Εμφανιζόμενη ανάρτηση
Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΜΝΗΜΕΣ - 1940
Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2018
ΨΗΓΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ - ΜΕΡΟΣ 3ο [Το τραγικό τέλος ενός Ήρωα...]
ΨΗΓΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ - ΜΕΡΟΣ 2ο [Τι ξέρουμε για τον Παύλο Μελά;;; Ποιος ήταν... ο Μίκης Ζέζας;; Ας θυμηθούμε μεγάλα γεγονότα της Ιστορίας μας, που δεν τα συζητούμε συχνά...]
Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2018
ΨΗΓΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ - ΜΕΡΟΣ 1ο
Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018
Η ΓΟΡΓΟΝΑ--ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΡΥΜΝΗΣ...
Βαθιά πέρα στο πέλαγος, καράβι αρμενίζει.
Η ώρα είναι βραδινή, τα πάντα πια σωπάσαν...
Ο ναύκληρος απόκαμε, στην κουπαστή του γέρνει
και γύρω του ναυτόπουλα, πέντ' - έξι συζητούνε...
''Ποιά ιστορία θα μας πεις απόψε κυρ Αντρέα;''
ρωτάει ο μικρότερος - αμούστακο αγόρι.
Ο ναύκληρος χαμογελά κι ένα τσιγάρο ανάβει
κι αρχίζει να μιλά σιγά, με φεγγαρίσιο βλέμμα...
Κάθονται όλοι γύρω του ν' ακούσουν την λαλιά του.
Τριγύρω η νύχτα άπλωσε βελούδινο μανδύα,
κι η θάλασσα αντανακλά τ' αστέρια, το φεγγάρι...
Μιά νηνεμία σύρθηκε από βορρά και δύση
κι ο ναύκληρος τους ιστορεί για την χρυσή γοργόνα
που καπετάνιους ερωτά αν ζει ο αδελφός της,
ο ''γίγας'' Μέγα-Αλέξανδρος, των πάντων βασιλέας...
Κι αν απαντήσουν πως δεν ζει, αλλάζει σε θηρίο,
ένα θηρίο σκοτεινό, φολιδωτό, πυργίσιο,
π' αρπάζει με τα χέρια της το έρμο το καράβι
και το χτυπά στα κύματα που σπέρνει η ουρά της...
Μα ο καπετάνιος σαν θα πει πως ζει ο ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ,
νεράϊδα λυγερόκορμη προβάλλει η θωριά της!
Μετάξι κάνει τα νερά κι απλώνει τα μαλλιά της,
που τα χτενίζει με χρυσό χτένι που στραφταλίζει...
Τραγούδι τότε ακούγεται να χύνεται τριγύρω,
παιάνας Μακεδονικός π' ακούς κι ανατριχιάζεις!
Οι ουρανοί ανοίγουνε και στον αιθέρα βγαίνει,
ο ΜέγΑλέξανδρος τρανός επάνω στ' άλογό του!!!
Τα σύννεφα παίρνουν φωτιά κι η θάλασσα ροδίζει...
Ποτάμια φως ξεχύνονται, πορφύρα σελαγίζει!
Χαμογελά ο βασιλιάς στην όμορφη αδελφή του
και της πετά από ψηλά την ώρια σάρισά του!...
Αρπάζει η γοργόνα μας το δόρυ του αδερφού της.
Χαμογελά περήφανη για της καρδιάς το δώρο!
Δελφίνια συντροφεύουνε το γέλιο της ψυχής της
και χίλιες λάμψεις φέγγουνε, ωσάν το βόρειο σέλας!!
Και τότε κλειούν οι ουρανοί, χάνετ' ο στρατηλάτης...
Από μακριά ακούγεται να σβήνει κι ο παιάνας...
Και η γοργόνα ευτυχής αφήνει το καράβι,
να συνεχίσει ήρεμα το μακρινό ταξίδι...
''Ξέρεις βρε Κώστα να μου πεις ποια είναι η γοργόνα;
Τι να σημαίνει λες Κωστή ετούτος δω ο μύθος,
που Έλληνες γαλούχησε μες στης σκλαβιάς τους χρόνους
και την κεντούσαν στα προικιά κορίτσια και κυράδες;''
''Εσύ Αντρέα να μας πεις τι κρύβει η γοργόνα''
αντιγυρίζει ένας νιός με σεβασμό μεγάλο
κι οι σύντροφοι τριγύρω του στριμώχνονται να μάθουν,
συνεπαρμένοι απ' όλ' αυτά πού 'χαν πριν λίγο ακούσει...
