Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018

ΜΕ ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ

Ώρες πολλές εκοίταζα από το μαγαζί μας
την θάλασσα που απλώνοταν περήφανη, γαλάζια
κι ήθελα χούφτες νά παιρνα μυριάδες διαμαντάκια
που στραφταλίζαν μαγικά στα κύματα επάνω...

Και το μυαλό ταξίδευε στου ορίζοντα τα πλάτη.
Να σπάσω όλα τα δεσμά σκεφτόμουν με λαχτάρα...
Να φύγω από το νησί, θαρρείς κι ασφυκτιούσα...
Να πάω στην πρωτεύουσα, την ζήση να δαμάσω...

Κορίτσι δεκαοχτάχρονο ήθελα να μπαρκάρω
στης νιότης την ατρόμητη, αγέρωχη μπρατσέρα...
Δεν με χωρούσε το νησί, ποθούσα ν' αρμενίσω
σ' άγνωστα μπάρκα, μαγικά και να τα κατακτήσω...

Δεν ήταν τότε θελκτικά δεκάδες γεγονότα...
Ανία, πλήξη, μοναξιά συχνά σε τριβελίζαν...
Κι η κοινωνία η στενή ρούφαγε τον αγέρα...
Επαναστάτης ένιωθες πως σού 'μελλε να γίνεις...

Τότε ο τόπος στένευε στην άπλα της καρδιάς μου.               
Ν' ανοίξω τις φτερούγες μου, ήθελα να πετάξω.
Να φύγω από την σίγουρη φωλιά του σπιτικού μου
και την ζωή από κοντά ποθούσα να γνωρίσω.

Τι άσκεφτη η νιότη μας! Θαρρεί όλα τα ξέρει.
Μα έτσι πάντα της ζωής δεν είναι τα παιχνίδια;
Απ' του γονιού την αγκαλιά φτεροκοπάς γλαράκι
κι αν θα πετύχεις στην ζωή, ο χρόνος θα το δείξει...

Κι όταν μιά μέρα κάθεσαι στης δύσης το μουράγιο
και μ' απορία αναπολείς πώς έφθασες δώ πέρα,
νιώθεις πως δεν κατάλαβες πώς κύλησαν τα χρόνια
κι εκεί που ήταν χαραυγή, το λιόγερμα σε παίρνει.

Κάθεσαι και αναπολείς της νιότης το βελούδο...
Έρχεται μπρος σου φωτερό, σε λάμψεις τυλιγμένο.
Γιατί να θέλεις τότενες απ' το νησί να φύγεις;
Δάκρυα σού 'ρθαν και γλυκιά θλίψη σε συνεπαίρνει...

Ξαναθυμάσαι τα παλιά μ' έναν λυγμό στο στήθος
Τα πάντα φαίνονται σωστά,μοναδικά, καθάρια...
Δεν σε χωρούσε ο τόπος σου τότε, κι αναρωτιέσαι,
γιατί θωρείς τώρα αλλιώς όλα τα περασμένα...

Η νοσταλγία είναι αυτή που όλα τα ομορφαίνει
κι η πείρα που απέκτησες στο διάβα της ζωής σου...
Με άλλα μάτια αναπολείς της νιότης σου τα χρόνια
κι όλα τα βλέπεις λαμπερά, ντυμένα με χρυσάφι...

Κι εκείνη η διαμαντόσκονη που γλίστραγε στο κύμα
κι ήθελες μες στις χούφτες σου να τρέξεις να την πιάσεις,
ραντίζει μ' αστροπινελιές χιλιάδες γεγονότα,
που κάποτε τα έβλεπες με πίεση και μ' άγχος...

Καλειδοσκόπιο η ζωή με χίλιες αποχρώσεις.
Τώρα το ηλιοβασίλεμα σού χτύπησε την θύρα.
Εξισορρόπησε το χθες με το παρόν που τρέχει
και ξεκουράσου τρυφερά στου χρόνου το μαγνάδι...

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΕΧΑΘΗ

Ήμουν δεκαοχτώ ετών, πήγαινα για δασκάλα.
Σε φροντιστήριο γράφτηκα, ήταν του Τζουγανάτου.
Έφθασα απ' την Κεφαλλονιά με όνειρα χιλιάδες.
Στον θειό μου, έμενα Μεμά, στην θειά την Αντζολίνα.

Γιατρός ο θείος ξακουστός κι η θεία κοντεσίνα.
Πλατεία Αμερικής ζούσανε και με καλοδεχτήκαν.
Μου δείξαν την πρωτεύουσα, οργάνωναν βεγγέρες.
Στο Ηχος Και Φως πήγαμε, σε πάρκα και Μουσεία.

Τότε το πρώτο σοβαρό ένιωσα καρδιοχτύπι.
Πήγαινε στην Ιατρική, τον λέγαν Παναγιώτη,
μα όλα ήταν δύσκολα, γιατί οι δυό μου θείοι,
στιγμή μόνη δεν μ' άφηναν, τα πάντα εκοιτούσαν.

Στο φροντιστήριο διάλεγα ποιό μάθημα θ' ακούσω.
Μπορούσα μόνη μου καλά να μάθω Ιστορία.
Η τάξη μας κατάφερνε σωστά να προχωρήσει
κι όλα εκεί μέσα τα παιδιά, ήμασταν μιά ομάδα.

Ένας απ' τους συμμαθητές που τον ελέγαν Γιώργο,
ζήτησε να τα “φτιάξουμε”, μα εγώ αλλού κοιτούσα.
Για φίλο μόνον καρδιακό τού 'πα τον ελογιόμουν
κι αλέγρα συνεχίστηκε των νιάτων το ταξίδι...

Το αληθινό μου αίσθημα δεν φτούρισε, διαλύθη.
Μες στο μυαλό μου μοναχά έπλασα ιστορία,
που 'χάθηκε προτού καλά, οστά πάρει και σάρκα,
ρομαντικό τρεμούλιασμα που σύντομα μαράθη...

Οι μέρες διάβηκαν γοργά, ήρθε η μεγάλη ώρα,
για δάσκαλοι να δώσουμε όλες τις εξετάσεις.
Το φροντιστήριο έκλεισε και πριν να χωριστούμε,
ο Γιώργος μου' δωσε σεμνά ποίημα για μέ, στο χέρι...

Μόνη μου σαν ευρέθηκα, το διάβασα και είδα
τι όμορφα  που έγραφε, τι τέλεια μιλούσε
κι ένιωσα πόση διαφορά είχαν οι δυό καρδιές μας,
που χτύπαγαν αλλιώτικα σε άλλα μονοπάτια...

Σαν ήρθε η μητέρα μου κουράγιο να μου δώσει
που θα'δινα διαγωνισμό, δασκάλα για να γίνω,
αρχίσαμε και λέγαμε τα νέα η μιά στην άλλη
κι εγώ της είπα με χαρά για του Γιωργή το ποίημα...

“Τον έβλεπα σαν φίλο μου, όμως μητέρα κοίτα
τι όμρφο το ποίημα του που έγραψε για μένα!”
Ήθελα να το μοιραστώ αυτό που είχε γίνει,
γιατί χαιρόμουν μέσα μου για το σπουδαίο δώρο...

“Για δώσ' το μου να το ιδώ από κοντά παιδί μου”
είπε η σιόρα μάνα μου γλυκά χαμογελώντας.
Κι εγώ ευθύς της το 'δωσα με ζηλευτό καμάρι,
νομίζοντας πως θα χαρεί, θ' αρχίσουμε κουβέντα...
Όμως δεν το επέστρεψε. Στα χέρια το βαστούσε...

“Θα το κρατήσω κόρη μου, εγώ το ποίημα τούτο.
Εσύ γύρνα στο διάβασμα. Μην πάει αλλού ο νους σου...
Και ούτε στον πατέρα σου  θε ν'άρεσε παιδί μου,
ποιήματα να δίνουνε στην κόρη την δικιά του...

Επήγες για ένανε σκοπό, όχι να κάνεις φίλους
και δεν αρμόζει σε μιά νια να παίρνει ραβασάκια”
είπε, και μες στην τσάντα της τσάκισε την σελίδα
κι έκοψε την συζήτηση, δεν δέχθηκε κουβέντα...

Ό,τι και νά 'πα έπεσε στον βρόντο και εχάθη.
Άδικο το θεώρησα κι όλο κατηγορούσα
εμένανε, που πίστεψα πως θα μπορούσα πλέρια,
να συζητήσω φιλικά μαζί με την μητέρα...

Η μάνα πάντα έστεκε φρουρός στην ηθική μας...
Πώς τόσο ξεγελάστηκα, δεν το εφανταζόμουν
και το χειρότερο εύρισκα πως ήτανε αθώο
το ποίημα που μου άρπαξε και δεν το ξαναείδα.

Τα χρόνια πέρασαν γοργά, σαν άμμος στην κλεψύδρα.
Πόσα μεσολαβήσανε στο πέρασμα του χρόνου...
Δασκάλα, γάμος και παιδιά, καριέρα και εγγόνια,
όλα συντονιστήκανε στης σύνταξης τις μέρες...

Πολλές φορές σαν κάθομαι μόνη μου και θυμάμαι,
αναλογίζομαι παλιά, της νιότης γεγονότα
και πάντοτε χαμογελώ σαν σκέφτομαι το ποίημα,
που τέλος τόσο άδοξο του έμελλε να έχει...

