Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

9ο] Η ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ

                    Η Πασχαλίνα γύριζε από την δουλειά της... Τι μέρα κι αυτή... Έβρεχε συνέχεια από το  πρωί... ''Όπως πάει, θα βρέχει όλη νύχτα... Μουλιάσαμε πια. Έκλεισε βιαστικά την ομπρέλα της, γιατί μια ριπή του ανέμου της την γύρισε ανάποδα. Παρ'ολίγο να την πάρει απ'τα χέρια της. Ευτυχώς που φορούσε αδιάβροχο.Ίσιωσε την κουκούλα και άνοιξε το βήμα της .Πήγαινε στο σπίτι της .Η βάρδια στο ζαχαροπλαστείο-καφενείο τους, είχε τελειώσει. Οικογενειακή επιχείρηση. Όλοι δούλευαν εκεί, γονείς, αδέρφια κι αυτή. Η μάνα έφτιαχνε καρυδόπιτες, αμυγδαλόπιτες, παντεσπάνι και από το Αργοστόλι ερχόντουσαν οι πάστες. Σέρβιραν και μεζεδάκια με ρομπόλα, έβγαζαν και εισιτήρια για το φέρυ- μποτ. Δραστήρια οικογένεια. Μπορεί να κουραζόντουσαν, αλλά οι κόποι τους πάντα αμείβονταν.Θα έφτιαχε κάτι γρήγορο, μια στραπατσάδα να πούμε, γιατί με την δουλειά δεν εύρισκε ώρα να φάει σαν άνθρωπος, μόνον τσιμπολογούσε πότε-πότε...

                      Επιτάχυνε το βήμα της, όταν το μάτι της είδε έναν μαύρο μπόγο στο πεζούλι του αγάλματος. Σακούλα ήταν; Έβρεχε και δεν μπορούσε να διακρίνει καλά, όταν ο μαύρος μπόγος κινήθηκε και γύρισε από την άλλη πλευρά. ''Μνήσθητί μου Κύριε!!! Άλλο και τούτο!! Λες να είναι άνθρωπος;'' Πλησίασε κοντά και έκπληκτη είδε λευκά μαλλιά να μουσκεύουν ένα πρόσωπο...''Κυρία; Τι κάνετε μες στην βροχή;;'' Το λευκό κεφάλι σηκώθηκε και μια υπόκοφη φωνή τραύλισε:  ΄΄Κρυώνω... Κρυώνω πολύ..'' Και τότε την αναγνώρισε... ''Κυρία Άννα;; Τι κάνετε μέσα σ' αυτόν τον χαμό;; Τι σας συνέβη; Είστε μούσκεμα!! Θα πάθετε καμιά πνευμονία.. Ελάτε να σας πάω στο σπίτι σας!!''' Η Άννα χωρίς να σηκώσει κεφάλι ψιθύρισε:  ''Όχι!! Όχι σπίτι μου!!!''   Η Πασχαλίνα την ρώτησε έλπληκτη:  ''Τι είπατε κυρία Άννα; Σας παρακαλώ μιλήστε πιο δυνατα,δεν κατάλαβα τι είπατε...''  Φώναζε, γιατί με τ'αστραπόβροντα δεν μπορούσε να συννενοηθεί κανονικά...Και δεν πίστευε στ'αυτιά της αυτό που είχε ξεστομίσει η Αννούλα...'' 'Οχι στο σπίτι μου... Πασχαλίνα εσύ είσαι; Πάμε στο δικό σου σπίτι;'' Τα 'χασε η κοπέλα.. Δεν γινόταν όμως και να αρχίσει διαλογική συζήτηση μεσα στο κατακλυσμό.. Και τουρτούριζε απ' το κρύο. Φύσαγε παγωμένος βοριάς. Χωρίς να το πολυσκεφτεί,βοήθησε την γυναίκα να σηκωθεί και άνοιξε πάλι την ομπρέλα της μπας και την προστατέψει  λιγάκι από το μπουρίνι..Την έπιασε αγκαζέ για να την στηρίξει και κούτσα -κούτσα, μές στην κοσμοχαλασιά, ου δυο γυναίκες μ'ενάντια το άνεμο που ξύριζε πραγματικά, έφτασν στο σπίτι της Πασχαλίνας.
                               Έβαλε την Άννα σε ένα δωμάτιο, της έδωσε ρούχα και πετσέτες και μέχρι να ετοιμαστεί, κρέμασε το αδιάβροχο,φόρεσε  μια ζεστή ζακέτα, παντόφλες κι 'εβαλε να φτιάξει  το φαγητό. Καθώς χτυπούσε τ' αυγά,  μπήκε στην κουζίνα η Άννα. ''Μπορεί να μην είναι στα μέτρα σου τα ρούχα κυρία Άννα, είναι όμως ζεστά. Έλα κοντά στην σόμπα. Αν δεν πουντιάσεις σήμερα, θα 'χεις τύχη βουνό... Να τριφτείς με οινόπνευμα προτού κοιμηθείς, μπας και γλυτώσεις το κρυολόγημα. Σου αρέσει η στραπατσάδα; Την τρως;  Σου φτιάχνω τσά'ι', να το πιεις να συνέλθεις.... Κάτσε να ρίξω τ'αυγά και θα στο σερβίρω...'' ''Ολα τα τρώω Πασχαλίνα μου. Ο Άγιος Γεράσιμος σ'έφερε να με βρεις. Χίλια ευχαριστώ είναι λίγα. Αχ...Ωραίο το τσά'ι'. Η σόμπα είναι αυτή που διαφημίζει η τηλεόραση;; Καλή φαίνεται. Βγάζει πολλή ζέστη...'' Το τρέμουλο της Αννούλας πέρασε κοντά στα μεσάνυχτα... Πόσο τυχερή ήταν που την βρήκε η Πασχαλίνα... Διαφορετικά τι θα 'χε απογίνει μες στον κατακλυσμό;

                         Η Παχαλίνα φέρθηκε υπέροχα στην Αννούλα. Την κράτησε στο σπίτι της σχεδόν μήνα. Τηλεφώνησε και στην Νανά για το τι θα γίνει, η οποία της τόνισε, ότι αφού ο ψυχίατρος είπε ότι μπορεί να μείνει σπίτι της, αυτή δεν μπορούσε να κάνει κάτι... Υπήρχαν πολλοί συγγενείς, αλλά κανένας τόσο κοντινός που να αναλάβει την ευθύνη να την βάλει σε ένα ίδρυμα, όπου τουλάχιστον θα φρόντιζαν την φαρμακευτική αγωγή της.. Μόνον η κόρη τής Βενετίας μπορεί να έπαιρνε μια τέτοια απόφαση, αλλά ήταν στην Αμερική και δεν προβλεπόταν να έρθει Ελλάδα. Οπότε η Άννα θα έπρεπε να ξαναγυρίσει πάλι στο σπίτι της... Έτσι κι έγινε. Μια μέρα η Πασχαλίνα ευγενικά είπε στην Αννούλα ότι χρειάζεται το δωμάτιο και πρέπει να επιστρέψει  σπίτι της. Αν ήθελε κάτι, μπορούσε να της τηλεφωνήσει και να της ζητήσει το οτιδήποτε... Έτσι η Άννα ξαναβρέθηκε στο σπιτικό της... Ο γάτος της είχε από καιρό πεθάνει.... Τον θυμόταν καθόλου ή μόνον όταν το μυαλό της ήταν καθαρό του κατέβαζε φα'ί';... Ποιος ξέρει. Μαρτυρική ζωή πέρασε το δύστυχο ζωάκι... Τουλάχιστον πέθανε για να μην υποφέρει πια....
                          Η Άννα το πήρε απόφαση ότι δεν μπορούσε να πάει σε κανένα άλλο σπίτι... Όλοι κάποια στιγμή ευγενικά της έδειχναν την πόρτα.. Άσε και που ήταν μεγάλη ευθύνη μην πάθει τίποτε στα χέρια τους...Λένε ότι τελικά η Άννα είχε παρανο'ι'κή σχιζοφρένεια, κάτι που αν το είχαν διαγνώσει ενωρίς και έπαιρνε συστηματικά τα φάρμακά της, θα μπορούσε να ζήσει ευπρεπώς... Όμως ο γιατρός του ψυχιατρείου της Τριπόλεως και ο δεύτερος που την είδε σπίτι της είχαν βγάλει, απ' ό,τι φαίνεται, λάθος διάγνωση. Ιδίως ο δεύτερος θα πρέπει να είχε παραπλανηθεί από την εξαίρετη συμπεριφορά που επέδειξε η Άννα...Το θέμα είναι ότι αυτή η γυναίκα πήγε άδικα. Επιστρέφοντας σπίτι της,μετά την Πασχαλίνα, άλλαξε τελείως συμπεριφορά. Εκεί που άλλοτε δεν άνοιγε παράθυρο για παράθυρο, τώρα τα είχε όλα τέντα, ανοιχτά, πρωί -βράδυ, βρέξει -χιονίσει... Και οι Σαμικοί έβλεπαν έκπληκτοι το άλλοτε κατάκλειστο σπίτι ολάνοιχτο... Έβρεχε και ο αέρας ανέμιζε τις κουρτίνες σαν παντιέρες; Ανοιχτό... Τουρτούριζες από το κρύο κι επέφταν κεραυνοί; Ανοιχτό...Είχε ήλιο; Ανοιχτό. Έσκαγε ο τζίτζικας από την ζέστη; Ανοιχτό...

