... Να λυγίζουμε σαν τις ενωμένες λυγαριές που τις φυσά ο άνεμος και μετά ορθώνονται γερές ξανά... Μία είναι η εντολή: "Αγαπάτε αλλήλους". Βέβαια, γι' αυτήν σταύρωσαν το Χριστό.. Αλλά αναστήθηκε... Κάποτε ίσως τη νιώσουν σε βάθος όλοι... Αρκεί να μην το βάλουν κάτω μερικοί ονειροπόλοι που ακόμα συμπονούν, συμπάσχουν και πιστεύουν στο καλό και στο δίκαιο... 
  26. Να μη μένουμε στις τυπικότητες... Να κοιτάμε την ουσία... 
  27. Να μην μένουμε άπραγοι, όταν δίπλα μας διαπράττεται αδικία. 
  28. Να είμαστε συνετοί, ταπεινοί, αλλά κι αγωνιστές... 
  29. Να λέμε στο Θεό ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ και να ζητούμε τη συγγνώμη και την προστασία ΤΟΥ. 
  30. Να μην προδώσουμε ποτέ τις αρχές και τα ιδανικά μας... Να μη δεχτούμε ποτέ την εξαγορά της συνείδησής μας, όσο μεγάλο κι αν είναι το αντίτιμο... Σ' αυτή την περίπτωση, θα έχουμε περάσει στην αντίπερα όχθη... Εκεί που προδίδονται οι φίλοι, που πωλούνται οι λαοί και χάνεται η ανθρωπιά... 
  31. Να μην κάνω ποτέ στον άλλον ό,τι δεν θέλω να κάμουν σ’ εμένα. 
  32. Να θυμάμαι πάντα ότι η ελευθερία μου τελειώνει, εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. 
  33. Να μην μπερδεύουμε την Δημοκρατία με την ασυδοσία. 
  34. Να μπορούμε στη δύσκολη στιγμή να διαλέξουμε ξεκάθαρα σε ποιά απ’ τις δυο όχθες πατάμε επιτέλους...Δεν γίνεται να τους ευχαριστούμε όλους... 
  35. Να μη σβήσει ποτέ το όνειρο και η ελπίδα απ' τη ζωή.. 
  36. Να μη με περιορίζει ο άλλος, να μη με βάζει στα δικά του καλούπια, αφού κι εγώ δεν τον περιορίζω, δεν τον φτιάχνω με τα δικά μου μέτρα και σταθμά. Και αυτό, γιατί σέβομαι την ιδιαιτερότητα του καθενός μας.

ΑΠΑΓΚΙΣΤΡΩΣΟΥ

Σκιές που έρχονται και φεύγουν...
Εικόνες που παραμένουν με πείσμα...
Στιγμές που δεν θέλουν να καταλαγιάσουν...
Κομμάτια ζωής που έφυγαν οριστικά...
Μα, εσύ, δεν το αποδέχεσαι...
Γιατί;

Γιατί εσύ νανουρίζεις φρούδες καταστάσεις
στην αγκαλιά των παιδικών σου χρόνων...
Γιατί ελπίζεις αναβίωση αθώων ονείρων
περασμένων εφηβικών εποχών.

Παραδέξου το... 
Ωρίμασε... Μεγάλωσε...
Μη γυρίζεις πίσω... Οι άνθρωποι αλλάζουν...
Δεν μένουν πια οι ίδιοι...
Και μαζί τους χάνονται και οι μαγικές στιγμές
Άσε τις στιγμές αυτές να ζουν στο παρελθόν...
Στο χθες.. .Στη μνήμη...
Εκεί ανήκουν...
Αν βρουν χαραμάδα και περάσουν στο σήμερα,
θα ζεις σε μια κατάσταση πλασματική...
Το χθες ταιριάζει στο χθες... κράτα το...
Και με την ανάμνησή του, προχώρα στο σήμερα...
Το τώρα είναι ελευθερία...
Τοκετός καινούργιων καταστάσεων...
Απελευθερώσου...
Και χωρίς ουτοπίες βάδισε στο παρόν...

Δεν είναι πολύ να ζητάς απ’ τους άλλους να μείνουν ίδιοι;
Εσύ έμεινες ίδια; Δεν άλλαξες;
Για το δικό σου καλό... Για ένα υγιές μέλλον... 
Μεγάλωσε επιτέλους...
Δες τον κόσμο όπως είναι αληθινά...
Κι έτσι όπως είναι, μπορεί να αφήσει χώρο για κάποιο παραμύθι... Απλά, δώσε του την ευκαιρία να στο φανερώσει...