Μα ευτυχώς δεν ξέχασα την τέταρτη στροφή του.
Ήταν η τελευταία του, πιο όμορφη απ'τις άλλες,
γι' αυτό κι ίσως την χάραξα βαθιά μες στο μυαλό μου
και με καμάρι την κοιτώ, την σιγοτραγουδάω...

Έτσι, σαν ονειρεύομαι τα τόσα περασμένα,
βλέπω ένα ανέμελο κορίτσι να γελάει,
με μαύρα μακριά μαλλιά και μιά φωνή καμπάνα,
να ψιθυρίζει  γελαστή τους παρακάτω στίχους
που, κάποιος έγραψε για μέ, πριχού σαράντα χρόνια:

                 “Γλυκό τ' ονείρου όραμα,
                  πλήθος σε ραίνουν άνθη!...
                  Σε βλέπω και στοχάζομαι
                  και σου μαντεύω τ' όνομα:
                  Σε λένε Πολυάνθη!!!”

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

ΕΝΑ ΑΓΟΡΙ ΣΤΟ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙ

Στης  Σάμης το λιμάνι μας κατέβαινα τα βράδια
μαζί με την μητέρα μου και με την αδελφή μου,
να δούμε όλη την κίνηση σαν έφθανε καράβι
και να χαθώ σε ονείρατα για μακρινά ταξίδια...

Και κάποιο βράδυ ο ''Πολικός'' περήφανος ξανάρθε.
 Μέσα στο πλήθος χάζευα το φωτισμένο πλοίο,
όταν, καθώς εκοίταζα, από ένα φινιστρίνι
ξεπρόβαλλε παλληκαριού, η αρρενωπή μορφή του...

Με είδε γιατί στεκόμουνα άκρη της αποβάθρας
κι ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη του εφάνη.
Σήκωσε και το χέρι του για να με χαιρετήσει
κι εμένα στην καρδούλα μου πετάξαν πεταλούδες!

Ησύχασα που η μάνα μου μιλούσε με μιά φίλη
και σήκωσα το χέρι μου λίγο, να χαιρετήσω.
Εχαμογέλασα κι εγώ στον νιο απέναντί μου,
που έκαμε μιά κινηση,λες: ''Να ξανάρθεις πάλι!''

Σαν έπρεπε να φύγουμε, μελαγχολία μού 'ρθε...
Στο σπίτι όλο σκεφτόμουνα τ' αγόρι απ' το καράβι...
Ώσπου να έρθει Κυριακή, δεν μού 'φυγε απ'τον νου μου
κι αμέτρητη ένιωσα χαρά, που έφθασεν η ώρα...

Ο κόσμος γύρω στρούφιζε και η καρδιά βροντούσε,
μην καταλάβει τίποτε η αυστηρή μου μάνα,
μα πιο πολύ πετάριζε που θα 'βλεπα ''εκείνον''
και δεν μπορούσα να σκεφτώ πως ίσως το ξεχνούσε...

Κι ήρθε λευκός ο ''Πολικός'' κι έδεσε στο λιμάνι.
Εγώ πήρα την θέση μου με κόμπο στο στομάχι.
Το φινιστρίνι σκοτεινό, μα ξάφνου εφωτίσθη
και μες στον κύκλο γελαστό εφάνηκε τ'αγόρι!!

Μισή ώρα εμείναμε; Ούτε θυμάμαι τώρα.
Ο νέος σήμα μού 'κανε να ιδωθούμε πάλι.
Μες στο μυαλό μου μουσική τρελά ετραγουδούσε
και σαν αλαφρο'ί'σκιωτη εγύρισα στο σπίτι...

Τι όνειρα που έκανα εκείνες τις ημέρες!
Τι ταραχή σαν άκουγα μονάχα για καράβι!
Κρυφά στο ημερολόγιο έγραψα τον καημό μου
και το εφύλαξα καλά, κανείς να μην το εύρει...

Μόνη μου δεν με άφηναν να πάω στο λιμάνι.
Πηγαίναμε, αν βγαίναμε, κι οι τρεις μαζί για βόλτα,
έτσι που κάποια Κυριακή, κανόνισε η μητέρα,
να πάμε για επίσκεψη και στο ζαχαροπλαστείο...

Κι αυτό εσυνεχίστηκε...Ρωτούσε ο πατέρας
τι έχω, μα γι' ανορεξιά του έλεγα μονάχα...
Το βράδυ που ο ''Πολικός'' έμπαινε μες στον μόλο,
 μελαγχολία άμετρη ερχόταν σαν μπουρίνι...

Μα, κάποια άλλη Κυριακή πήγαμε να τον δούμε.
Τι καρδιοχτύπι μ' έπιασε σαν έδενε το πλοίο...
Κι όταν επλεύρισεν αργά κι η σκάλα εκατέβη,
εστάθηκα ακίνητη να δω το φινιστρίνι.

Ολόφωτο διαγράφετο... Είχα ταχυπαλμία...
Να, τώρα, έλεγα, ευθύς θε να φανεί ο νέος!
Μα πόση πίκρα ένιωσα όταν ξένη φιγούρα
στο φως εζωγραφίστηκε, να κάνει την δουλειά του...

''Εσύ κόρη τρελαίνεσαι να βλέπεις τα καράβια''
είπε η σιόρα μάνα μου με κάποια απορία.
''Τι έπαθες και στέκεσαι με τέτοια στεναχώρια;
Μήπως και νιώθεις άσχημα; Είσαι καλά παιδί μου;''

''Κουράστηκα μανούλα μου... 'Ελα κι εσύ αδελφή μου.
Στο σπίτι να γυρίσουμε, να ζωγραφίσω λίγο
και φεύγοντας ας πάρουμε τον δίσκο απ'τον πατέρα.
Το ''Α κάζα ντι Ρένε'' μού 'φερε, το πήρε απ' τ' Αργοστολι''...

Ησύχασεν η μάνα μου πως όλα ήταν πρίμα.
Ημέρες πέρασαν πολλές κι όλο τον εσκεφτόμουν.
Το φινιστρίνι φωτερό στα όνειρά μου ζούσε,
μα γνώριζα πως τ' όνειρο είχε για πάντα σβήσει...

''Τόσες φορές δεν φάνηκα στη θέση μου''  σκεφτόμουν...
''Τι να σου κάμει το παιδί; Είδε και αποείδε...''
και δεν λογιόμουν τελικά τι θά 'χε απογίνει,
και οι γονείς αν μ' άφηναν μονάχη μου να πάω!...

Ένα πετάρισμα του νου, μια ονειροφαντασία,
ήταν η ''περιπέτεια'' στο ρου της εφηβείας...
Το έντυσα μ' αστρόσκονη, το έκανα ιδέα,
ένα ξεγλίστρημα κρυφό, απ' του γονιού το βλέμμα...

Τώρα μ'ένα χαμόγελο θυμάμαι τα συμβάντα...
Κόσμος π' ανεβοκατέβαινε στου  ''Πολικού'' την σκάλα
κι ένα κορίτσι σιωπηλό να στέκει στο λιμάνι
και να κοιτάζει έναν νιό, σε κάποιο φινιστρίνι...

Μέσα στο φως τα έκλεισα για μενταγιόν στο στήθος.
Τι συναισθήματα Θεέ και πόση φαντασία!
Τι χρόνια όμορφα, αγνά πλεγμένα με αρμύρα,
και πόσο αλλιώτικοι οι καιροί απ' τους καιρούς που ζούμε...


--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

      1966- 1968... Άλλα χρόνια, άλλες συνήθειες, άλλες συνθήκες... Έπτρεπε να πάω Λύκειο για να βγω βόλτα μόνη μου με τις φίλες μου... Και πώς γινόταν όταν γύριζα σπίτι, όλα να τα γνώριζε η οικογένεια!!! Ποιον είδαμε, με ποιον μιλήσαμε, γιατί μιλήσαμε...Τότε ασφυκτιούσα, τώρα τα βλέπω πιο ήρεμα, με μεγαλύτερη κατανόηση...Και από το τίποτε φτιάχναμε ιστορίες!!! Και πόσα όνειρα Θεέ μου!!! Αχ, αυτά τα νιάτα!!! Πόσα τερτίπια μες στην εφηβεία!!!΄Ολος ο κόσμος δικός μας , να σπάσουμε τα δεσμά, με γνώμονα όμως τα λόγια του πατέρα: ''Προσέχετε! Θέλω να έχω το μέτωπό μου καθαρό! Να βαδίζω στην κοινωνία με το κεφάλι ψηλά!!'' Και σε κάθε μικρή παρασπονδία, η καρδιά χτυπούσε σαν τρελή!...
        ΑΓΓΕΛΙΚΑ, ΠΟΛΙΚΟΣ, δύο από τα πλοία που άραζαν στην Σάμη... Πόση κίνηση, πόσοι επιβάτες! Πόσο μου άρεσε όλη εκείνη η βαβούρα και η κοσμοσυρροή!Επειδή οι ναύτες του Τελωνείου έκλειναν την είσοδο και ρωτούσαν αν θα ταξίδευες, γιατί μόνον τους ταξιδιώτες άφηναν να μπουν μέχρι να έρθει το πλοίο [μετά, το πέρασμα ήταν ελεύθερο] η μαμά μου, η αδελφή μου κι εγώ πηγαίναμε πολύ πιο ενωρίς εκεί να δούμε το καράβι, έτσι όταν άρχιζε η απαγόρευση, εμείς ήμασταν μέσα!!! Μεγάλη κίνηση τότε στα καφενεία με τους επιβάτες που περίμεναν τα πλοία. Το σκηνικό άλλαξε όταν τα καράβια αντικαταστάθηκαν με τα φέρυ- μποτ.Τα χρόνια πέρασαν και σήμερα, το νέο αίμα της Σάμης, η νέα γενιά με τους μεγαλύτερους που προσαρμόστηκαν στα καινούρια δεδομένα, έχουν κάμει την Σάμη ένα μικρό Παρίσι, αλλά με λιμάνι!! Μπράβο τους!!!



Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2018

ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ

Ειναι βαρύ να προσπαθείς την τύχη σου ν' αλλάξεις,
να το ζητάς από καρδιάς κι ούτε να κάνεις πίσω...
Να διώχνεις σαν σταυραετός τριγύρω σου τ' αγιάζι.
Για μιαν καλύτερη ζωή να ψάχνεις νύχτα- μέρα...

Κι εκεί που λες πως δεξιά τα πράγματα σαλπάρουν,
εκεί που σίγουρος θωρείς την αλλαγή της μοίρας,
εκεί ξάφνου μπερδεύονται τα πάντα ανάμεσά τους
και παραμένεις μοναχός με αδειανά τα χέρια...

Πόση ψευτιά αναπηδά από τις ''φίνες'' σχέσεις...
Τι υποσχέσεις παρευθύς γκρεμίζονται στον βρόντο...
Κοίτα πώς λιώνει η ομορφιά στο πρώτο πάτημά σου
και μιά βαριά αποφορά αφήνει στο κατόπι...

Οι υποσχέσεις σωρηδόν, λόγια παχιά, μεγάλα...
Επίστεψες πως και αυτοί, τρανή θα έχουν μπέσα...
Μα όταν είδαν, σθεναρά πως δεν αλλάζεις βήμα,
πετάξανε την μάσκα τους κι εφάνη η αλήθεια...

Μιά αλήθεια ποταπή, φτηνή, σε ιστό γύρω πλεγμένη,
σαν την αράχνη καρτερά να'ρθεί το πρώτο θύμα...
Μα εσύ την αναγνώρισες, την πέταξες στο χώμα
κι άφησες πίσω σου έξαλλους,τους ψεύτες ν'αλαλιάζουν...

Οι πόρτες οι φανταχτερές και τα λαμπρά σαλόνια,
που κρύβουν την απάτη τους σε μυρωμένες λέξεις,
είναι για τους ομοίους τους που ξέρουν τα τερτίπια
κι όπου μοιράζονται μαζί την αμοιβή της πλάνης....

Εσύ δεν είσαι σαν κι αυτούς, καθόλου δεν ταιριάζεις....
Δεν θα μπορέσεις να χωθείς μες στις δολοπλοκίες,
όπου το γκρίζο κάνουν μπλε και το σταχτί χρυσάφι
και μπλέκουν τους ανίδεους μέσα στις αλχημείες....

Εσύ θέλεις τον δρόμο τον στρωτό που μπαμπεσιά δεν ξέρει...
Να είναι όλα φωτεινά, διάφανα, καθάρια...
Να μην ''λερώσεις'' την καρδιά, τα χέρια , την ματιά σου,
για να κοιτάς περήφανα τους φίλους, τα παιδιά σου...

Μα κάποια απογοήτευση βαθιά θα σε ταράξει...
Πώς γίνεται ανέντιμοι να την περνάνε πρίμα,
ενώ άλλοι π'αξίζουνε θερίζουν αδικία
κι ολημερίς κι ολονυχτίς στο έργο τους δουλεύουν;;

Αν είσαι ασυμβίβαστος, αυτό είναι το στρατί σου:
Μονάχος σου να πολεμάς με δράκους και θηρία...
Ανοίγεις τις φτερούγες σου περήφανα στ' αγέρι,
γιατί  π ο τ έ  δεν φίλησες του κόλακα το χέρι...

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2018

ΟΤΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΝΑ...

Μες στην αστρόφωτη νυχτιά πλανιέται το φεγγάρι
Σκορπάει ασήμια και χρυσά σε μυριστά μπαλκόνια
και σκαρφαλώνει με γητειά σε κοπελιάς το στήθος.

 Σαν αφουγκράστηκε καημό, λυγμό κι ανατριχίλα,
την κόρη τούτη ρώτησε και την ματαρωτάει:
--Τι έχεις, πες μου κοπελιά, π'αναρριγείς στ'αγέρι;
Ποιος πείραξε την ομορφιά π'ανθεί στο πρόσωπό σου;
Και ποιος με θράσος μπόρεσε εσένα να πειράξει;

Η κόρη ίσιωσε σεμνά το θαλασσί φουστάνι.
Ίσιωσε και το πέπλο της, ολάσπρο στα μαλλιά της
και τις γροθιές της έσφιξε επάνω στα πλευρά της.

--Τι με ρωτάς φεγγάρι μου τι έχω, τι λογιέμαι;
Δεν τα'μαθες τι πάθανε τ'αδέρφια μου κει πάνω;
Χρόνους πολλούς αλύτρωτοι στα ριζιμιά παλεύουν
κι έναν μικρό σταυραετό θανατερά λαβώσαν...

--Και δεν μπορείς αρχόντισσα να βρεις το παλληκάρι;
 Να φέρω τον Αυγερινό, να φέρω και την Πούλια
κι όλα τ'αστέρια τ' ουρανού να κλάψουν τον λεβέντη...

---Εχθροί πολλοί πλακώσανε φεγγάρι μου στα ξένα...
Κρατάνε το κορμάκι του, στην μάνα δεν το δίνουν...
Το αίμα μου αντάριεψε, μα πού θα βρω το δίκιο;;
Κατέχουν τα αδέρφια μου, κρατούνε τα παιδιά μου
κι όλο σκοτούρες και καημούς προφταίνω από κει πέρα...

--Τ' αστέρια μού 'παν ''Κωνσταντής'' πως ήταν τ''ονομά του...
Το τίμησε ο γιόκας σου κρατώντας την παντιέρα
και τα στερνά τα λόγια του, για σένα ήταν κόρη...

--''Μάνα Ελλάδα!'' φώναξε  ο γιος μου σαν λαβώθη,
και κλείσαν τα ματάκια του κρατώντας την σημαία.
Δεν θα 'πρεπε φεγγάρι μου να τον κρατούσα τώρα,
βαθιά μες στην αγκάλη μου, το σπλάχνο το δικό μου;;

--Κρατήσου Ελάδα! Μην θρηνείς πανέμορφη Παλλάδα!
Κύπρος, Ίμβρος και Βόσπορος, Ήπειρος, ξενυχτούνε
και δεν ΞΕΧΝΟΥΝ πως ''Έλληνες!!'' βοούν τα σωθικά τους...
Γι' αυτό ορθώσου γρήγορα, σ'έχουν τρανή ανάγκη...

Κι η κόρη ορθώθη σιωπηλά μες στην νυχτιά του κόσμου...
Αγέρωχη, περήφανη υψώνει το κεφάλι
και αγκαλιάζει  τρυφερά τα έρμα τα παιδιά της,
που την κοιτούν προσμένοντας μιά στάλα παρηγόριας...

Αγέρι παίρνει τα μαλλιά, τα ρούχα κυματίζουν...
Ορθώνεται και κεραυνοί  βροντούν απ' την γροθιά της...
--Δυνάστες!Να μην χαίρεστε! Το δίκιο θα σας πνίξει!
Το αίμα όπου άδικα εχύσατε σατράπες,
θα γίνει βρόγχος που σκληρά θα λιώσει τα κορμιά σας
και ΛΕΥΤΕΡΙΑ θα φτερουγά στ' αθώα θύματά σας!!!!!

Τα λόγια παίρνει ο βοριάς και τα σκορπά τριγύρω...
Γεμάτη οργή, ωσάν θεά πυργώνεται η κόρη...
Κρατεί σπαθί και κεραυνό, κρατεί αστροπελέκι
και γράφει κει στον ουρανό για να το δούνε όλοι,
πως, ΔΕΝ πεθαίνει η ΕΛΛΑΣ, μονάχα ξαποσταίνει
κι αλίμονο στον βάρβαρο όπου βρεθεί μπροστά της...

Ο ήρωας σαν χάνεται, σπέρνει χιλιάδες άλλους,
π' ακολουθούν τον δρόμο του στην μάχη του δικαίου...
Όσο φιμώνει ο δήμιος, τόσο φωνάζει η Ελλάδα
και κράζει πως, μονάχα τους, δεν είναι τα παιδιά της...

Από βορρά σ' ανανατολή κι από νοτιά σε δύση,
θε ν' αγκαλιάσει κόρες, νιούς, αλύτρωτες ψυχούλες
και τα δεσμά θα σπάσουνε, θα πέσουν σαν συντρίμια...
Δεν πρέπει πισωγύρισμα, δεν πρέπει ολιγωρία
και τότε μόνον σεβασμό οι ''άλλοι'' θα μας δείχνουν...