                       Τι είχε αλλάξει; Απλά η Άννα δεν άντεχε πλέον το σκοτάδι και την μοναξιά... Αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά, είχε την αίσθηση πως ερχόταν πιο κοντά στους ανθρώπους και δεν ήταν μόνη. Αν έκλεινε τα παντζούρια, φοβόταν ότι οι σκιές θα ερχόντουσαν απαιτητικές να αλώσουν το μυαλό της με μεγαλύτερη ορμή και κακία... Τώρα και τα βράδια, έχοντας όλα τα φώτα αναμμένα και τις μπαλκονόπορτες διάπλατες, θα το σκεφτόντουσαν δυο φορέ να ρθούν να την ενοχλήσουν. Για το πρωί δεν γεννάται ζήτημα... Ο ήλιος έδιωχνε κάθε σκιά μπαίνοντας με όλο το καυτερό του, ολόφωτο μεγαλείο στις κάμαρες μέσα. Κι αν τύχαινε να βρέξει ή έκανε παγωνιά, ντυνότανε γερά,κι  άφηνε το αγιάζι να μπει μέσα και να τρομάξει τις μορφές που σέρνονταν αθόρυβα πάνω στους τοίχους...
                               Ο κόσμος που τα έβλεπε αυτά, έλεγε πως η Ιακωβάτισσα θα πλευριτώσει σίγουρα κι ότι της έχει στρίψει για τα καλά... Τι μπορούσαν όμως να κάνουν ; Συζητιόταν ότι  πλέον έστελνε κάποιον για ψώνια αριά και πού και ότι διατρέφετο μόνον με γάλα και τις αγαπημένες της μπανάνες.Άλλοι έλεγαν πως σε όποιον της έκανε κάποια χάρη και την εξυπηρετούσε, αντί για χαρζηλίκι , του έδινε πολύτιμα πράγματα από το σπίτι της, μέχρι και κοσμήματα έλεγαν μερικοί...Αλήθεια, ψέματα, φουσκωμένες φήμες; Ποιος το ξέρει;Το θέμα ήταν πως η Αννούλα είχε πάρει την κάτω βόλτα...Η έλλειψη φαρμάκων, καθόρισε την κάθετη πτώση της πνευματικής της υγείας... Καημένη Άννα. Όταν ένιωθε πως δεν μπορούσε να ανασάνει, πήγαινε δίπλα στην μπαλκονόπορτα... Και καθώς φυσούσε ο αέρας την κουρτίνα σαν πανί ιστιοφόρου, το λεπτό ύφασμα την σκέπαζε ολόκληρη κι έμοιαζε με μια τεράστια πεταλούδα που αγωνιζόταν να βγει απ' το μεταξωτό, διάφανο, πάλευκο  κουκούλι της . Στην πραγματικότητα η Άννα είχε βυθιστεί μέσα σε ένα απόρθητο κουκούλι που της ρουφούσε την ζωή, κάθε μέρα που πέρναγε, όλο και πιο πολύ...Και τι κρίμα...Δεν θα μεταμορφωνόταν ποτέ σε ελεύθερη πεταλούδα, όσο κι αν προσπαθούσε να ξορκίσει το κακό... Η ξανθιά πεταλούδα είχε χαθεί κάπου στα περασμένα , ταραγμένα χρόνια, στην αρχή του δικού της δειλινού, του δικού της ηλιοβασιλέματος...

8ο] ΟΤΑΝ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΤΩΝΕΙ...

                     Όλα όσα είχαν συμβεί, κλωθογύριζαν στο μυαλό της Αννούλας σαν πύρινη σφαίρα... Σε όποιο δωμάτιο κι αν πήγαινε, έβλεπε τα φαντάσματα των δικών της. Την κάμαρα των γονιών της δεν την πλησίαζε... Η φιγούρα του πατέρα της σκυμμένου πάνω σε χαρτιά, η φιγουρα της μάνας της να την φωνάζει για κάποια δουλειά, στοίχειωναν τα μέρη του σπιτιού. Εκεί όμως που δεν μπορούσε να καθίσει στιγμή, ήταν το καθιστικό... Η μορφή της αδερφής της το είχε στοιχειώσει για τα καλά...Νόμιζε ότι άκουγε τις φωνές τους, και κάποιες φορές ένιωθε ένα ελαφρό αεράκι δίπλα της, σαν κάποιος να είχε διαβεί από μπροστά της...''Η φαντασία μου οργιάζει, ψιθύρισε ένα απόγευμα... Το ρεύμα που κάνουν τα ανοιχτά τζάμια είναι, κι εγώ νομίζω ότι κάποιος με ακουμπά... Θα μου στρίψει τελικά εδώ μέσα. Μόνο στο δωμάτιό μου και στο σαλόνι βρίσκω λίγη ησυχία... Μα να μην μπορώ να περάσω από το χωλ; Σύνελθε Αννούλα!! Θα σε ξανακλείσουν στο τρελάδικο!!''  Από την ώρα όμως που άρχιζε να νυχτώνει, ξεκινούσε το μαρτύριό της... Οι ίσκιοι πλήθαιναν, μεγάλωναν... Την κοιτούσαν απειλητικά λες κι ήθελαν να την καταπιούν...Οι σκέψεις ερχόντουσαν αμείλικτες και καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του μυαλού της... Τα γεγονόταν μεγεθύνονταν κι ένιωθε σιγά-σιγά τον πανικό να έρχεται πορφυρός και απειλητικός... Και τότε ξεκινούσε τον μονόλογο και το ασταμάτητο περπάτημα... 
                        Στήριξη δεν είχε καμία, γιατί τα φάρμακά της τα είχε παραμελήσει ολοσχερώς...Κι η κατάθλιψη βρήκε προσοδοφόρο έδαφος και θέριεψε ανεξέλεγκτη... Ο ένας πανικός διαδεχόταν τον άλλον και η Άννα οχυρωνόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες και τα παραθύρια. Το σπίτι την έδιωχνε... Της φώναζε με σειρικτή φωνή ''Φύγε μακριά!!! Φύγε!! Εδώ μέσα θα σε καταπιώ!!'' Αυτό ήθελε κι αυτή... Να φύγει... Μα πού να πάει; Μία-μία οι πόρτες που είχε κτυπήσει, έκλειναν ερμητικά... Βλέπεις, ο καθένας θέλει την ηρεμία του... Μ' αυτήν θα ασχολιόνταν; Δεν φτάνουν τα προβλήματα που είχε ο κάθε νοικοκύρης, θα έβαζε κι άλλο ένα στο τσερβέλο του; Οπότε, τι της έμενε να κάνει;; Συλλογιζόταν τη παλιά της ζωή και δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια της.. Κοιταζόταν στον καθρέφτη και απέστρεφε το βλέμμα της αμέσως... Δεν μπορούσε να βλέπει τα κατάλευκα μαλλιά της... Και το πρόσωπό της... Πού είναι η σφριγηλότητα που είχε άλλοτε; Σαν να είχαν κρεμάσει τα μάγουλα και τα μάτια της είχαν χάσει την σπιρτάδα τους... Επομένως, γιατί να καθρεφτίζεται; Για να στεναχωριέται περισσότερο; Η όμορφη ξανθιά εντυπωσιακή κοπέλα είχε χαθεί για πάντα. Είχε πάει να κατοικήσει σε μια σκοτεινή γωνιά της καρδιάς της Αννούλας, τρομαγμένη, κουλουριασμένη για όσα ανείπωτα γινόντουσαν στον άνθρωπο που είχε μεταμορφωθεί τώρα... Κι αυτήν την νεανική λαμπερή μορφή, η Άννα την φύλαγε σαν φυλαχτό στα κατάβαθα του είναι της, έτσι για να μην ξεχάσει ποια ήταν στην πραγματικότητα. Γιατί το σώμα της μορεί να είχε αλλάξει, όμως η ψυχή της έστω και λαβωμένη έμενε πάντα νέα,έστω κι αν περιτριγυριζόταν από τον φράκτη του φόβου...
                       Εκείνη την χειμωνιάτικη ημέρα έβρεχε από το πρωί. Η μελαγχολία σρογγυλοκάθισε στην καρδιά της Αννούλας... Όταν είναι ήλιος όλα τα βλέπεις διαφορετικά, πιο αισιόδοξα, ενώ με την συννεφιά τα ίδια προβλήματα μεγεθύνονται και σε αγχώνουν πολύ... Κάτι τέτοιο έγινε και με την Άννα... Όσο δυνάμωνε η βροχή, τόσο το σφίξιμο στο στήθος της γινόταν εντονότερο... Σε λίγο δεν θα μπορούσε ν'ανασάνει... Κυκλοφορούσε σαν την άδικη κατάρα μέσα στα δωμάτια. Στάθηκε πίσω από τις μπαλκονόπορτες τής μπροστινής βεράντας και κοίταζε από τις γρίλλιες την θυμωμένη βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς... ''Όταν αρχίσει να βρέχει στην Κεφαλονιά, ξεχνάει να σταματήσει'' ψιθύρισε, σφίγγοντας πάνω της την ζακέτα που φορούσε... Η σκέψη αυτή την τρόμαξε.. Τι θα έκανε αν κι αύριο συνεχιζόταν το μπουρίνι; Δεν θ' άντεχε μόνη της... Η εύθραυστη ψυχική της υγεία κλονίστηκε περισσότερο. ''Θεέ μου, τι θα κάμω;'' βόγγηξε νοερά.. Έξω η βροχή έδερνε αλύπητα τα δέντρα και τα κύματα της θάλασσας ερχόντουσα πανύψηλα, με μανία, σκάζοντας με δύναμη στην προβλήτα και φτάνοντας ίσα με τα παγκάκια, στον δρόμο επάνω... Οι κεραυνοί τράνταζαν το σύμπαν και οι αστραπές, όμοια με πύρινα φίδια, ξέσχιζαν τα μαύρα, βαριά σύννεφα... Η Αννούλα ανατρίχιασε σύγκορμη. Όχι τόσο από την ψύχρα, όσο από έναν αδιόρατο τρόμο που λεπτό με λεπτό, θέριευε, φούντωνε μέσα της... ''Σκοτείνιασε κι είναι μόλις τρεις το μεσημέρι... Ν' ανάψω τα φώτα.. Κοίτα μαυρίλα και κακό έξω... Ψυχή δεν περνά...Κι αυτός ο αέρας, πώς λυσσομανά... Θεέ μου!!! Ποπο!!! Κοίτα πως τινάζουν τα κύματα τις βάρκες!!! Λίγο ακόμα και θα τις πετάξουν στον γιαλό...'' Ο αέρας ούρλιαζε με μανία, δέρνοντας ανελέητα ό,τι εύρισκε μπροστά του, παρασέρνοντας κάθε τι που στεκόταν στο διάβα του...Ήταν μια άγρια χειμωνιάτικη μέρα, που η Κεφαλονιά την αντιμετώπιζε ατάραχη, γιατί γνώριζε καλά τον θυμό του χειμώνα και την μανία της νερένιας κόρης του, της βροχής...Η Άννα όμως δεν το άντεχε.
                     Κατά τις τέσσερις το απόγευμα, όλη  εκείνη η πλημμύρα άρχισε να κοπάζει. Σε λίγο σταμάτησε εντελώς.  '' Τώρα είναι ευκαιρία, που δεν βρέχει'' ψιθύρισε η Άννα. Ξαφνικά ενεργοποιήθηκε... Άρπαξε το παλτό της φόρεσε τα παπούτσια της και κατέβηκε τρέχοντας την σκάλα. Το είχε πάρει απόφαση. Τέτοια νύχτα μόνη της δεν θα περνούσε. Γιατί σίγουρα θα ξανάρχιζε να βρέχει. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είδε μαύρα σύννεφα να έχουν σκεπάσει τις κορφές των γύρω βουνών... Η καρδιά της πήγε να σπάσει. Η βροχή θα ερχόταν πολύ σύντομα. Ήξερε πως όταν μαζεύονται πολλά μαύρα σύννεφα, φέρνει βροχή.. Το θέμα ήταν πού θα αποφάσιζε να πάει. Στάθηκε αναποφάσιστη στο πεζοδρόμιο κοιτώντας δεξιά- αριστερά.. Ένα-ένα όνομα που ερχόταν στο μυαλό της το απέρριπτε ασυζητητί.. Όχι. Όχι.. Οι συγκεκριμένοι δεν θα την δεχόντουσαν. Κι έπρεπε  να αποφασίσει γρήγορα, γιατί η μπόρα δεν θ' αργούσε να ξεσπάσει. Χωρίς να ξέρει γιατί σκεφτηκε να πάει δεξιά, προς το Λιμεναρχείο. Πίσω του ήταν το διώροφο της Τζούλιας, μόνον που ήταν κλεισμένο, γιατί ήταν χειμώνας και έρχονταν οικογενειακώς μόνον τα καλοκαίρια... ΄Α! Η Τζούλια!!Τι να κάνει τώρα στην Αθήνα!! Την πήρε προχθές τηλέφωνο και την άκουσε μια χαρά! Στην σκέψη της ξαδέλφης της χαμογέλασε τρυφερά.. Μόνον αυτήν έπαιρνε πλέον τηλέφωνο. Δεν μιλούσε με κανέναν άλλον.
                       