Κι όλα θα γίνουν πιο απλά...
Πιο διάφανα... Πιο υποφερτά... Πιο ανεκτά...
Γιατί πλέον θα ξέρεις εσύ η ίδια τι να προσμένεις...
Τι να ζητάς...

ΟΤΑΝ Η "ΕΛΠΙΔΑ" ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ...


Με τον τίτλο «Ζητείται Ελπίς» από το ομώνυμο έργο του Αντώνη Σαμαράκη, θα έπρεπε να τιτλοφορούνται τα συμβαίνοντα αυτήν την εποχή όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και στην Υφήλιο! 

Οι ιδεολογίες με επίκεντρο την αγάπη στην πατρίδα, στον άνθρωπο, στα ιδανικά που στήριξε ο Αντώνης Σαμαράκης έρχονται σήμερα περισσότερο από ποτέ στο επίκεντρο της ζωής μας κάνοντάς μας να ξαναθυμηθούμε και να αναζητήσουμε την ΕΛΠΙΔΑ όχι μόνο μέσα από τις παραπάνω έννοιες αλλά και από οποιαδήποτε έκφραση ζωής. 

Η συνειδητοποίηση, επομένως, όλων μας στη βαθύτερη κατανόηση των δυο λέξεων κλειδί «Ζητώ» (ανάγκη - πρόσκλησης βοήθειας) και «Ελπίζω» (αφήνομαι στο θείο να με οδηγήσει) μας προτρέπουν στον αγώνα αλλά και μας επιτρέπουν να ατενίσουμε το φως για το αύριο. 

Σ’ αυτήν την ζητούμενη – επ’ αόριστο - ελπίδα σκόπευσε ο Σαμαράκης δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στο δάσκαλο (όλων των βαθμίδων) και δια μέσω αυτού, στο νέο. 

Χαρήκαμε πριν κάποια χρόνια, όταν το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων θέσπισε να αφιερωθούν Σχολεία σε ταγούς της λογοτεχνίας, της τέχνης και του πολιτισμού γενικά, τιμώντας το όνομά τους. 

Το αποτέλεσμα όχι απλά θετικό, αλλά πράγματι, ένας ούριος άνεμος φύσηξε στη μονοτονία των σχολικών ενδιαφερόντων. Εκεί, δεν χρειάστηκαν επιδοτήσεις, δεν χρειάστηκαν παραινέσεις, δεν χρειάστηκαν ούτε καν αντιδράσεις εκ μέρους των μαθητών για να ακολουθήσουν το δάσκαλο. Κι όλα αυτά, όχι γιατί άλλαξαν τα κατεστημένα –σε σχέση με τα δεδομένα της Ελληνικής παιδείας- αλλά γιατί, κάποιοι εκπαιδευτικοί αναγνωρίζοντας εκείνους που πρόσφεραν στην πατρίδα το μυαλό και την ψυχή που η θεία πνοή τους χάρισε, θέλησαν να τους προσφέρουν τη σεμνή ανταποδοτικότητά τους. Μια ανταπόδοση, που δεν μετριέται με χρήμα, αλλά με ευγνωμοσύνη έμπρακτη, που απορρέει μέσα από τη βαθιά επίγνωση του λειτουργήματος που επέλεξαν να υπηρετούν. Έτσι, έργα συγγραφέων μας ενσαρκώνονται από μαθητές, στίχοι επενδύονται με μουσική επίσης ιερών τεράτων της χώρας μας, χορωδίες εκτελούν έργα παλαιών και νέων μουσουργών. 

Δεν μπορώ να αποδώσω την αίσθηση που νιώθεις όταν επισκέπτεσαι Σχολεία από κείνα που έχουν λάβει το όνομα κάποιου τιμώμενου Έλληνα. Νιώθεις πως ζει και πως ακόμα, σε περιβάλει η αύρα του. Παράδειγμα, το 42ο Σχολείο Αθηνών «ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ» (βραβευμένο Σχολείο, μεταξύ άλλων, από τους διαγωνισμούς Ταλέντα – Βραβεία «ΦΙΛΩΝΑ»). Αναφέρομαι σ’ αυτό μιας κι εκεί υπάρχει κάποια ιδιαιτερότητα, αλλά και γιατί κάποιο συμβάν έφτασε στ’ αυτιά μας τις τελευταίες ημέρες. 