ΔΕΝ είναι ώρα για δειλούς, το γράφει η Ιστορία
που δεν λογιέται Έλληνας, να σκύβει το κεφάλι...
Μας θέλει απροσκύνητους η γαλανή πατρίδα
κι εμείς καιρός να γράψουμε ολόχρυση σελίδα...


-------------------------------------------------------------------------------------------------
                                                    Για τον νεαρό άντρα που πυροβολήθηκε στην Βόρειο Ήπειρο, κρατώντας την ελληνική σημαία κατά την επέτειο του  ΟΧΙ... Ποτέ δεν θα ξεχαστεί αυτό το άγριο γεγονός, που ορφάνεψε γονιούς, αδελφή, ένα ολόκληρο χωριό και άγγιξε σπαραχτικά κάθε ελληνική ψυχή...

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ - 1940

Μεγάλη ημέρα η σημερινή... 28η Οκτωβρίου... Το Έπος του 1940... Άλλη μια ιστορία ηρωισμού και ατέρμονης ελληνικής θυσίας... ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ!!!!!  ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ!!! Και όπως θα φωνάξει κατά το τέλος της μεγάλης παρέλασης ο αεροπόρος μας μέσα από το αεροπλάνο του που θα διασχίζει τον ελεύθερο ελληνικό ουρανό, λέω κι εγώ το ίδιο: "ΈΛΛΗΝΕΣ!! ΨΗΛΑ ΟΙ ΚΑΡΔΙΕΣ!!!! ΝΑ ΚΟΙΤΑΤΕ ΠΑΝΤΑ ΨΗΛΑ, ΕΝΩΜΕΝΟΙ!!!!! ΖΗΤΩ Η ΑΘΑΝΑΤΗ  ΕΛΛΑΔΑ ΜΑΣ!!!!"

    Σήμερα θα αναφερθώ στην ηρωική εκείνη εποχή, δίνοντάς σας μόνον κάποια ψήγματα ιστορικής μνήμης. Είναι σχετικώς πρόσφατα τα γεγονότα και μπορείτε να βρείτε άφθονα στοιχεία τόσο από βιβλία, όσο και από μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν στην φοβερή εκείνη εποχή. Πρώτα όμως να σας θυμίσω ότι οι ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΥΜΑΤΙΖΟΥΝ ΥΠΕΡΗΦΑΝΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ, ένα ελάχιστο δείγμα σεβασμού προς ΕΚΕΙΝΟΥΣ που θυσιάστηκαν για την λευτεριά... Μην πείτε: "Έλα τώρα, το ξέχασα, δεν πειράζει..." Ξετυλίξτε και τώρα την σημαία και αφήστε την δυο μέρες περισσότερες να κυματίζει στον ελεύθερο αέρα της πατρίδας μας....

    Τον έλεγαν Κωνσταντίνο Κουκίδη και ήταν εύζωνας φύλακας στην Ακρόπολη. Όταν στις 27 Απριλίου του 1941 ανέβηκαν οι Γερμανοί και του είπαν να κατεβάσει την ελληνική σημαία για να υψώσουν την δική τους, ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε και μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των Γερμανών, τυλίχτηκε στην ελληνική σημαία και πήδηξε από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης, όπου και φυσικά έχασε την ζωή του...

    Πάνω στα βουνά της Αλβανίας, πολλές φορές τα δικά μας παλληκάρια έσωσαν πληγωμένους Ιταλούς, όπως και ο γιατρός που έδωσε την κουβέρτα του στον ξεπαγιασμένο Ιταλό και τον περιέθαλψε με ανθρωπιά μεγάλη. Οι Ρώσοι έχασαν στον πόλεμο 20.000.000 ανθρώπους... Σε σχέση με τον πληθυσμό μας, είχαμε τους περισσότερους νεκρούς. Σε 7.500.000 κατοίκους, είχαμε κατ' άλλους 500.000 νεκρούς. Από αυτούς  50.000 ήταν οι εκτελεσμένοι - μεταξύ αυτών και από άλλους λαούς -  και 150.000 ήταν οι νεκροί από την πείνα...

    Απαγχονισμένοι Έλληνες κρέμονταν για εκφοβισμό στην Βασιλίσσης Σοφίας. [Είναι μία από τις μαρτυρίες που βρίσκουμε στο βιβλίο "Μνήμες και Μνημόσυνα του 1940"]

    Ο Άγγελος Παπαναστασίου, είχε την κάμερά του μέσα σε τενεκεδάκι που έβαζαν την μερίδα του φαγητού. Κατέγραψε τρομερές σκηνές που χρησιμοποιήθηκαν ως ντοκουμέντα, στην δίκη της Νυρεμβέργης.

    Ο Μανόλης Μεγαλοοικονόμου, ήταν φωτορεπόρτερ κατά τον ελληνοαλβανικό πόλεμο.

    Την Σοφία Βέμπο, την τραγουδίστρια της νίκης, την κυνήγησαν πολύ οι Ιταλοί, οι οποίοι και παρότρυναν τους Γερμανούς να την συλλάβουν.

    ΜΟΝΟΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ υπάρχει η λέξη  μ ά ρ τ υ ρ α ς . α] μαρτυρά την αλήθεια και β] μαρτυρά [υποφέρει] στα βασανιστήρια.

    Στην οδό Κοραή 4, στο υπόγειο, βρίσκονται τα μπουντρούμια που φυλάκιζαν οι Γερμανοί τους Έλληνες αιχμαλώτους, όπου και τους υπέβαλλαν σε τρομερά βασανιστήρια. Αν και προσπάθησαν να σβήσουν αυτά που έγραφαν οι κρατούμενοι στους τοίχους, για να μην αφήσουν μαρτυρίες της θηριωδίας τους, υπάρχουν ακόμα πολλά μηνύματα των Ελλήνων βασανισμένων. Στην οδό Μέρλιν που ήταν τα κρατητήρια-βασανιστήρια της Κομαντατούρ σε συγκινούν τα μηνύματα των καταδικασμένων πατριωτών και ξεχωρίζουν τα αντρικά από τα γυναικεία μηνύματα... "Μόνον μυρίζοντας γιασεμί..." τόση λυρικότητα, δυο βήματα πριν τον θάνατο... Η επίσκεψη στην Κοραή 4, συνδυάζεται με επίσκεψη στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Παλιάς Βουλής, στην Σταδίου, που είναι το άγαλμα του Κολοκοτρώνη επάνω στο άλογο.

    Συγκινητικές σκηνές, οι στιγμές που πήγαιναν οι στρατιωτικοί να πάρουν από τους χωρικούς τα άλογά τους για τις ανάγκες του πολέμου. Λέει ένας αξιωματικός: "Τα μάτια μου βούρκωσαν, όταν είδα τον άντρα να αγκαλιάζει το μουλάρι του κι εκείνο να ακουμπά το κεφάλι του στον ώμο του αφεντικού του..." Συγκινητικός και ο πίνακας στο Πολεμικό Μουσείο, που δείχνει στρατιώτη να βοηθά το πληγωμένο άλογό του. Να μην ξεχνάμε ότι στον Α΄ Παγκόσμιο, ολέθριο Πόλεμο, σκοτώθηκαν 12.000.000 άλογα. Η θυσία τους αναγνωρίσθηκε σε ειδική τελετή που σώμα στρατιωτικό, σχημάτισε με τα κορμιά τους ένα τεράστιο άλογο...

    Στο Πολεμικό Μουσείο θα δείτε συγκλονιστικούς πίνακες του Αλεξανδράκη με θέματα από τον Ελληνοαλβανικό Πόλεμο, όπως τον πεσμένον στο χιόνι Έφεδρο αξιωματικό, με το χιόνι λεκιασμένο από το αίμα του, καθώς και σε μικρογραφία αναπαραστάσεις σημαντικών γεγονότων, όπως Τις Γυναίκες Της Πίνδου και το συμβάν με τον Έλληνα αεροπόρο που χώθηκε στο πίσω μέρος ιταλικού αεροπλάνου και το κατέρριψε!! Σε γυάλινες προθήκες θα δείτε στολές Αξιωματικών, όπως την στολή του Δαβάκη που σκοτώθηκε στις 5 Νοεμβρίου, του Αλέξανδρου Διάκου που σκοτώθηκε στις 29 Οκτωβρίου, την εθνική στολή της Βέμπο και άλλων πολλών. Είχαμε 12.000 νεκρούς στρατιώτες και 817 νεκρούς αξιωματικούς, στα χιονισμένα βουνά του Αλβανικού μετώπου... Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τους δέχθηκε στην αγκαλιά του...

    Ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος [Λάκης] Σάντας, αφού κατέβασαν από την Ακρόπολη την Γερμανική σημαία, πέταξαν το κύριο μέρος της σε ένα πηγάδι που είναι εκεί και θα μείνει κάτω από τα μάτια της θεάς Αθηνάς θαμμένο για πάντα. Την υπόλοιπη την έκαψαν για να μην βρεθούν στοιχεία. Το έκαμαν την άλλη μέρα από την παύση της μάχης της Κρήτης, για να δώσουν το μήνυμα ότι η Αντίσταση συνεχίζεται.