                         Κουράστηκε. Νόμισε ότι ένιωσε μια σταλαγματιά στο μέτωπό της... Παναγία μου! Λες ν'αρχιζε να βρέχει από τα τώρα;  Και κοίτα να δεις... Πάνω στην βιασύνη της ξέχασε να πάρει ομπρέλα!!! Έπρεπε να βιαστεί... Μούσκεμα θα γινόταν αν άρχιζε πάλι ο μεσημεριανός κατακλυσμός... Τρέκλισε από σαστιμάρα και φόβο... Να βιαστεί και να πάει πού;;; Και ξαφνικά άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού... Αυτό δεν ήταν νεροποντή... Οι καταρράκτες του Νιαγάρα ήταν. Άρχισε να τρέχει στον άδειο δρόμο σαν πληγωμένη ελαφίνα. Μέσα σε πέντε λεπτά είχε γίνει ολόκληρη μουσκίδι... Έτρεξε κάτω από ένα υπόστεγο, μα ο αέρας φύσαγε πλαγιαστά , όρμησε θρασύτατα κάτω απ'το στέγαστρο που δημιουργούσε το διώροφο και έλουσε την Άννα με το παγωμένο νερό της αδελφής του, βροχής. Όλα τα σπίτια κατά μήκος της παραλίας είναι διώροφα και η Άννα έτρεχε να προφυλαχτεί κάτω από τα μπαλκόνια τους. Άδικος όμως κόπος. Ο αέρας κι η βροχή την έβρισκαν όπου πήγαινε να φωλιάσει. Ο άνεμος μάλιστα ήταν τόσο μανιασμένος που θαρρούσες ότι θα συνέτριβε τα πλεούμενα πάνω στον μόλο. 

                         Το φως είχε χαθεί από ώρα.Και να μην έβρεχε θα είχε σκοτεινιάσει, μιας κι ήτανε χειμώνας. Η Άννα δεν ήξερε τι να κάνει. Ένιωθε τα ρούχα βαριά επάνω της και παγωμένα, έτσι που ήταν μούσκεμα ως το κόκαλο. Εξακολουθούσε να προχωράει μέσα στην θεομηνία και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να περπατά καταμεσίς του δρόμου...Τα σπίτια ερμητικά κλειστά..Αριστερά η θάλασσα μούγκριζε σαν μανιασμένο θηρίο που όρμούσε να καταπιεί την στεριά. Βαρκούλες χοροπηδούσαν πάνω στα αγριεμένα άλογα του Ποσειδώνα, τα αφρισμένα τεράστια κύματα που φωσφόριζαν από τις χρυσοπράσινες αστραπές που έσκιζαν το στερέωμα... Μαύρος ο ουρανός, σκοτεινός,ο αέρας έδερνε κατά ριπές   τον λιμενοβραχίονα, τα βουνά, τα δέντρα και χωρίς συναίσθημα τα λύγιζε για να υποκλιθούν στο πέρασμά του. Κι η βροχή μαστίγωνε αλύπητα την πλάση όλη με τέτοιο μένος λες και της ξεπλήρωνε μια παλιά ματωβαμμένη βεντέτα. Η Αννούλα, μέσα σε όλη αυτήν την νεροποντή, βάδιζε τρεκλίζοντας στην μέση του πλημμυρισμένου δρόμου. Το νερό είχε μπει στα παπούτσια της, έσταζε από τα μαλλιά της, από τα καταμουσκεμένα ρούχα της. Έτρεμε από το κρύο. Ήταν βρεγμένη ως το κόκαλο. Ο αέρας ανακάτωνε τα μαλλιά της σε ένα τρελό σχεδιασμό. Η βροχή έτσι που έπεφτε, την χαστούκιζε στο πρόσωπο κι ένιωθε το υγρό της μαστίγωμα να τσούζει το πρόσωπό της και χιλιάδες τσιμπήματα να τρυπούν τα μάγουλά της...Η φούστα της κολλούσε στα πόδια της εμποδίζοντάς την να βαδίσει και το παλτό το ένιωθε ασήκωτο στους ώμους της καθώς είχε ρουφήξει όλο το νερό και έχε γίνει τρεις φορές πιο βαρύ...Το οργισμένο φύσημα του αέρα την έσπρωχνε μια από δω, μια από κει κι αν την έβλεπε κανείς θα νόμιζε πως είναι μια σπασμένη μαριονέττα που την κινεί άσπλαχνα ο άνεμος και θα περίμενες μέσα στο ουρλιαχτό του ν' ακούσεις κι ένα μοχθηρό, σαρδώνιο, σατανικό γέλιο για το άσπλαχνο κατόρθωμά του...Κάποια στιγμή, η Άννα τελείως εξαντλημένη, είδε ότι είχε φτάσει στο ύψος του Λιμεναρχείου... Μπροστά της ορθωνόταν το άγαλμα ενός στρατηγού... Θεέ μου!! Ήταν τόσο κουρασμένη... Να κάτσει... Κάπου να καθίσει... Δεν την ένιαζε που έβρεχε... Να ξεκουραστεί... Αυτό ήθελε... Έκανε ξερικά  κουράγιο κι έφτασε στο άγαλμα. 
                           Άφησε τον εαυτό της να πέσει κυριολεκτικά σαν σακί στο πεζούλι που κύκλωνε τον χώρο του αγάλματος. Τα φώτα είχαν ανάψει στα γύρω σπίτια μιας κι είχε σκοτεινιάσει από ώρα για τα καλά.. Έριχναν τον  χλωμό τους φωτισμό στον μπροστινό τους δρόμο, σχίζοντας δειλά το πυκνό σκοτάδι. Η Άννα κουλουριάστηκε στην θέση της Δεν την ένοιαζε πια αν έβρεχε.. Ίσως και να μην είχε πλέον συνείδηση αυτού που βίωνε...Τα μαλλιά της-άσπρα βρεγμένα πλοκάμια- έκρυβαν το πρόσωπό της... Κι έκανε τόσο κρύο...Άρχισε να τρέμει... Η τρεματούρα ξεκίνησε με ρίγη από τους ώμους και το τρέμουλο εξαπλώθηκε μέχρι τις άκρες των ποδιών της. 'Εμοιαζε με μια καμπουριαστή σκιά με φόντο το μάρμαρο του στρατηγού ,μουσική υπόκρουση το μούγκρισμα της θάλασσας, ένα ανθρώπινο ρετάλι, έρμαιο στα στοιχειά της φύσης, ενώ πάνω της έπεφταν χείμαρροι τα ουράνια δάκρυα...Δεν έβλεπες γύρω ούτε ένα αδέσποτο σκυλάκι, ούτε μα αδέσποτη γατούλα. Όλα είχαν φροντίσει να προφυλαχτούν από την κοσμοχαλασιά. Το μόνο αδέσποτο μέσα σε όλη αυτήν την ακατάπαυστη καταιγίδα, ήταν ένα ανθρώπινο ον: Η Αννούλα Ιακωβάτου...