''Είναι η Ελλάδα ωρέ παιδιά π' ΑΘΑΝΑΤΗ διαβαίνει!...
Είναι το θείο ΠΝΕΥΜΑ της π' ουδέποτε θα σβήσει!...
Αλίμονο στους άφρονες που την αμφισβητούνε
κι ευλογεί εκείνονε όπου σ' αυτήν πιστεύει!!!''
Ο ναύκληρος απόσωσε και μιά γαλήνη εχύθη...
Όλη η παρέα κοίταζε της θάλασσας τα πλάτη...
Τα λόγια του συντρόφου τους, στ' αυτιά τους τραγουδάνε
κι αυτοί θαρρείς πως καρτερούν να δούνε την γοργόνα...
Τ' αστέρια λαμπυρίζουνε - διαμάντια της Εκάτης...
Το πλοίο σαν να γλίστραγε σε μεταξένιο στρώμα
και τα νερά φωσφόριζαν μαγευτικά στην νύχτα,
που στοργικά αγκάλιαζε εκείνο το καράβι...
Στην πρύμνη μόνο έφεγγε η σπίθα του τσιγάρου,
που άναψεν ο ναύκληρος ανάμεσα στους ναύτες.
Κανένας τους δεν μίλαγε μα συλλογιόταν όλοι,
την ιστορία π' άκουσαν δοσμένη μ' άλλο μάτι...
Κι ο Κωνσταντής ο πιο μικρός, βαθιά συνεπαρμένος,
κοιτούσε μην και δει ψηλά τον Μέγα Στρατηλάτη,
να ρίχνει το κοντάρι του σαν δώρο απ' τα ουράνια,
και ξαναζούσε σιωπηλά του ναύκληρου τα λόγια...
''Θες ν' άκουσε τα λόγια σου Αντρέα η γοργόνα,
γιατί ο καιρός μάς αγαπά'', ψιθύρισεν ο Γιώργος...
Κανείς τους δεν απάντησε... Στο πέλαγος κυλούσαν
μαζί με το καράβι τους, μιά νύχτα μαγεμένη...
--------------------------------------------------------------------
8-10-2018
Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΑΣΕ...
Φθινόπωρο ξεγλίστρησε απ' του καιρού το δώμα.
Με φύλλα χρυσοχάλκινα στρώνει το πέρασμά του.
Περνούν μαβιά τα σύννεφα στον ζαφειρένιο θόλο
και κύματα καλπάζουνε στης θάλασσας την πλάτη...
Διστακτικά λογίζεται αν την βροχή θα στείλει.
Σταγόνες λαμπυρίζουσες χτυπούν στα παραθύρια
κι άλλοτε μπόρα ξαφνική, τα πάντα συνεπαίρνει...
Τι όμορφα μοσκοβολά το χώμα όταν βρέχει!
Θαρρείς και στραφταλίζουνε τα νοτισμένα δέντρα...
Σ' ένα παγκάκι κάθομαι την πλάση να θαυμάσω
κι ολόσγουρα χρυσάνθεμα, μού στέκονται παρέα!
Αβρή σέρνεται γύρω μου, λεπτή μελαγχολία...
Τα χρώματα εξαίσια την πλάση χρωματίζουν
και ντροπαλά κυκλάμινα το κεφαλάκι σκύβουν...
Φθινοπωριάζουν στην ζωή και τα χρυσά τα νιάτα...
Προτού το καταλάβουμε φυλλοροούν στον χρόνο
και σου στολίζουν τα μαλλιά με ασημιές ανταύγειες,
απόδειξη πως θα φανεί σε λίγο ο χειμώνας...
Πεσμένα κάτω κείττονται σωρός χιλιάδες φύλλα
που τρέξαν να λουφάξουνε στου δέντρου τους την ρίζα
και σκέφτομαι πως μιά φωλιά θέλω κι εγώ να στήσω,
όπου θ'αφήσω τον βοριά απ' έξω να στενάζει..
Ριπές ανέμου σήκωσαν στροβιλισμό χρυσένιο...