    Η θηριωδία των Γερμανών, απερίγραπτη... Το ολοκαύτωμα του Δίστομου, η σπαραχτική θυσία των Καλαβρύτων, η ολοκληρωτική σφαγή όλων των κατοίκων  στην Κάνδαρο της Κρήτης, είναι κάποια αιματωμένα δείγματα της δολοφονικής μανίας των Ναζί του Χίτλερ... Όταν έμπαιναν στην Βυτίνα, τα γερμανικά τανκς, ένας μαθητής στάθηκε στην μέση του δρόμου και έριξε μια πέτρα στα τανκς που έρχονταν... Και ο διοικητής αδιάφορος, πυροβόλησε και σκότωσε τον μικρό ήρωα, μαθητή...

    Στον χώρο της Καισαριανής, γίνονταν ομαδικές εκτελέσεις. Μια φορά, ανάμεσά τους ήταν ένας πιτσιρικάς, ο Γιώργος Τοπολίνος. Επειδή σκέφτηκε ότι σαν κοντός που ήταν ίσως να μην τον εύρισκε η σφαίρα, ύψωσε το ανάστημά του στηριζώμενος στις μύτες των ποδιών του, για να βρεθεί στο πεδίο βολής... Τι να πεις για το μέγεθος τέτοιας ανδρείας;...

    Φριζής Μαρδοχαίος: Ελληνοεβραίος Συνταγματάρχης στην Αλβανία. Ο πρώτος που συνέλαβε αιχμαλώτους. Οδήγησε τον λόχο του στα χιονισμένα βουνά. Έριξε κατά ενός σμήνους αεροπλάνων. Από ένα αεροπλάνο ήρθε ο θάνατος για τον ίδιον. Οι Έλληνες φέρθηκαν αδελφικά στους Εβραίους. Όταν οι Γερμανοί διέταξαν να γραφτούν σε ειδικούς καταλόγους όλοι οι Ελληνοεβραίοι, πήγε στο Δημαρχείο και η χήρα Φριζή με τα τρία παιδιά της. Ακούγοντας το όνομά της ο υπάλληλος, την πήρε στην άκρη και την ρωτά: "Τι τον έχεις τον Συνταγματάρχη Φριζή;" "Άντρα μου..." "Φύγε κυρά μου... Πάρε τα παιδιά σου και μην ξαναρθείτε εδώ, ό,τι κι αν ακούσετε... Υπηρέτησα στις διαταγές του Συνταγματάρχη και δεν πρόκειται εγώ να σας καταγράψω... Φύγετε..." Έτσι σώθηκε η οικογένεια... [Μαρτυρία γιού Φριζή]

    Όταν πήγα με  την τάξη μου στο Πολεμικό Μουσείο, μπροστά στον πίνακα με τον σκοτωμένο Ανθυπολοχαγό, σταθήκαμε ακίνητοι. Τους είπα: "Φανταστείτε ένα νεαρό παλληκάρι που άφησε το χωράφι του ή την σχολή του και ήρθε να υπερασπιστεί την πατρίδα του. Τον πόλεμο δεν τον ήθελε, όμως τον κάλεσε το καθήκον. Ήρθε να υπερασπιστεί τα όσια και τα ιερά... Άφησε την κοπέλα του, την μανούλα του, τα αδέρφια του... Ώσπου ένα φονικό βόλι τού στέρησε την ζωή... Έπεσε πάνω στο χιόνι που σε λίγο θα τον σκέπαζε με το άσπρο μοναχικό του σεντόνι.... Και την ώρα που τα μάτια του γαλήνευαν, ο ήλιος έδυε αργά μαζί με την ζωή του... Πολλοί από αυτούς που θυσιάστηκαν παιδιά μου, δεν πρόλαβαν να ζήσουν, να χαρούν... Άλλος άφησε πίσω του μικρά παιδιά κι άλλος δεν πρόλαβε καν να τελειώσει την σχολή του, να παντρευτεί, να σπουδάσει, να κάνει  οικογένεια... Ποια ήταν η τελευταία σκέψη του καθώς ξεψυχούσε; Αναλογίστηκε την αγαπημένη του; Είδε την εικόνα της μάνας του; Ή ζωγραφίστηκαν μες στα μάτια του που έσβηνε η ζωή, εικόνες της πολυαγαπημένης του πατρίδας; Το σπίτι του στην Αθήνα, τα δρομάκια της Πλάκας, το λιμάνι της Κεφαλλονιάς ή το νησί του η Αμοργός με τις τόσες ομορφιές;; Τα βλέφαρά του έκλεισαν απαλά... Κατέβηκε η Παναγιά και τον πήρε στην αγκαλιά της, αφού η μανούλα του ήταν μακριά... Για να μην πεθάνει μόνος... Και γύρω του το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει αργά και σταθερά..." "Α, κυρία... Πονάω τόσο.." ψιθύρισε η Πηνελόπη... Όλοι γύρω ακίνητοι, όπως και οι υπάλληλοι του Μουσείου. "Να τον αποχαιρετήσουμε με το αγαπημένο μας τραγούδι κι αυτόν τον λεβέντη και όλους εκείνους - άντρες, γυναίκες, παιδιά - που έδωσαν την ζωή τους για μια ελεύθερη και υπερήφανη πατρίδα;" "Ναι κυρία! Να πούμε τον ανθυπολοχαγό!" και τραγουδήσαμε το: "Σβήνει ο ήλιος, πάει κι η  Αμοργός, στα μάτια του νυχτώνει, κι ο Έφεδρος Ανθυπολοχαγός κοιμάται μες στο χιόνι..." Οι επισκέπτες που ήταν δίπλα μας, σταμάτησαν να μιλούν, κάποια μάτια μαθητών μου λαμπύριζαν δακρυσμένα κι εγώ δεν μπορούσα να μιλήσω από τον κόμπο που έφραζε τον λαιμό μου... Ένα μικρό μνημόσυνο, για να ξέρουν οι ήρωες πως πάντα θα τους θυμόμαστε και θα τους τιμούμε... Ότι θα είναι πάντα ζωντανοί στις καρδιές μας....

    Στο Πολεμικό Μουσείο θα βρείτε και ολόκληρο τμήμα αφιερωμένο στην ένδοξη Αντίσταση του Ελληνικού Λαού καθώς και σκίτσα εμπνευσμένα από το Έπος του 1940. Σταθήκαμε αρκετά μπροστά σε ένα που έδειχνε ψηλά τον Λεωνίδα με την Ασπίδα του να γράφει ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ και από κάτω έναν τσολιά να σκαρφαλώνει στης Πίνδου μας τα βουνά, φωνάζοντας ΑΕΡΑΑΑΑΑΑ!!!!!! Η Ιστορία μας μέσα σε δυο εμπνευσμένες γραμμές..... Θα κλείσω, θυμίζοντάς σας κάποιες φράσεις ποτισμένες με αίμα, περιβεβλημένες με κλωνάρια δάφνης και μυρτιάς:

Ι Τ Ε  ΠΑΙΔΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ!               ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ!!!!!!

ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ: ΑΜΥΝΕΣΘΕ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ!!!!!           

ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ!!!

ΕΓΩ ΓΡΑΙΚΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ, ΓΡΑΙΚΟΣ ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ!!!

Ο Χ Ι !!!!!!    ΑΕΡΑ!!!!!!!            ΝΥΝ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ Ο ΑΓΩΝ!!!

ΚΑΙ κάποια ονόματα:

ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ...       ΣΑΛΑΜΙΝΑ...       ΠΛΑΤΑΙΕΣ...

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ...   ΙΜΒΡΟΣ...       ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟΣ...    ΚΟΡΥΤΣΑ...   ΑΓΙΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ...

ΕΦΤΑΝΗΣΑ... ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ....   ΘΡΑΚΗ...   ΚΥΠΡΟΣ...
-----------------------------------------------------------------------------
                                        Δ Ε Ν    Ξ Ε Χ Ν Ω...

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018

ΨΗΓΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ - ΜΕΡΟΣ 3ο [Το τραγικό τέλος ενός Ήρωα...]

Τον Αύγουστο του 1904, τελικά στον ίδιο χρόνο, ξαναβγήκε στο κλαρί ο Μίκης Ζέζας. Όλοι πια γνώριζαν πως βγήκε τώρα ο καπετάν Ζέζας, όχι για να δει και να οργανώσει, αλλά για να πολεμήσει και να εξοντώσει τους κομιτατζήδες. Δυστυχώς η εκστρατεία άρχισε άσχημα. Του είχαν δώσει κακούς οδηγούς, από τους οποίους ο ένας, ο Θανάσης Βάγιας - το 'χει το όνομα - τον πρόδωσε και χάθηκε ο Ζέζας με το σώμα του, πολλές φορές μες στα βουνά. Τράβηξε δεινά ο καπετάν Ζέζας με τα παιδιά του. Όλη αυτή η εκστρατεία ήταν ένα μακρύ μαρτύριο από την αρχή. Η εποχή ήταν περασμένη, Το κρύο άρχιζε δυνατό. Έβρεχε πολύ και ήταν όλοι τους πάντα μουσκεμένοι και παγωμένοι. Οι πορείες γίνονταν πάντα με κίνδυνο να γκρεμιστούν οι άνδρες στις βαθιές χαράδρες. Περνούσαν ποτάμια και τα πόδια συνεχώς μουσκεμένα από την βροχή που δεν έπαυε. Όλη μέρα κρυβόντουσαν στα δάση, στις βουνοπλαγιές, πεινασμένοι διαρκώς. Το λίγο ψωμί που είχαν ήταν κι αυτό λασπωμένο από την βροχή. Και βοήθεια από πουθενά...