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

7ο] ΠΟΝΟΣ

                           Η Βασιλική βρήκε την Άννα να την περιμένει καθισμένη έξω στην αυλή.Μόλις της είπε τον λόγο της επισκέψεώς της,τής ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι... Νόμιζε ότι θα την έπιανε κόλπος...Αν έλεγε ''Όχι'' θα βρίσκονταν κάποιοι καλοθελητές που θα λέγανε: ''Άνθρωπος της εκκλησίας κι ένα καλό δεν μπορεί να κάνει; Και της έχει και υποχρέωση. Για ψωροδεκάρες πήρε το κτήμα. Και μετά σου λένε συγγγενείς...''  Τα 'ξερε αυτά η Βασιλική και δεν ήθελε να μπει στο στόμα των Σαμικών... ''Αχ,κυρία Αλίσια τι μου έκανες!!! Ορίστε τώρα!! Θα την φορτωθώ εγώ!! Μη σε βλαστημήσω εκεί πέρα που 'σαι...''. Έσφιξε τα δόντια και είπε το ''Ναι''. Την έβαλε σε ένα από τα δωμάτια που περίσσευαν στο σπιτικό της, γιατί κάποτε νοίκιαζε δωμάτια , της έβαλε να φάει κι έφυγε να πάει στις φιλενάδες της να τους ανακοινώσει το κακό που την βρήκε... ''Τι πάει να πει, ο γιατρός είπε να την πάρουμε και ότι η γυναίκα δεν χρειάζεται να μείνει πλέον στο ψυχιατρείο;Αφού δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της... Έλα εδώ κυρά μου να την φροντίζεις εσύ αν έχεις τα κότσια... Και μην μου τσαμπουνάς για Κοινωνική Μέριμνα και κουραφέξαλα.... Ούτε και να της βάλουμε γυναίκα... Αφού δεν θέλει κανέναν... Κοίτα τι μου ξημέρωσε της κατακαημένης...''   Άναψε και βρόντησε κι από κοντά σιγοντάρανε οι φιλενέδες...Δεν ήταν πάντα έτσι η Βασιλική...Σαν νέα ήταν μια όμορφη κοπέλα, που αγαπούσε πολύ τους δικούς της. Την παντρέψανε όμως μ' έναν άντρα που δεν αγάπησε ποτέ και μια ζωή πέρασε δουλεύοντας και προσφέροντας στην οικογένειά της.Έτρεχε πάνω κάτω κι η διασκέδασή της ήταν τα πρόσφορα και τα μνημόσυνα... Έτσι όμως μεγάλωσε και σπούδασε τα παιδιά της και τα προίκισε και με το παραπάνω. Τα χρόνια άλλαξαν τον χαρακτήρα, η προσωπική της ζωή την σκλήρυνε ,όπως σκλήρυνε και την γλώσσα.
                    Παρ' όλα αυτά, η εκκλησία-εκκλησία. Ίσως ούτε και η ίδια να μην καταλάβαινε τι σημαίνει πραγματικά το ''Αγαπάτε Αλλήλους''. Συγγενής του αντρός της ήταν η Αννούλα, αυτή τι έφταιγε να πληρώνει αμαρτίες αλλονών; Και κάπου εδώ χανόταν και το πνεύμα του προσφέρειν και του συμπονώ...Ποτέ δεν σκέφτηκε τα λόγια του ψυχιάτρου: ''Η γυναίκα πρέπει να γυρίσει σπίτι της. Να φροντίσει κάποιος την φαρμακευτική αγωγή της''... Ούτε σκέφτηκε αν έπρεπε η Αλίσια να ξενιτευτεί; '' Γιατί θεία; Συγγενείς για πρώτο χέρι βοηθείας υπήρχαν στην Σάμη... Δεν φτάνει η ταλαιπωρία που τράβηξε το κορίτσι και τα έξοδα που έκαμε;   ΄Αχ, βρε μάνα, γιατί να σε ακούσουμε; Ας έμενε στο τρελάδικο... Αλλά και πάλι, όταν την είδαμε και αφού μας μίλησε ο γιατρός, δεν μας έκανε καρδιά να μην την πάρουμε μαζί μας... Ξέρεις πόσο μας στοίχισε συνολικά το ταξίδι στην Κεφαλονιά; Και ψυχικά και οικονομικά... Αλλά δεν πειράζει... Εμείς κάναμε ό,τι έλεγε η συνείδησή μας... Άσε  τους άλλους να λένε... Όχι ότι δεν μας κόστισε... Ιδιαίτερα το πώς μας μίλησε η θειά...''  Τελικά, αν κάποιος ήθελε να βρίσει, έπρεπε να βρίσει την Πολυάνθη κι όχι τα παιδιά της...Κάτι που θεωρείς καλό, κάποιοι στο  γυρίζουν μπούμεραγκ... Εναντίον σου...Μήπως είχε δίκιο η Τζούλια και να την είχαν αφήσει στην Τρίπολη;;;Άγνωστο...

                        Και μία μέρα, η Βασιλική  είπε στην Αννούλα ότι πρέπει να φύγει γιατί είχε κάποιες υποχρεώσεις...Η Άννα με σφιγμένη την καρδιά γύρισε σπίτι της...Με το που μπήκε ένιωσε πάλι να πνίγεται... Δεν της έφτανε ο αέρας...Στάθηκε ώρες αμίλητη στο σαλόνι της κοιτάζοντας χωρίς να τους βλέπει τους κεντητούς με σταυροβελονιά πίνακες που είχε κεντήσει και καδράρει... Το φως του ήλιου έμπαινε λιανό από τα κλειστά παντζούρια και το αεράκι την δρόσιζε από τις ανοικτές τζαμόπορτες... Δεν ξέρει πόσες ώρες καθόταν ακίνητη σαν άγαλμα... Τι μέλει γενέσθαι; Άκου να της πουν να φύγει... Μα, δεν έκανε τίποτε... Καθόταν ήσυχη και παρατηρούσε...Πού θα πήγαινε λέει; Εκδρομή με τις κυρίες της ενορίας και τον παπά; Ε, και; Τι πείραζε... Θα την περίμενε να γυρίσει... Μα η ξαδέλφη δεν ήθελε και ο ξάδελφος τσιμουδιά... Τι θα έκανε από δω και μπρος; Θα γύριζε και θα χτύπαγε τις πόρτες να την φιλοξενήσουν, αυτή, η κόρη του Ιακωβάτου; Κάτι τέτοιο κατάντια δεν το λες; Και πώς θα δικαιολογιόταν; Αφού είχε σπιταρώνα, τι θα τους έλεγε; Πως φοβόταν να μείνει μόνη της; Την έπιασε απελπισία... Οι επόμενες μέρες κύλησαν πανομοιότυπες... Σουλάτσο το βράδυ μέσα στις κάμαρες και βραδινός μονόλογος που άλλοτε υψωνόταν κι έμπαινε στα διπλανά σπίτια κι άλλοτε σιγανός σαν ένα ακατάλληπτο παραμιλητό...
                           Ώσπου μια μέρα χτύπησε επίμονα και δυνατά το κουδούνι. Κατέβηκε δύσθυμη ν' ανοίξει... Μπροστά της στεκόταν ένας σοβαρός, ευγενικός κύριος, ένας Αστυνομικός και μια κυρία που κρατούσε έναν ντοσιέ. Από κεκτημένη κοκεταρία, η Άννα σήκωσε το χέρι και έστρωσε τα μαλλιά της. Της εξήγησαν ότι έπρεπε να της μιλήσουν και εάν συνεργάζετο, δεν θα την απασχολούσαν πολύ. Θες ο τόνος που ειπώθηκαν τα λόγια, θες οι ευγενικές αλλά αποφασιστικές φυσιογνωμίες, η Αννούλα κατάλαβε πως δεν την έπαιρνε να αρνηθεί. Χαμογελώντας ευγενικά τους συνόδεψε στην σκάλα και τους έμπασε στο καλό σαλόνι. Το μόνο παράφωνο ήταν τα κλειστά παντζούρια, ώρα 11 το πρωί, αλλά η Αννα άνοιξε όλα τα φώτα συν τον πολυέλαιο. Της εξήγησαν ότι συγγενείς και φίλοι είχαν ζητήσει την γνωμάτευση εμπειρογνώμονος ψυχιάτρου, για την δική της και μόνον ασφάλεια,εφ' όσον έμενε και μόνη της .Ήθελαν να διαπιστώσουν την πνευματική της κατάσταση και αν θα ήτο καλόν δια την ιδία να μένει μόνη της ή να υπάρχει η αναγκαιότητα μίας ειδικευμένης παρουσίας στο πλευρό της. Ο ευγενικός και συμπαθητικός κύριος που ήταν ο ψυχίατρος, άρχισε τις ερωτήσεις Η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα και η κυρία με το ντοσιέ, όλο κάτι σημείωνε. Ο Αστυνομικός δεν έβγαλε κιχ.Η Άννα θυμήθηκε τον παλιό, καλό εαυτό της... Μέχρι και αν θέλουν να τους τρατάρει, ρώτησε... Στάθηκε μια ευγενέστατη, χαριτωμένη οικοδέσποινα. Απαντούσε σε ό,τι την ρωτούσαν με ευγένεια και καθαρότητα λόγου. Βέβαια η μελαγχολία έγινε αντιληπτή, αλλά ως εδώ... Όταν τελείωσαν η Άννα τους ξεπροβόδισε ωσάν σωστή κυρία, που ήταν εξ άλλου και ομολόγησε κλείνοντας απαλά την πόρτα ότι είχε ευχαριστηθεί την συζήτηση... Και πόσο τζέντλεμαν ο γιατρός!! Στην ψυχή της μπήκε... Σε λίγες ημέρες οι ενδιαφερόμενοι ένθεν κι ένθεν συγγενείς πήραν την απάντηση του ψυχιάτρου, όστις απεφάνθη ότι η δεσποινίς Αννούλα Ιακωβάτου ήτο ψυχικώς υγιής, εκτός από μία κατάθλιψη, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή...