Οι μαθητές που φοιτούν, κατά το 75% ,είναι παιδιά μεταναστών από Βαλκάνια κ.α. Το επίπεδο, θα μπορούσε κανείς να πει χαμηλό, ως προς την μάθηση των γραμματικών ή αριθμητικών κανόνων . Δεν θα μπορούσε να πει όμως το ίδιο, για την απόδοσή τους και τον ενστερνισμό των ιδεών ενσαρκώνοντας κάθε χρόνο έργα του Σαμαράκη ή απαγγέλλοντας ποιήματα με τη συνοδεία μουσικών κομματιών μεγάλων μουσουργών μας ή και ακόμα (έγινε την περασμένη εβδομάδα) απαγγέλλοντας Βαλαωρίτη … Πηγαίνεις, με την αίσθηση της υποχρέωσης και φεύγεις γεμάτος με αύρες θαλασσινές ή μυρωδιές του βουνού ή του κάμπου… 

Αναρωτιέσαι. Από πού ακούς ελληνική σωστή γλώσσα; Από πού μεταφέρονται έννοιες που αποδίδονται φανερώνοντας όχι παπαγαλία αλλά επίγνωση; Η απάντηση έρχεται άμεσα. Αντικρίζοντας την Πολυάνθη Βουτσινά, τη δασκάλα που έγινε και η αιτία να μετονομαστεί το Σχολείο σε «Αντώνης Σαμαράκης», σταματάς. Όλα από τα χέρια της, με τη διαρκή συμπαράσταση του διευθυντή του Σχολείου κ. Στέφανου Αντωνακάκη. Διανομή των ρόλων και εκπαίδευση των παιδιών –χωρίς καμιά διάκριση ελλήνων ή ξένων- σκηνοθεσία, σκηνικά, χορογραφίες, έντυπα και ό,τι απαιτείται για να ανέβει μια παράσταση. Ακόμα και ο περιβάλλοντας χώρος του Σχολείου – από τη στιγμή που θα δρασκελίσεις την εξώπορτα, δικά της. Και τι ποιο υπέροχο! Ακριβώς, στην απέναντι πτέρυγα ψηλά, ανάμεσα στον Α΄ όροφο και το ισόγειο σε καλωσορίζει το περιστέρι με το κλαδί στο στόμα και το «Ζητείται Ελπίς»… Τι άλλο μπορεί να πει κανείς; Έχουμε και στην Ελλάδα μας τέτοιους εκπαιδευτικούς, όμως, έχουμε κι άλλους… Κάποιους, που ενοχλούνται για τον προτασσόμενο τίτλο του ομώνυμου έργου του Σαμαράκη που η δασκάλα με υπερηφάνεια υποδεικνύει και επιδεικνύει στον εισερχόμενο. Φτηνός αντιπερισπασμός από τη δ/νση συστεγαζόμενου Σχολείου που εξέφρασε την ενόχλησή της για το εμφανιζόμενο «Ζητείται Ελπίς» προτείνοντας να διαγραφεί ή να αντικατασταθεί με το «Εμείς είμαστε η Ελπίς»! 

Τι κρίμα, τι εγωιστικό γεμάτο ασέβεια και βεβήλωση το «εμείς», απέναντι στην ατέρμονη έννοια του Αντώνη Σαμαράκη! 

Κύριοι, διαμαρτυρόμενοι, επιχειρήστε σας παρακαλώ την καλοπροαίρετη υπόδειξή μας: Δίπλα στο δικό σας «εμείς είμαστε η Ελπίς» προσθέστε ένα «για να...» και ζητήστε λέξεις που θα απαντηθούν. Όταν τελειώσετε κάντε το ίδιο και απαντήστε στο «Ζητείται Ελπίς» προσθέτοντας τις προηγούμενες δυο λέξεις «για να...» Τότε θα καταλάβετε τη σκέψη του συγγραφέα και τη δική σας περιορισμένη ανάλυση, γιατί κύριοί μου, απλά σας ρωτάμε: 

Εσείς βάζετε τέλος στις ευχές σας; 

Μαίρη Κεράνη - Σοφιανού