Όλοι υπέφεραν και ο αρχηγός περισσότερο από όλους, γιατί ήταν αμάθητος στα στραπάτσα και στην άγρια ζωή του αντάρτη. Μα π ο τ έ δεν παραπονέθηκε. Πάντα γελαστός και καρτερικός, πρώτος έδινε το παράδειγμα της αντοχής. Κι αν ποτέ τον έπιανε θλίψη ή απογοήτευση ή αποθάρρυνση, απομακρυνόταν, πήγαινε μόνος του παράμερα, δεν έδειχνε την λύπη του. Ώσπου ξαναπαίρνοντας τ’ απάνω του, παραμέριζε τις δικές του σκοτούρες για να φροντίσει τους άντρες του. Τους μιλούσε, τους εγκαρδίωνε. Κι αν τους έβλεπε κουρασμένους ή στεναχωρημένους, το έριχνε στ' αστεία και στα χωρατά και τους έδινε πάλι θάρρος. Και ξεχνούσαν αυτοί τις ταλαιπωρίες τους, εμπρός στον ακάματο αρχηγό τους. “Εσένα καπετάνιε η η ψυχή σου σε βαστά!!” του έλεγε ένα από τα παλληκάρια του, ένας Κρητικός, ο γερο-Ανδρουλής... Κι αλήθεια. Η ψυχή του τον βαστούσε... Εκεί που άλλος θα είχε τσακίσει, αυτός ήταν ο γενναιότερος, ο ανδρειότερος όλων...

Επιτέλους! Τα γράμματά του έφθασαν στον Δεσπότη! Ζητούσε βοήθεια, χρήματα, γιατρικά, στεγνά ρούχα. Του τα έστειλε αμέσως ο Δεσπότης μαζί με ένα εικόνισμα. Κρυμμένος ο Ζέζας σ' έναν αχυρώνα με τα παλληκάρια του επειδή τον γύρευαν οι Τούρκοι μετά την προδοσία του Θανάση Βάγια, έλαβε το γράμμα και τα πράγματα που ζητούσε από τον Δεσπότη. Νόμισε πως τελείωσαν τα βάσανά του, μα ήταν γραφτό του να μαρτυρήσει την τελευταία του ώρα... Έκανε καινούργιο πρόγραμμα, οργάνωσε το σώμα του και βγήκε για το κυνήγημα των κομιτατζήδων που τρομοκρατούσαν τα χωριά ολόγυρα. Από κοντά όμως τους κυνηγούσανε οι Τούρκοι, τους παρακολουθούσαν και οι Βούλγαροι. Κάποιος από αυτούς πρέπει να τους πρόδωσε, γιατί ξέρανε τα ονόματα των Μακεδόνων που ακολουθούσαν σαν αντάρτες τον καπετάν Ζέζα. Εκβίαζαν τους άντρες να φύγουν από τον καπετάνιο, διαφορετικά θα σκότωναν το παιδί τους, την γυναίκα τους, τους γονιούς τους. Ως εκεί έφτανε η ατιμία τους.

Εκείνες τις ημέρες ο αρχηγός είχε αποφασίσει να πάει ο ίδιος να σκοτώσει τρεις δολοφόνους του παπα-Δημήτρη από το Στρέμπενο. Ως τότε δεν είχε σκοτώσει κανέναν. Πάντα με πειστικά λόγια και με το καλό γύρευε να ειρηνέψουν τα μέρη και να φέρει τους Βουλγάρους σε θεογνωσία. Είχαν σκοτώσει οι Βούλγαροι τον καπετάν Βαγγέλη και γύρευαν τώρα τον καπετάν Ζέζα με τα παλληκάρια του. Όταν έμαθε ο καπετάν Ζήσης πως ήταν κοντά ο καπετάν Ζέζας, πήγε και τον βρήκε. Ευτυχώς, γιατί οι τελευταίες μπουκιές ψωμί τελείωναν λασπωμένες από την βροχή που εκείνες τις ημέρες τους είχε σαπίσει. Ένα παλληκάρι του καπετάν Ζήση τους έφερε ψωμί στεγνό από το χωριό. Γύρω τους πυκνό δάσος από οξιές και καταχνιά πολλή. Άναψαν φωτιά να ζεσταθούν. “Αυτή η φωτιά είναι η μεγαλύτερη χαρά, αφ' ότου έφυγα από την Ελλάδα” είπε ο αρχηγός. Τέτοια “καλοπέραση” είχαν τραβήξει... Κι όσο για τους δολοφόνους του παπα-Δημήτρη, ο χειρότερος είχε ξεφύγει. Όταν έπιασαν τους άλλους δυο, τους συγκίνησε τόσο ο αρχηγός με τα λόγια του, που μετάνιωσαν, έκλαψαν και του φίλησαν τα χέρια. Ήταν πολύ πονόψυχος ο Αρχηγός. Αίμα δεν ήθελε να χύσει. Δεν σκότωσε ποτέ ο ίδιος, ακόμα και στις συμπλοκές με τους κομιτατζήδες. Γυρνούσε από χωριό σε χωριό, εγκαρδιώνοντας τους τρομαγμένους, φοβερίζοντας τους άλλους,μοιράζοντας όπλα σε όσους ήταν άξιοι να τα μεταχειριστούν. Μια φορά που τους κυνήγησαν οι Τούρκοι στο Νερέτι και γλίτωσαν στα βουνά, πυροβολήθηκε ένα από τα παιδιά του καπετάν Ζέζα. Ήταν ένας νέος φαρμακοποιός από το Μοναστήρι που γεμάτος ενθουσιασμό ακολούθησε τον Αρχηγό. Αμάθητος στους δρόμους και τις ταλαιπωρίες, δεν πρόφθασε να φύγει και τον πυροβόλησαν οι Τούρκοι. Ο καπετάν Ζέζας τον σήκωσε πληγωμένον μαζί μ' ένα άλλο παιδί και τον ανέβασε στην κορυφή του βουνού. Δυστυχώς ο νέος δεν άντεξε. Οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να τους κυνηγούν...Οι Βούλγαροι να τους παραμονεύουν. Ο χειμώνας πλάκωνε, οι ταλαιπωρίες δυσβάστακτες. Ο Αρχηγός έστειλε τον καπετάν Ευθύμη Καούδη να προπαγανδίσει στα χωριά και αυτός με τα είκοσι παιδιά που είχε μόνον, έτυχε να πιαστεί με 80 Βουλγάρους, να σκοτώσει 5, να πληγώσει 15, χωρίς να πάθει τίποτε ούτε αυτός, ούτε κανένας δικός του. Αυτό φούρκισε τους Βουλγάρους που για να εκδικηθούν έπεσαν στα γυναικόπαιδα. Και βοήθεια από την ελεύθερη Ελλάδα, καμιά...

Ήταν 12 του Οκτώβρη. Ο Ζέζας είχε μηνύσει στον καπετάν Ευθύμη να συναντηθούν για να δουν πώς θα συνεργαστούν. Μα επειδή ο Ευθύμης δεν τα κατάφερε να έρθει, αποφάσισε ο καπετάν Ζέζας να πάει ο ίδιος να τον βρει στο Ζέλοβο, με 35 παλληκάρια. Δεν ήταν φρόνιμο, γιατί εκεί κοντά, σ' ένα χωριό το Κονομπλάτι, περιπολούσαν 150 Τούρκοι και τακτικά περνούσε στρατός από το Ζέλοβο. Μα ο καπετάν Ζέζας δεν άκουγε από φρονιμάδα κι αποφάσισε να πάνε να βρούνε τον καπετάν Ευθύμη. Έφτασαν στη Στάτιτσα κουρασμένοι, μουσκεμένοι, αποκαμωμένοι. Μοίρασε ο Ζέζας τα παιδιά σε τέσσερα ελληνικά σπίτια και ο ίδιος πήγε σε ένα άλλο με τέσσερις δικούς του. Έστειλε δε μήνυμα στον καπετάν Ευθύμη να συναντηθούν την επαύριο, για να συνεννοηθούν. Το άλλο απόγευμα, ενώ μιλούσε με ένα παιδί που είχε στείλει ο καπετάν Ευθύμης, μπαίνει η νοικοκυρά τρομαγμένη λέγοντας πως φάνηκε τουρκικός στρατός. Έρχεται και δεύτερη γυναίκα λέγοντας πως οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό. Ο αρχηγός είχε παραγγείλει σε όλα τα σπίτια που ήταν μοιρασμένα τα παιδιά του, να είναι όλοι έτοιμοι, αλλά να μην ρίξει κανείς. Ώσπου οι Τούρκοι έφτασαν στον δρόμο τους και χτύπησαν την πόρτα του αντικρινού σπιτιού. Τους είχε προδώσει ο άγριος κομιτατζής, ο Μήτσος Βλάχος. Χρησιμοποίησε τέχνασμα. Ξέροντας ότι τον κυνηγούν οι Τούρκοι, έστειλε μία γυναίκα να τον προδώσει τάχα πως κρυβόταν στην Στάτιτσα με το σώμα του. Έτσι οι Τούρκοι ήρθαν, νομίζοντας ότι θα βρουν τον κομιτατζή. Από το αντικρινό σπίτι τσιμουδιά. Τότε χτύπησαν το σπίτι που κρυβόταν ο Αρχηγός με τα παιδιά του, θέλοντας να μπουν να φυλαχθούν, επειδή νόμισαν ότι απέναντι κρύβονταν Βούλγαροι. Η προδοσία του Βλάχου ολοκληρωνόταν. Τους έστειλε ακριβώς στην κρυψώνα των Ελλήνων. Οι Τούρκοι για να μπουν μέσα ζήτησαν να σπάσουν την πόρτα. Τότε ο Αρχηγός πήρε το τουφέκι του κι έριξε από το παράθυρο. Τράβηξαν τότε οι δικοί μας και από το αντικρινό σπίτι.