Τα δάκρυα τα βρόχινα αρχίσαν να κυλούνε.
Ανοίγω την ομπρέλα μου και στο παγκάκι μένω,
για να χαρώ τ' ανάσασμα που ευωδιές μου φέρνει...
Μιά θλίψη γύρω απλώθηκε ντυμένη στην πορφύρα.
Χτυπά η καρδιά νοσταλγικά για χρόνια περασμένα.
Μα μπρος της τώρα ορθώνεται του φθινοπώρου η ώρα
κι αυτή την καλοδέχεται, κυκλάμινα κρατώντας...
Απ' το λειβάδι. της ζωής τα 'κοψες, τα προσφέρεις.
Αυτά είναι οι εμπειρίες σου που χρόνους τις μαζεύεις...
Θα στήσουνε το κάστρο σου ζεστό, προφυλαγμένο,
για να περάσεις του χιονιά τις μέρες που θα ΄ρθούνε...
Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2018
ΣΤΟΝ ΣΥΜΜΑΘΗΤΗ ΜΟΥ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, τον θαλασσινό...
Από μικρός στα βάσανα. Πιστός στην φαμελιά του
ποτέ δεν βαρυγκόμησε, πάντα μπροστάρης ήταν
και στο σχολειό δεν μάντεψε ο δάσκαλος, τι ζούσε...
Μα κείνος δεν πτοήθηκε, ούτε τό βαλε κάτω.
Την θάλασσα ατένιζε και πάντα το σκεφτόταν
ν' αφήσει πίσω την στεριά,σε πλοίο να μπαρκάρει...
Κι έτσι μιά μέρα το παιδί βρέθηκε σε καράβι.
Εσφίχτηκε η καρδούλα του στο ξένο περιβάλλον...
Κι ενώ άλλα παιδόπουλα σπουδάζαν και χαιρόνταν,
ο Παναγής στο μπάρκο του, χίλιες δουλειές μαθαίνει...
Τι κούραση Θεούλη μου την νύχτα που πλαγιάζει!...
Πόσο του λείπει η μάνα του, τ' αδέρφια, ο πατέρας...
Μ' αυτός την μοίρα διάλεξε στην θάλασσα να πάει
κι έπρεπε ξερικό καημό να κάνει για ν' αντέξει...
Πότε τα χρόνια πέρασαν κι έγινε παλληκάρι;
Για πότε άντρας γίνηκε, ούτε που το κατέχει...
Τα χρόνια κύλησαν γοργά,δαρμένα στην αρμύρα...
Κι είδαν τα μάτια του πολλά,στεριές κι άλλους ανθρώπους...
Γιομίσανε τα σπλάχνα του εικόνες κι εμπειρίες...
Αλάτι μπήκε στην ψυχή, στο βλέμμα και στο δάκρυ.
Τα κύματα νανούριζαν τον πόνο της καρδιάς του.
Κι η θάλασσα ερωμένη του την νύχτα και την μέρα...
Ώσπου ασπρίσαν τα μαλλιά, τέλειωσε το '' ταξίδι ''...
Χρόνους πολλούς επέρασε επάνω στα βαπόρια...
Μικρό παιδάκι μπάρκαρε, και τώρα ήρθε η ώρα,
σε μιά στεριά να κατεβεί ο μεστωμένος άντρας.
Καλώς μας ήρθες Παναγή σε στεριανό απάγκειο...
Θαλασσινό είναι το νερό που στην ματιά σου φέγγει...
Δεν πρόκειται να ξεχαστεί ετούτο το ταξίδι,
χρόνους πολλούς εκράτησε στης θάλασσας τους δρόμους...
Να είναι οι στιγμές σου τώρα πια, απάνεμο λιμάνι.
Επάλεψες σ' ωκεανούς με λεβεντιά και πίστη.
Η ώρα το εσήμανε να βρείς καλό απάγκειο
και τρυφερά να σου μιλά ο ήλιος στην ζωή σου...
Ετούτη θα είν'η ανταμοιβή γι' αυτά πού χεις περάσει,
και θα σου φέρει ζεστασιά και φως μες στην ψυχή σου.
-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Στον συμμαθητή μου ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΑΓΓΕΛΑΤΟ, από καρδιάς...
[ Σεπτέμβριος 2018 ]