                     Για πολλές μέρες, κάποια στόματα έκλεισαν... Ποιος θα επέβλεπε όμως αν έπαιρνε τα φάρμακα; Η προχωρημένη κατάθλιψη είναι ασθένεια με απρόβλεπτες και πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Δεν μπορούσαν να κάνουν όμως τίποτε άλλο... Ό,τι έπρεπε να γίνει και επιστημονικά, έγινε. Τώρα πια έμενε στην μοίρα της... Αυτοί είχαν πράξει τα δέοντα... Από δω και πέρα, ας έβαζε και ο Θεός το χέρι του... Η Κοινωνική Λειτουργός πέρασε από το σπίτι της Άννας, για να δει πρώτα-πρώτα πώς πάει η ασθενής και αν παίρνει τα φάρμακά της.. Πήγε κι άλλη μια φορά. Ήταν η τελευταία. Η Άννα δεν ξανάνοιξε ούτε σε αυτήν, αλλά ούτε και σε κανέναν άλλον. Η Πολυάνθη την έπαιρνε τηλέφωνο και την άκουσε να της παραπονιέται πως κάποιοι της κάνουν τηλεφωνικές φάρσες... Τι κρίμα... Όταν δεν συμπονάς τον συνάνθρωπό σου και δη τον ταλαιπωρημένον, δεν μπορείς να λέγεσαι άνθρωπος. Είσαι υπάνθρωπος... Τηλεφωνούσε στην Άννα όμως και η ξαδέλφη τους η Πηγή. Κι όταν πήγε στην Σάμη, κτύπησε στην Άννα. Άνοιξε το παραθυράκι της εξώπορτας . Την χαιρέτησε χαμογελαστή, την ρώτησε τι κάνει, αλλά είχε κόσμο πάνω και θα τα έλεγαν μιαν άλλη φορά. Η Πηγή κατάλαβε... Ξαναπέρασε, αλλά δεν αποκρίθηκε κανείς. Από το τηλέφωνο κάλεσε την Άννα να πάει στην Πάτρα και να την φιλοξενήσει σπίτι της. Μάλιστα αν πήγαινε την Αποκριά, θα περνούσαν αξέχαστα στο Πατρινό Καρναβάλι. Η Αννούλα της είπε ''Ναι'', αλλά δεν πήγε... Όσες φορές και αν την κάλεσε η Πηγή σπίτι της, η Αννούλα αρνιόταν.''Πολυάνθη φοβάμαι... Τι θα γίνει η Άννα; Πόσο θ'αντέξει κλεισμένη σε κείνο το σπίτι;'' της είπε στο τηλέφωνο.  ''Κι εγώ φοβάμαι , Πηγή μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι....Ο ψυχίατρος την βρήκε ψυχικά υγιή...Δεν είναι όμως στην σφαίρα του ψυχολογικού και η κατάθλιψη;''  ΄΄Συζητούσαν οι δυο ξαδέλφες για το θέμα της Άννας και άκρη δεν έβρισκαν... Από την μια οι περισσότεροι έχουν κατάθλιψη, από την άλλη σε τι βαθμό κατάθλιψης μπορούσες να  κατατάξεις  την Άννα;  Και μια μέρα η Πολυάνθη είχε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα...
                        Την πήρε μια συμπαθέστατη συμπατριώτισσά της .Νεαρή στην ηλικία και κόρη πολύ αγαπητής οικογένειας. Την μητέρα της, τον πατέρα της, τ'αδέρφια της και την ίδια, τους εκτιμούσαν πολύ για την εργατικότητά τους, οι γονείς της Πολυάνθης και της Αντζέλας. ''Άκου Πολυάνθη... Θέλω να σου πω κάτι που συνέβη... Όταν η Αννούλα ήταν στο ψυχιατρείο, η Αστυνομία είχε σφραγίσει όλο το σπίτι, το ξέρεις Δεν μπορούσε λοιπόν να μπει κανείς μέσα... Ένα βράδυ λοπόν, γυρίζοντας σπίτι μου, είδα ένα φως στο δωμάτιο της γωνίας. Τα έχασα... Παρακολούθησα και είδα το φως να κινείται στο διπλανό δωμάτιο. Σιγουρεύτηκα... Κάποιος ήταν μέσα. Είχε μπει κρυφά... Πώς όμως μπήκε; Την άλλη ημέρα πήγα κι έκανα καταγγελία στην Αστυνομία. Μου είπαν πως θα το ερευνήσουν το θέμα. Πέρασε όμως τόσος καιρός και δεν έχω λάβει απάντηση καμία...''   ''Ω, Θεέ μου!! Θα μπήκαν να κλέψουν!! Η Αννούλα είχε και λεφτά, αλλά και πολλά χρυσαφικά!!''    ''Ποια χρυσαφικά; Το βράδυ που βρήκαν την νεκρή, είπαν ότι δεν υπήρχε τίποτε αξίας μέσα στο σπίτι!!''   ''Τι λες κορίτσι μου; Η ίδια η Αννούλα μου είχε δείξει τα χρυσαφικά της!!! Τα είδα ιδίοις όμμασι! Κι ήταν πολλά καλή μου, αξίας κομμάτια, βαριά και ξεχωριστά!! Δεν μπορεί να εξα'υ'λώθηκαν! Κάποιο χέρι τ' άρπαξε!! Και από χρήματα μηδέν;; Είχε και λίρες χρυσές!!''   ''Τίποτα δεν βρέθηκε Πολυάνθη... Τ ί π ο τ α!!!Εγώ έκαμα αυτό που μου υπαγόρευσε  η συνείδησή μου. . Την Αννούλα λυπάμαι.. Έχει τραβήξει τόσα αυτό το κορίτσι. Και ακούω ότι έχει απομονωθεί τελείως... Δεν πάει καλά... Την γδύσανε την γυναίκα... Ο Θεός να την φυλάει...''   
                     Η Πολυάνθη ευχαρίστησε την κοπέλα και σκέφτηκε πόσο καλό πλάσμα είναι. Σκέφτηκε και πόσο επικίνδυνο πλάσμα είναι ο άνθρωπος ... Ενώ μπορεί να γίνει υπερήφανος αετός και να πετά ψηλά προς τον ήλιο, προτιμά κατά 80 τοις εκατό να σέρνεται σαν σιχαμερό ερπετό και να συμπεριφέρεται σαν πτωματοφάγος ύαινα ακόμα και πάνω από γνωστούς του συνανθρώπους...Κάποιοι, μέσα από την απίστευτη τραγωδία των αδελφών Ιακωβάτου, με την μία νεκρή και την άλλη να τρέμει στο πεζοδρόμιο καθώς την έπαιρναν για το ψυχιατρείο, βρήκαν την ευκαιρία ν' απλώσουν το ρυπαρό τους χέρι και να κλέψουν, ν' αρπάξουν... Και όχι... Δεν είναι σαν τις άλλες κλεψιές... Είτε πραγματοποιήθηκε την ώρα της τραγωδίας είτε αργότερα, όταν το δράμα βρισκόταν σε εξέλιξη, είναι εκατονταπλάσια πιο αποτρόπαια πράξη, γιατί ενώ ακόμα μυρίζει θάνατος και το βάσανο κάποιου πλανάται,εσύ σέρνεσαι και αρπάζεις προς ιδίον όφελος, ξένα τιμαλφή από ανθρώπους που μέχρι χτες τους έλεγες καλημέρα, τους έμπαζες στο σπίτι σου, τους έδινες μια μερίδα φαγητό, γελοιοποιώντας έτσι την εμπιστοσύνη που σου είχαν δείξει.. Ντροπή σου...Δείγμα βδελυρό  ανθρώπου... Που το παίζεις άνετα πολιτισμένος... Υπάνθρωπε...