Η μάχη γενικεύθηκε. Βράδιασε. Τραβήχτηκαν οι Τούρκοι περιμένοντας να ξημερώσει. Οι Έλληνες κατέβηκαν από το σπίτι, φοβούμενοι μην τους βάλουν φωτιά οι Τούρκοι.. Πέρασαν από μιαν αυλή μαζί με τον Αρχηγό και κρύφτηκαν σ' έναν στάβλο. Κάποιος Τούρκος θέλησε να μπει, μα τον πυροβόλησαν. Είχε νυχτώσει για τα καλά. Βγήκε ένα παλληκάρι να πάρει το όπλο τού σκοτωμένου και τον ακολούθησε ο αρχηγός. Ακούστηκε ένας πυροβολισμός και ύστερα μια φωνή: ''Με χτύπησαν παιδιά!'' Και είδαν τον αρχηγό που τρικλίζοντας, μπήκε στον στάβλο κι έπεσε πάνω στ' άχυρα. Φορούσε μια πέτσινη ζώνη γεμάτη λίρες τούρκικες. Την είχε τρυπήσει το βόλι και είχε σκορπίσει τις λίρες μέσα στην πληγή του. Κατάλαβε αμέσως πως δεν γλιτώνει και τους έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Ήταν μιά άγρια νύχτα γεμάτη θλίψη και αγωνία...Έπρεπε να φύγουν, γιατί αν τους εύρισκαν εκεί τα χαράματα, ήταν όλοι χαμένοι. Είπαν να σηκώσουν τον αρχηγό. Αδύνατον... Θα τον αναγνώριζαν οι Τούρκοι και δεν έπρεπε με κανέναν τρόπο να γίνει αυτό. Έλληνας αξιωματικός μπλεγμένος σε υπόθεση της Μακεδονίας;; Φοβερές οι πολιτικές αντιδράσεις... Το καταλάβαινε και ο ίδιος και μέσα στα βογγητά του παρακαλούσε: “Σκοτώστε με βρε παιδιά! Πώς θα με αφήσετε στους Τούρκους;;”. Γονάτισε κοντά του ένα παλληκάρι, ο Πύρζας και του αποκρίθηκε: “Δεν σε αφήνουμε στους Τούρκους, Καπετάνιε... Μαζί σου θα μείνουμε...” Πονούσε πολύ κι όλο έλεγε: “Σκοτώστε με!...” Μα όλο και πιο σιγά ακούγονταν τα βογγητά του. Ώσπου έσβησαν... Ένας έσκυψε επάνω του. Δεν κουνούσε πια. Τον φίλησε. Δεν του αποκρίθηκε. Έβαλε το αυτί του στην καρδιά του. Δεν χτυπούσε... Τότε τα παλληκάρια του, τον έκρυψαν κάτω από τ' άχυρα κι εβγήκαν έξω. Πήδηξε ένας-ένας από τον φράχτη και έφυγαν. Το πρωί οι Τούρκοι μπήκαν στον στάβλο κι όταν τον βρήκαν άδειο, πίστεψαν πως τους έκρυβαν οι χωρικοί. Ήξεραν πως κάποιον είχαν χτυπήσει. Έπιασαν τους προκρίτους και τους έδειραν. Όμως κανένας τους δεν μαρτύρησε, κανένας τους δεν πρόδωσε. Αυτοί ήξεραν τι θα πει πατριωτισμός.

Τα παλληκάρια εντωμεταξύ, κρυμμένα στο βουνό, δεν μπορούσαν να ησυχάσουν. Ο νους τους ήταν στον Αρχηγό, που τον είχαν αφήσει στον στάβλο. Σκέφτονταν, πως θα τον εύρισκαν οι Τούρκοι και τότε θα τον αναγνώριζαν... αυτόν... τον αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού... Κάτι έπρεπε να γίνει και γρήγορα... Μόλις λοιπόν νύχτωσε, έστειλαν ένα παιδί, τον Ντίνα που ήταν από την Στάτιτσα και την ήξερε καλά, να μάθει τι γινόταν εκεί και να πάρει τον πεθαμένον αρχηγό. Και πήγε το παιδί. Ήταν νέος και πολύ σβέλτος. Μπήκε στο χωριό χωρίς να τον νιώσουν οι Τούρκοι και τοίχο- τοίχο, έφθασε στην μάντρα, πήδηξε τον φράχτη, μπήκε αθόρυβα στον στάβλο και βεβαιώθηκε πως ήταν άδειος. Τότε έψαξε στα άχυρα και βρήκε το σώμα. Δεν το είχαν ανακαλύψει οι Τούρκοι. Και τότε ο Ντίνας, έκοψε το κεφάλι του Αρχηγού.... Το τύλιξε σε έναν καθαρό σάκο που είχε πάρει μαζί του... Πέρασε πάλι τον φράχτη και βγήκε από το χωριό...Το παλληκάρι περπατούσε όλη την νύχτα. Και πήγε στο Ζέλοβο όπου έκρυψε σ’ ένα σπίτι το τίμιο φορτίο του... Την άλλη ημέρα οι Τούρκοι βρήκαν το σώμα... Μα το κεφάλι δεν το βρήκαν... Δεν ήξεραν ποιος ήταν ο πεθαμένος. Τα παιδιά του, είχαν ειδοποιήσει τον Δεσπότη στην Καστοριά, πως σκοτώθηκε ο Μίκης Ζέζας κι έστειλε παιδιά δικά του να του τον φέρουν. Η Αθήνα είχε συγκλονιστεί. Η Τουρκική Κυβέρνηση το έμαθε και έκανε ανακρίσεις. Πήγε στρατός και πήρε το ακέφαλο σώμα και το πήγε στην Καστοριά, στο διοικητήριο, την στιγμή ακριβώς που γινόταν διοικητικό συμβούλιο. Είδε από το παράθυρο ο Δεσπότης την φασαρία, πως φέρνουν κάποιο σώμα. Κατάλαβε, μα έκανε τον ανήξερο και ρώτησε τον διοικητή Καϊμακάμη, τι τρέχει. Του αποκρίθηκε αυτός πως ήταν το σώμα του Μήτρου Βλάχου, που είχε κρυφτεί στην Στάτιστα και τον είχαν σκοτώσει. Μα βρέθηκαν στις τσέπες του νεκρού γράμματα προς τον καπετάν Ζέζα, όλα ελληνικά. Ρώτησε τον Δεσπότη ο Καϊμακάμης: “Τι είναι ο καπετάν Ζέζας;;” “Έλληνας βέβαια” αποκρίθηκε ο Δεσπότης. “Και το αληθινό του όνομα, ποιο είναι;” “Δεν το ξέρω, μα θα είναι Ζέζας”, είπε πάλι ο Δεσπότης.

Επειδή όμως είχε γίνει μεγάλη φασαρία στην Πόλη ύστερα από το πένθος των Αθηνών, ο Καϊμακάμης θέλησε να εξαναγκάσει τον Δεσπότη να αποκαλύψει το αληθινό όνομα του νεκρού, γι' αυτό του είπε ότι οι Βούλγαροι, ζητούν το ακέφαλο σώμα που λένε ότι είναι ο Μήτρος Βλάχος και θα φέρει Βουλγαρόπαπα να τον θάψει. Μα ο Δεσπότης δεν ήταν άνθρωπος που υποχωρούσε. Μυστικά έστειλε και ειδοποίησε όλους τους Καστοριανούς, όσους είχαν όπλα, να πάνε με τα τουφέκια τους και να απαιτήσουν να τους δοθεί το σώμα του Έλληνα οπλαρχηγού. Μαζεύτηκαν αυτοστιγμεί. Ήταν μερικές εκατοντάδες κι έγινε πολύς θόρυβος. Ο Καϊμακάμης επέμεινε. Έξω φρενών βγαίνει από το διοικητήριο ο Δεσπότης και πάει στο αντικρινό σπίτι που ήταν μαζεμένοι όλοι οι μπέηδες της Καστοριάς. Τα μάτια του έβγαζαν φλόγες. “Μπέηδές μου!” τους είπε με την στεντόρεια φωνή του. “Εδώ θα χυθεί πολύ αίμα! Κατέβηκε όλη η Γραικολογιά αποφασισμένη να σκοτωθεί, αν δεν μας δώσετε τον νεκρό, κι εγώ πρώτος μαζί τους!! Είναι οπλισμένοι όλοι αυτοί, αποφασισμένοι να σας χτυπήσουν. Και θα πέσουν πολλοί από σας! Ο Ζέζας είναι οπλαρχηγός δικός μας, αξιούμε να τον θάψουμε εμείς! Ο Καϊμακάμης είναι ξένος, δεν είναι από την Καστοριά, δεν ξέρει τα πράματα, θα μας κάνει θανάσιμους εχθρούς, Τούρκους και Ρωμιούς, αν δεν μας τον δώσει!...”