6ο] ΜΑΝΙΑ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗΣ

                      Η Άννα άνοιξε τα μάτια της. Αμέσως ένιωσε  ένα απέραντο κενό μέσα της...Έτριψε το χέρι της που είχε μουδιάσει και πονούσε. Της πήρε πέντε λεπτά μέχρι να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν.. Α... Στο σπίτι της.. Επιτέλους. Σηκώθηκε αργά, στρώνοντας με το χέρι της την τσαλακωμένη από τον ύπνο φούστα της... Πόσο καιρό είχε να την αλλάξει; Δεν θυμόταν... Τι σημασία είχε... Βολεύτηκε με δαύτην...Σέρνοντας τις παντόφλες της, πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε γάλα.. Το έβαλε στον δίσκο μαζί με μία φέτα ψωμί... Της άρεσε να το κόβει μπουκιές και να τις ρίχνει στο γευστικό υγρό, ψαρεύοντάς τες με το κουτάλι.. Κάθισε στο περιβόητο καθιστικό. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα που έβγαζε ακριβώς στην βεράντα του σπιτιού του συχωρεμένου θείου Μεμά, μιας κι ήταν κτισμένο τσίμα-τσίμα με το δικό τους. Η σκεπή του, έφτανε στο ύψος του δικού τους δεύτερου ορόφου.... Το άρωμα από το ψηλό φουντωτό γιασεμί της γειτόνισσας που τους χώριζε μόνον ένας τοίχος, πλημμύρισε την ατμόσφαιρα και μπήκε ευρπόσδεκτα και στον δικό της χώρο... Ανάσανε βαθιά. Καθώς έτρωγε, προσπαθούσε να θυμηθεί πώς έπεσε για ύπνο... Και κείνα τα όνειρα, την αποσυντόνιζαν... Μακάρι να γινόταν να μην κοιμόταν ποτέ... Την βασάνιζαν οι σκέψεις όλη μέρα, ερχόντουσαν και το βράδυ μπερδεμένες σε περίεργους συνδυασμούς και την αποτελείωναν. Ούτε στον ύπνο της δεν μπορούσε να βρει λίγη γαλήνη... Γι'αυτό και ξύπναγε κουρασμένη το πρωί.. Ένα ψυχικό ράκος.Να, όπως χτες την νύχτα...Ονειρεύτηκε πως πονούσε το δικό της πόδι και πως η  Βενετία άνοιξε την πόρτα σε κάτι ανθρώπους που την πήραν σηκωτή και την πέταξαν  σ' ένα στενό δωμάτιο με μαύρους μπογιατισμένους τοίχους Το μόνο φως που υπήρχε, ήταν μια λεπτή αχτίδα ήλιου που έμπαινε από κάποιο γδάρσιμο στο βαμμένο κι αυτό με μαύρο χρώμα παραθύρι. Έκλαιγε, φώναζε να την βγάλουν από κει, αλλά κανείς δεν την άκουγε. Κάτι της φάνηκε πως κινήθηκε μες στο σοτάδι κι έβαλε πάλι τις φωνές... Και τώρα πονούσε και το χέρι της...Θεέ μου πώς πονούσε... Ξύπνησε αλαφιασμένη και κατάλαβε ότι στον ύπνο της είχε πλακώσει το δεξί της χέρι που είχε μουδιάσει ολόκληρο. Προσπάθησε να εξηγήσει το όνειρό της. Κάποια σημεία ήταν τόσο προφανή που καταδείκνυαν από μακριά το άγχος το οποίο την κατέτρωγε... Τώρα το κλάμα όλοι έλεγαν ότι προμηνύει κάτι καλό... Λες σήμερα να της συνέβαινε κάτι ευχάριστο;; Είδε πάνω στο τραπέζι κάποια φάρμακά της και τα πήρε. Ο γιατρός τής είπε να τα παίρνει τακτικότατα, να μην τα διακόπτει και τα ξαναρχίζει, γιατί δεν θα κατάφερναν τίποτε και η θεραπεία της θα πήγαινε πίσω... Εύκολο όμως το 'χεις να τα θυμάται καθημερινώς;
                      Το βλέμμα της καρφώθηκε απέναντι, στον κενό χώρο που άφησε η καρέκλα που έλειπε... Αμέσως σκοτείνιασε... Να μην μπορεί να νιώσει άνετα ούτε μέσα στο ίδιο της το σπίτι; Ορίστε...Τραντάχθηκε πάλι ο νους της..Ωραία! Της κόπηκε τώρα κι η όρεξη.. Έσπρωξε την κούπα της παραπέρα... Αλλίμονο αν άρχιζε από το πρωί να θυμάται τα γεγονότα εκείνα που της μαύρισαν την καρδιά και της ταρακούνησαν τον νου... 

                 Σηκώθηκε όρθια.. Τούτο το μπαλκόνι έβλεπε στο πίσω μέρος. Πέρασε στην ταράτσα τού θείου της -ένα βήμα ήταν από το καθιστικό- μιας και από το δωμάτιο έβγαιναν κατευθείαν στην ίσια σκεπή του κολλητού μ' αυτούς οικήματος.Να είναι καλά ο θειος της... Το είχε γράψει στο όνομά της . Εν καιρώ, θα έβλεπε τι θα έκανε και μ'αυτό... Το τελευταίο οικόπεδο το είχε πουλήσει στην οικογένεια της Βασιλικής, η αλήθεια είναι σε πολύ χαμηλή τιμή. Ήθελε όμως τα χρήματα άμεσα. Με αυτά πορευόταν τον τελευταίο χρόνο και γι' αυτό δεν είχε ασχοληθεί με τις συντάξεις και τα τοιαύτα... Κοίταξε απέναντι... Τι όμορφη θέα!!! Αντίκρυζε το βουνό τους Άγιους Φανέντες πέρα ως πέρα και όλο τον δρόμο με τις γαζίες κατά μήκος του.Στην άκρη προς το λιμάνι, ήταν το σπίτι της Τζούλιας. Δίπλα ακριβώς στην θάλασσα, πίσω απ' το λιμεναρχείο. Προχτές την πήρε τηλέφωνο και την ρώτησε αν θα ερχόταν στην Κεφαλονιά... Ωραία θα ήταν να ερχόταν.. Περνούσε πολύ όμορφα  σπίτι της... Ανάσανε βαθιά φρέσκο αέρα και μπήκε μέσα. Όταν γύριζε  προς τον τοίχο, έβλεπε την Βενετία να την κοιτάζει μ'εκείνο το απλανές βλέμμα της, αρρωστημένα ακίνητη  και να σιγανογκρινιάζει εκνευριστικά για το πληγιασμένο πόδι της...Δεν άντεχε να την ακούει.. Πήρε τον δίσκο και πήγε στο δωμάτιό της. Τον άφησε αφηρημένα πάνω στο φυστικί κουβέρ-λι και κοίταξε την τουαλέττα της.    Πάνω στην γυάλινη επιφάνεια με τα προσωπικά της είδη μακιγιάζ  και τα μπιμπελό, βρισκόταν ανοιχτό το όμορφο κουτί που έβαζε τα κοσμήματά της...Πρόσεξε έκπληκτη ότι ήταν άδειο. Δυο-τρία μικρά δαχτυλίδια κοίτονταν στο βάθος του... '' Μα, πού πήγαν τα χρυσαφικά μου;;;Τι έγιναν; Τα έχω φυλάξει πουθενά και δεν το θυμάμαι; Εντάξει, χάρισα κάποια σε κείνη την κυρία... Τα άλλα όμως;'' Μήπως τα είχε καταχωνιάσει πουθενά και δεν το θυμόταν;Τελευταία ξέχναγε πολύ συχνά, αλλά τα χρυσαφικά της βρίσκονταν όλα εδώ όταν την έβαλαν στο ψυχιατρείο... Ψυχιατρείο.... Μόλις το σκέφτηκε, το μυαλό της έκανε ξανά μιαν επικίνδυνη τούμπα που θόλωσε την διαύγεια του νου....Ωχ, και τι θυμήθηκε τώρα!!Πήρε τον δίσκο απότομα και σχεδόν τον πέταξε στο τραπέζι της κουζίνας..

                  ''Αυτή φταίει για όλα!!! Πέθανε και ξέγνοιασε... Ρωτάς όμως κυρία μου τι τραβάω εγώ που έμεινα πίσω;; Κατάντησα να μην με σηκώνει ούτε το ίδιο μου το σπίτι...Ωραία!!Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ μέσα! Μου φαίνεται ότι θα πέσουν οι τοίχοι και θα με πλακώσουν! Έφυγες και μαζί σου πήρες και τον αέρα! Δεν μπορώ να αναπνεύσω!!! Κάτι βαρύ μου πλακώνει το στέρνο... Τι θα κάμω; Πού θα πάω;'' Δεν ήξερε πού θα πάει... Εκείνο όμως που ήξερε είναι ότι έπρεπε τάχιστα να φύγει από κει μέσα...Άνοιξε την ντουλάπα της και κοίταξε αδιάφορη τα πανέμορφα ρούχα που είχε φτιαξει η ίδια με τα επιδέξια χέρια  της Διάλεξε μία απλή φούστα και ένα αδιάφορο μπλουζάκι που τα είχε άλλοτε για μέσα στο σπίτι.Χτένισε βιαστικά τα μαλλιά της και σαν να τη κυνηγούσαν χιλιάδες ερινύες, κατάβηκε γρήγορα τα σκαλιά και αριβάρισε κατευθείαν για το σπίτι της Βασιλικής.Θα την θερμοπαρακαλούσε, στην ανάγκη θα έπεφτε στα πόδια της, να την δεχτεί λίγες ημέρες κοντά τους. Με αναπτερωμένο ηθικό βγήκε στον δρόμο, τραβώντας πίσω της με δύναμη την εξώπορτα.....                                                                                                                                                  

Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

5ο] ΕΡΙΝΥΕΣ

                  Την Άννα την πήγαν στο ψυχιατρείο της Τριπόλεως...Ο ιατρός απεφάνθη ισχυρό ψυχωσικό σοκ και χορήγηση των κατάλληλων φαρμάκων...Όταν η Πολυάνθη πήρε τηλέφωνο, τα έχασε ακούγοντας την φωνή της Αννούλας.Λες και ερχόταν από μακριά, βραχνή, μακρυνή, απόκοσμη... Από τα φάρμακα.. Ευτυχώς σε λίγες σχετικά ημέρες η φωνή της άρχισε να παίρνει την αρχική της χροιά. Και  κάποια ημέρα, ο θεράπων ιατρός απεφάνθη ότι η δεσποινίς Ιακωβάτου, θα μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι της... Η ξαδέλφη της Πολυάνθης, η  Τζούλια, η όμορφη θερινή συντροφιά των νιάτων της, είχε γίνει αναισθησιολόγος και της είπε ότι δεν είναι φρόνιμο να βγει τώρα η Αννα από το ψυχιατρείο...Ποιος θα την φρόντιζε; Ποιος θα είχε την ευθύνη της;Πέρασε ισχυρό σοκ, δεν θα έχει αναλάβει εκατό τοις εκατό... Αργότερα θα μπορούσε να βγει. Τώρα δεν ενδείκνυτο η έξοδός της...Σωστά, σοβαρά λόγια.. Όμως η Πολυάνθη ήταν πολύ εκρηκτική και σκεφτόταν πολύ συναισθηματικά..Για πότε οριοθετείτο εκείνο το ''αργότερα'';Το  έβλεπαν στο απώτερο ή στο εγγύς μέλλον; Και στο κάτω- κάτω της γραφής, αφού ο γιατρός τούς έλεγε ότι μπορεί να φύγει, ας πήγαινε στο σπίτι της κι ας πέθαινε μέσα στον δικό της χώρο κι όχι μόνη κι έρημη να ζει σ'ένα ξένο γι'αυτήν μέρος...Συμφωνούσε με τα λόγια της Τζούλιας, αλλά επέμενε   ότι αφού το ιατρικό προσωπικό έδιναν εξιτήριο στην Άννα, γιατί να μην γυρίσει στην Σάμη;
             Δεν μπορούσε ο νους της να χωρέσει ότι η Άννα θα έμενε εκεί εγκαταλελειμένη... Γιατί ποιος θα πήγαινε να την δει; Όλοι οι στενοί συγγενείς της έμεναν στην Αθήνα και η Λου'ί'ζα, η κόρη της θανούσης, η ανιψιά της,  δεν μπορούσε να έρθει από την Αμερική, ένεκα κάποιων προβλημάτων... Ξανασκέφτηκε κάτι πολύ σοβαρό: Αφού θα έμενε πάλι μόνη  η Αννούλα, θα έπαιρνε τα φάρμακά της;Όταν κάποια στιγμή τής πέρασε αυτό απ' το μυαλό, απάντησε στον εαυτό της να ειδοποιηθεί η Κοινωνική Μέριμνα, να περνάει από το σπίτι της μια γυναίκα, να της δίνει τα φάρμακα και να της πηγαίνει και φαγητό...Δεν αφήνει μια Κοινότητα ένα μέλος της τελείως αβοήθητο... Ίσως να έπρεπε να πάει να της μιλήσει και ο παπα-Χρυσόστομος...Το ότι η Αννούλα μπορεί να μην τους άνοιγε, το απέρριπτε με την σκέψη ότι πρώτον: έναν άνθρωπο δεν τον αφήνουμε στο ψυχιατρείο επειδή μένει μόνος και δεύτερον πίστευε ότι η Κοινωνική Υπηρεσία θα μετέρχετο όλους τους τρόπους προστασίας ενός συμπολίτη, που έχει περάσει μαλιστα και τέτοια τραγωδία... Γι' αυτό΄κι όταν ο γιατρός ξανάπε ''Ελάτε να την πάρετε'', παρακάλεσε την μικρή της κόρη που έμενε με τον άντρα της κοντά στην Τρίπολη, να πάνε να την παραλάβουν και μετά να την πάνε στην Κεφαλονιά.
                    Τα παιδιά έκαναν όπως τους είπε η μητέρα τους... Η χαρά της Αννούλας όταν τους είδε, μεγάλη. Την πήραν σπίτι τους και μετά από πολύωρη συζήτηση για χίλια δυο άσχετα θέματα,η Άννα έπεσε να κοιμηθεί με τον γατούλη του σπιτιού αγκαλιά... Σε δυο μέρες, ταξίδεψαν για Κεφαλονιά. Φτάνοντας, νοίκιασαν δωμάτιο γι'αυτούς και για την Άννα, διότι δεν το διανοείτο κανείς τους, να την αφήσουν να γυρίσει σπίτι της, μόλις πάτησε το πόδι της στην Σάμη. Άσε που το είχε σφραγίσει η Αστυνομία...Έτσι τα παιδιά, έμειναν για χάρη της αρκετές  μέρες.Τα βράδια πήγαινε στο δωμάτιό τους για παρέα. Πολλές φορές, ανοίγοντας τα μάτια της η Αλίσια, έβλεπε την Άννα να κόβει βόλτες πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο... Σκιαχτικό λίγο, αλλά δεν μιλούσε γιατί φανταζόταν το πόσο ταραγμένη θα ήταν η σχεδόν κατάλευκη πια,  άλλοτε ξανθιά γυναίκα...Τους έλεγε να μην φύγουν, να πάνε στο σπίτι της να κάτσουν όλοι μαζί, αλλά τα παιδιά, παρ'ότι πονούσαν που την άκουγαν, της εξήγησαν ότι έχουν τις δουλειές τους και κάποια μέρα θα έπρεπε να γυρίσουν πίσω... Οι μέρες περνούσαν και η Άννα αρνήθηκε την πρόταση των παιδιών να της νοικιάσουν ένα δωμάτιο και στο σπίτι της να πάει  μόνον όταν αυτή ένιωθε έτοιμη... Το αρνήθηκε, λέγοντας πως θα πήγαινε μόλις φύγουν τα παιδιά, γιατί ένιωθε ήδη καλύτερα... Κι οι μέρες περνούσαν χωρίς καμία πρόοδο.
               
.                     Στο διώροφο η Αστυνομία είχε βάλει λουκέτο και για να νοικιαστεί δωμάτιο, ούτε λόγος . ''Φυγέτε εσείς κι εγώ θα τα καταφέρω...''  Πώς να φύγουν; Κι ο καιρός μάκραινε...Κι ένα μεσημέρι η Πολυάνθη είχε ένα τηλεφώνημα από έναν Σαμικό-καλή του η ώρα- που της είπε: ''Πήρα το τηλέφωνό σας από τα παιδιά σας... Ακούστε τι έγινε... Περνούσα κάτω από το Ιακωβατέ'ι'κο και είδα την Αννούλα να χτυπάει με μια πέτρα το λουκέτο της Αστυνομίας... ''Θέλω να μπω σπίτι μου!! Γιατί το κλείδωσαν!!!! Πρέπει να δω αν έχει νερό και φα'ί' ο γάτος μου!!! Δεν μπορώ ν'ανοίξω!!!''  Τι να σας πω... Μου σπάραξε την καρδίά... Η κόρη του Πίπη σ' αυτά τα χάλια; Σήκωσα που λες κι εγώ την μαγγούρα μου κι έσπασα το λουκέτο!! Περνούσε από κει ένας Αστυνομικός και μου είπε ότι δεν έπρεπε να είχα ανοίξει και να περάσω από την Αστυνομία. Κάλεσαν και την κόρη σου και τον γαμπρό σου κυρία Πολυάνθη, αλλά ο εισαγγελέας ήταν καλός και μας άφησε...''   Κεραυνός στην Πολυάνθη... Γιατί; Τι έφταιγαν τα παιδιά της; '' Φταίτε!!! φώναξε έξαλλη μέσα στο αστυνομικό τμήμα  η γυναίκα ενός θείου τους, που εκτελούσε χρέη νεωκόρισσας. Φταίτε!!!!! Ποιος σας είπε να την βγάλετε από το τρελοκομείο;;;Ε;;; Σε μένα θα έρθει!!!! Που να μην σώσετε, εγώ θα την φορτωθώ πάλι!!!! Ου, να μου χαθείτε!!!!!''  Ράκος η Αλίσια από αυτήν την αντιμετώπιση γνωστού της ατόμου...Μα το άσχημο ήταν πως και άλλοι της είπαν πως δεν έπρεπε να την βγάλουν από το ψυχιατρείο....''Μα ο γιατρός παράγγειλε να πάμε να την πάρουμε!!''  Τίποτα... Δεν καταλάβαιναν... Όλοι φοβόντουσαν μήπως πάει και τους φορτωθεί η Άννα....Τι τράβηξαν τα παιδιά της!... Και την πήραν από το νοσοκομείο και την είχαν να κοιμάται μαζί τους τόσες μέρες και τις δουλειές τους είχαν αφήσει και τόσα έξοδα είχαν κάνει...Νοίκι, φαγητό, είχαν ξεπαραδιαστεί κανονικά... Και μια καλή κουβέντα δεν άκουσαν...Τελικά η Πολυάνθη ένιωσε τρομερές τύψεις...Αφού δεν μπορούσε η ίδια, γιατί άφησε να μπουν τα παιδιά της σε τέτοια ταλαιπωρία;; Καλό πήγαν να κάμουν και τ' άκουσαν κι από πάνω...Τι ήθελε κι άνοιγε το στόμα της;;; Κάποια ημέρα, ο Εισαγγελέας επέτρεψε στην  Άννα να πάει σπίτι της και τότε μόνον τα παιδιά έφυγαν από την Κεφαλονιά, ήσυχα, ότι είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν...Να έχουν την ευχή της...