Εκείνη την στιγμή κινδύνευε το κεφάλι του ο Δεσπότης, μα πού αυτός να σταθεί!!... Τρόμαξαν οι μπέηδες με το κακό που προμηνυόταν, άκουγαν και τις φωνές των πατριαρχικών απ’ έξω, κατέβηκαν όλοι μαζί, μπήκαν στο διοικητήριο με τον Δεσπότη ανάμεσά τους κι έπεισαν τον Καϊμακάμη να παραδώσει το σώμα... Άρχισε πάλι να σκοτεινιάζει. Πήρε ο Δεσπότης το ακέφαλο σώμα του Μίκη Ζέζα και το μετέφερε στην Μητρόπολη. Και όλη την νύχτα θρήνησε άυπνος, μαζί με τους παπάδες και τους προεστούς της Καστοριάς... Πρωί-πρωί τον έθαψαν στο ελληνικό νεκροταφείο, αντίκρυ από την Μητρόπολη, με λίγους έμπιστους φίλους, χωρίς φασαρία, όπως το είχε υποσχεθεί στον Καϊμακάμη. Εκεί, σ' ένα σεμνό μνήμα, βρίσκεται ο πρωτομάρτυρας ήρωας. Κι έγινε μυστικό προσκύνημα όλων των Ελλήνων της Μακεδονίας. Το κεφάλι το έθαψαν μυστικά αλλού. Σε κάποιο βουνό της Μακεδονίας μας, ψηλά σε ένα ερημοκκλήσι, κοιμάται το τίμιο κεφάλι του πρωτομάρτυρα. Αργότερα έγινε γνωστό. Είναι θαμμένο στο Ποσιδέρι, στο παρεκκλήσι της Αγίας Παρασκευής.

Σαν πέθανε ο Αρχηγός, τα παλληκάρια του σκορπίσανε. Τον είχαν αγαπήσει και πιστέψει με φανατισμό.. Τώρα ένιωθαν ορφανοί χωρίς αυτόν. Οι κομιτατζήδες από εκδίκηση, μπήκαν στα χωριά των παλληκαριών καθώς και σε άλλα και μέσα στο μίσος τους δεν σκέφτηκαν παιδάκια, γυναίκες, γέρους... Έκαψαν, έσφαξαν, αφάνισαν... Μνήμες πικρές που φέρνουν σπαραγμό και δάκρυα για τα πάθη, τού τόσο αδικημένου, υπερήφανου, ελληνικού λαού...Ο Αγώνας συνεχίστηκε. Αρχηγοί βγήκαν μπόλικοι στο κλαρί. Για κάθε μάρτυρα που έπεφτε, δέκα ξεφύτρωναν. Όπως στην λίμνη των Γιαννιτσών υπήρχε ένα παλληκάρι όμορφο, γενναίο, ατρόμητο. Τον έλεγαν καπετάν Νικηφόρο [Γιάννης Δεμέστιχας, νεότατος τότε αξιωματικός του Ναυτικού]. Γύρω του μαζεύτηκαν πολλοί. Και ο αγώνας συνεχίστηκε για μια Μακεδονία ελεύθερη, υπερήφανη και δοξασμένη!....

[Υ.Γ. Υπάρχει και η εκδοχή ότι το νεκρό σώμα του Παύλου Μελά[ Ζέζας ], το έθαψαν το ίδιο βράδυ με πλήρη μυστικότητα οι γυναίκες του χωριού και ότι το κεφάλι του κόπηκε όταν μπλέχτηκαν στην υπόθεση οι Τούρκοι, γιατί δεν έπρεπε να φανερωθεί ποιος ήταν ο σκοτωμένος άντρας...]


---------------------------------------------------------


Μ Ι Κ Η Σ  Ζ Ε Ζ Α Σ - Π Α Υ Λ Ο Σ   Μ Ε Λ Α Σ

Μίκης Ζέζας: Ψευδώνυμο του Παύλου Μελά, του κορυφαίου Μακεδονομάχου μας που η προσωπικότητα και η δράση του επέδρασαν βαθύτατα στην διαμόρφωση του Μακεδονικού αγώνα.

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στην Μασσαλία το 1870 και πέθανε ηρωικά στην Στάτιτσα [καμία σχέση με την πόλη Σιάτιστα] το 1904. Βιογραφία του ήρωα έγραψε η γυναίκα του Ναταλία Μελά, κόρη του Στέφανου Δραγούμη, πολιτικού και συγγραφέα. Ο Παύλος Μελάς εγκαταστάθηκε το 1874 στην Αθήνα και φοίτησε στην Σχολή Ευελπίδων, από την οποίαν αποφοίτησε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του πυροβολικού. Πήρε μέρος στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 και έπειτα, ως μέλος της “Εθνικής Εταιρείας” εργάσθηκε για την απελευθέρωση των βόρειων ελληνικών εδαφών, τα οποία κινδύνευαν να αφελληνιστούν από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες.

Με το ψευδώνυμο “Καπετάν Ζέζας”, τον Φεβρουάριο του 1904, ο Παύλος Μελάς πέρασε τα ελληνοτουρκικά σύνορα [στην Θεσσαλία τότε] και στις 13 Μαρτίου έφτασε στο χωριό Βογιατσικό, για να προετοιμάσει την ένοπλη αντίσταση εναντίον των κομιτατζήδων. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα και τον ίδιο χρόνο έφυγε για Κοζάνη, όπου διοργάνωσε την αυτοάμυνα των κατοίκων, με την βοήθεια τοπικών ελληνικών κύκλων. Στις 18 Αυγούστου ο Παύλος Μελάς ξεκίνησε για την τρίτη και μοιραία αποστολή του. Με το αντάρτικο σώμα που συγκρότησε στην Λάρισα, πέρασε στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Με την έντονη δράση που ανέπτυξε εξουδετέρωσε τους κομιτατζήδες του Βογατσικού. Στις 13 Οκτωβρίου όμως, ύστερα από προδοσία κομιτατζή, περικυκλώθηκε με τους άντρες του από τουρκικό απόσπασμα στο χωριό Στάτιστα και έπεσε ηρωικά στην μάχη που ακολούθησε. Η αξία της θυσίας του υπήρξε μ ε γ ί σ τ η. Ενέπνευσε θάρρος στους Έλληνες της Μακεδονίας, τόνωσε την κίνηση και την ένοπλη αντίσταση κατά των κομιτατζήδων και προλείανε το έδαφος, ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις που διευκόλυναν την απελευθερωτική εξόρμηση του στρατού μας στους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους το 1912-1913.Αυτά όλα τα παραπάνω , κοιτούν λίαν περιληπτικώς την δράση και την συγκινητική πορεία του ήρωα. Αυτά αναλυτικότερα τα πήραμε από την Πηνελόπη Δέλτα στον “Μάγκα”



Π Η Ν Ε Λ Ο Π Η   Δ Ε Λ Τ Α

Συγγραφέας βιβλίων για παιδιά, α λ λ ά και για μεγάλους, κόρη του εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1874 και πέθανε-αυτοκτόνησε στην Αθήνα το 1941. Την εποχή που έμενε στην Αλεξάνδρεια τα ελληνικά γράμματα βρίσκονται σε μεγάλη άνθιση. Η ανάμειξή της στον Οδηγισμό[ προσκοπισμό] της έδωσε την ευκαιρία να δείξει το λογοτεχνικό της ταλέντο. Το ταλέντο της εκδηλώθηκε εμφαντικά όταν η Δέλτα εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Η ιδιαίτερη αγάπη που είχε στα εγγόνια της, την έκαμε να στρέψει την προσοχή της στην παιδική λογοτεχνία. Και σήμερα θεωρείται η θεμελιακή μορφή της λογοτεχνίας αυτής στην πατρίδα μας. Ήταν επίσης φανατική οπαδός της δημοτικής γλώσσας και πατριδολάτρισσα. Γι' αυτό και το έργο της είναι γεμάτο από αγάπη για την Ελλάδα. Η ίδια άλλωστε είχε μεγάλη εθνική δράση και πρόσφερε στους φτωχούς ιατρική περίθαλψη και οικονομική βοήθεια. Ανάμεσα στα βιβλία που κυκλοφόρησε με σκοπό να μας ομορφύνει την ζωή είναι και τα εξής:

“Τα μυστικά του βάλτου”, “Για την πατρίδα”, “Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου”, “Ο Μάγκας”, “Η ζωή του Χριστού”, “Η καρδιά της βασιλοπούλας”, “Παραμύθι χωρίς όνομα”[που το διασκεύασε ο Ιάκωβος Καμπανέλης σε θεατρικό έργο] κ.ά. Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Αθήνα το 1941, η Πηνελόπη Δέλτα έπαθε ισχυρότατο νευρικό κλονισμό και έθεσε η ίδια τέρμα στην ζωή της...


[Η κόρη της Αλεξάνδρα, έγραψε το βιβλίο "Μύθοι και Θρύλοι” τρεις σειρές: 1919, 1956 και 1976]


Ελάχιστα λόγια για μια μεγάλη μορφή των Ελληνικών Γραμμάτων και μιά μεγάλη, αληθινή, αγνή πατριώτισσα, μια αληθινή ΕΛΛΗΝΙΔΑ!...