                  Η Πολυάνθη τηλεφωνιόταν με την γειτόνισσα της Αννούλας και την κυρία που είχε εστιατόριο στο ισόγειο... Της έλεγαν ότι τους επισκεπτόταν καθημερινά, ιδίως στο εστιατόριο δεν ξεκολλούσε αν δεν νύχτωνε για τα καλά...Την καταλάβαινε... Απομάκρυνε όσο μπορούσε την ώρα που θα έπρεπε να γυρίσει στον τόπο της τραγωδίας... Της είπαν ακόμη ότι το βράδυ ανάβει όλα τα φώτα και σεργιανάει συνέχεια μέσα -έξω...Κάποια στιγμή, μετά από μέρες, ένιωσε μιαν ψυχρότητα στα τηλεφωνήματα... Είχαν και δουλειές... Δεν έχουν χρόνο για κουβεντολό'ι'.... Και η Πολυάνθη κατάλαβε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν βαρεθεί την παρουσία της Αννούλας που σίγουρα δεν ήταν και η πλέον ευχάριστη... Το κατάλαβε και η Άννα που αναγκαστικά μαζευόταν ενωρίτερα στο σπίτι της...
                      Τι κάψιμο στην καρδιά ένιωθε ανεβαίνοντας τις σκάλες... Χμ... Οι πεταλούδες της στέκουν τόσο ωραία επάνω στα ψεύτικα λουλούδια!... Ωχ... Τωρα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο καθιστικό... Δεν θα κοιτάξει δεξιά... Εκεί καθόταν η πεθαμένη αδελφή της... Ευτυχώς πήραν μαζί και την καρέκλα... Τι; Να την άφηναν; Χάλια θα είχε γίνει από τα υγρά της νεκρής ... Την γλίτωσαν από τον κόπο να την πετάξει η ίδια... Λοιπόν ανοίγουμε όλα τα φώτα και τρώμε ζαχαρούχο γάλα!!Τι ωραίο που είναι παγωμένο από το ψυγείο!! Μα και βραστό,μια  χαρά!!Τώρα σειρά έχει η μπανάνα... Ευτυχώς. έχει μπόλικες... Και τώρα; Να δει τηλεόραση!  Μα το μυαλό ξεστράτιζε και δεν συγκεντρωνόταν πουθενά...Άλλαζε τα κανάλια και σε κανένα δεν στεκόταν...Κάποιος της είπε σήμερα να έχει το νου της στους λογαριασμούς του νερού και της ΔΕΗ...Ένας άλλος την ρώτησε αν παίρνει σύνταξη από τους γονείς της.....Λογαριασμοί... Συντάξεις... Δεν ήταν γι' αυτά τώρα... Άλλο την απασχολούσε... 'Ενιωθε κουρασμένη και δεν μπορούσε να κοιμηθεί... Μόλις έκλεινε τα μάτια της, τσαφ!! ξεπηδούσε μπροστά της η μορφή της αδερφής της... Όχι ωραία,αλλά ταλαιπωρημένη όπως ήταν τις τελευταίες μέρες που το έπαιζε πεθαμένη... Μα τι λέει; Όντως ήταν πεθαμένη!! Και κείνη η μυρωδιά Θεέ μου, ακόμα την θυμάται και αναγουλιάζει το είναι της, λες και ποτίστηκε ολόκληρη με δαύτην... Ευτυχώς που βρήκε τα παντζούρια κλειστά, αλλά τα τζάμια ανοιχτά, για να ξεβρωμίσει ο τόπος... Θα πάει να πάρει μια ασπιρίνη... Άρχισε ο πονοκέφαλος... Α! Τώρα που το θυμάται, να πάρει και τα χάπια της... Πού στην ευχή τα έχει βάλει; Στο καλό! Δεν θα κάθεται βραδιάτικα να ψάχνει... Θα τα πάρει αύριο... Της είπαν να μην τα ξεχνά...Καλά...Και τι θα πάθει αν δεν τα πάρει μια φορά;  Μία;;Χμ.... Νομίζει ότι ούτε χτες τα πήρε....Ή μήπως τα πήρε;;;Οχού!!!

                          Εκνευρίστηκε τώρα...Πάλι όρθια θα την βγάλει όλο το βράδυ!! Θα βηματίζει πέρα-δώθε μέχρι να σκάψει χαντάκι στο πάτωμα....Είδες η κυρά γειτόνισσα; Δεν είχε όρεξη σήμερα για κουβέντες. Θα πήγαινε λέει στην αδελφή της και στο όρθιο είπαν μια καλημέρα... Μα και η ταβερνιάρισσα; Να, κάτι μούτρα!!! Τους έπιανε τον χώρο βλέπεις ... Αυτή φταίει που τους είχε φερθεί τόσο εξηγημένα.... Δεν θα ξαναπατούσε στο εστιατόριό τους!! Ποπό!! Και τι να κάνει ως το πρωί;  Είναι μόνον δύο... Πώς θα περάσει η ώρα της μέχρι να ξημερώσει;;; Και ξαφνικά κοντοστάθηκε και έβαλε τα γέλια!! Ο καθρέφτης της,έδειχνε μια γυναίκα που προχωρούσε πάνω κάτω, κουνώντας τα χέρια και μιλώντας!! Καλέ!! Είναι αυτή!!Τόση ώρα μονολογούσε, λέγοντας τις σκέψεις της δυνατά!!Βρε, κοίτα τι παθαίνει ο άνθρωπος!!!! Να την ακούσει η διπλανή της και να της βγει το όνομα πως παραμιλάει μοναχή της... Ψέματα το  'χεις να την πουν και τρελή;; Ιδίως μετά την ταλαιπωρία που πέρασε με την αδελφή της... Αυτή φταίει για όλα... Την αποδιοργάνωσε τελείως...
                   Ο ύπνος την βρήκε στις πέντε το πρωί. Όυτε το κατάλαβε πώς βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα... Σωριάστηκε με τα ρούχα και τα πόδια της να κρέμονται απ' το κρεβάτι. Η αριστερή παντόφλα, έφυγε από την φτέρνα της σε λίγο κι έπεσε πάνω στην δίδυμή της... Μέσα στο βύθισμα του αρρωστημένου ύπνου της, νόμισε ότι άκουσε ένα νιαούρισμα κια μια σκέψη γοργοπέρασε απ'το υποσεινήδητό της... Ο γάτος της... Του πήγε φα'ί' σήμερα;;;Και μια κίτρινη αστραπή ψιθύρισε :''Του πήγα... Μάλλον...''

Σάββατο 27 Ιουλίου 2019

4ο] Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ

                      Το τηλεφώνημα ήταν λιτό, περιεκτικό και απίστευτο...'' Πολυάνθη, η αστυνομία άνοιξε το σπίτι της Άννας. Μπόχα αναδυόταν από κει μέσα κι έβγαινε έξω.. Στα σκαλοπάτια κυλούσαν υγρά που μοίριζαν πτωμα'ί'νη... Και στο χωλ καθισμένη σε μια καρέκλα, βρήκαν νεκρή την Βενετία... Δεκαπέντε ημέρες η Αννούλα ζούσε με την νεκρή αδελφή της... Την πήραν και την έστειλαν στο ψυχιατρείο της Τριπολης... Γίνεται χαμός...''  Σοκ.. Σαν ηλεκτρική εκκένωση κάτι διαπέρασε το σώμα της Πολυάνθης...Αυτό ήταν αληθινή τραγωδία... Κάτι που δεν το χωρούσε ο ανθρώπινος νους... Η Αννούλα; Αυτήν που δεν την είχε χορτάσει το φως του ήλιου; Η αρχοντοπούλα που ξένιζαν τους πάντες οι δικοί της με την συμπεριφορά τους και την μύτη που την είχαν πάντα ψηλά; Θυμήθηκε τις παλιές φωτογραφίες των δύο γυναικών, όταν ήταν ακόμα νεαρές δεσποινίδες.. Σαν να έβλεπε γόησσες του Χόλυγουντ.. Και μετά τον σεισμό, όταν είχαν έρθει οι Αμερικάνοι και έφτιαξαν τις βάσεις στο μεγάλο βουνό τον Αίνο, είχαν στην Σάμη φτιάξει και ένα Τολ, αυτά τα κυλινδρικά αλουμινένια κατασκευάσματα για τον στρατό. Σε μια δεξίωση λοιπόν αποκριάτικη που είχαν δώσει οι στρατιωτικοί, η Άννα φωτογραφήθηκε με ένα τυρολέζικο μακρύ φόρεμα, κούκλα σωστή. Και στην εφταετία της Χούντας του 1967, ο πατέρας της βγήκε πρόεδρος αδιαφορώντας για το τι έλεγαν πίσω από την πλάτη του .Τα Σαβατοκύριακα η μάνα και οι κόρες βολτάρανε ανέμελες στην παραλία και η Άννα ντυμένη πάντα με πλούσια φορέματα, όπως μια κίτρινη οργαντίνα, προκαλούσε πάντα την προσοχή. Τα διάφορα σχόλια για την πολιτική τοποθέτηση του σιορ Πίπη δεν την άγγιζαν, ίσως να μην είχε καν καταλάβει και το τι συνέβαινε. Όπως δεν απασχολούσε και την λοιπή οικογένεια. Κλεισμένοι στο κάστρο τους, είχαν κλείσει και τ' αυτιά τους στις κουβέντες των συγχωριανών. Την Άννα την ενδιέφερε το περιοδικό ΓΥΝΑΙΚΑ που είχε αφιερώσει εκτενέστατο άρθρο και πλήθος φωτογραφιών για τον βασιλέα Κωνσταντίνο και την πανέμορφη βασίλισσα Άννα- Μαρία στο παλάτι τους το Τατό'ι'.Κι όταν έφυγε ο βασιλιάς παρακολουθούσε την ζωή του βασιλικού ζεύγους στο εξωτερικό, θαυμάζοντας τις τουαλέτες που φορούσε η τότε νεαρή βασίλισσα.

                  Έτσι έβλεπε την ζωή. Ξώφαλτσα. Δεν εισχωρούσε στο βάθος των γεγονότων. Ούτε την ένοιαζε τι έλεγε το πόπολο. Γνώριζε όμως ποια παντρεύτηκε ποιον, την οικονομική τους κατάσταση και κάποιες πιπεράτες ιστορίες που αναμασούσε η Σάμη, έφταναν αμέσως στο απόρθητο σπιτικό τους...Κύλησε η ζωή της σαν πολύχρωμη πομφόλυγα, πάνω στα φτερά του αέρα. Στην πραγματικότητα, όπως αποδείχτηκε, άβουλη, μπροστά σους μητρικούς κανόνες που την ισοπέδωσαν κυριολεκτικά, όταν κλείστηκε τελείως στο σπιτικό της, φροντίζοντας τους δυο γέρους γονείς της, αποδεχόμενη την μοίρα της. Το να φροντίζεις τους γονείς σου στα γεράματά τους, είναι θείος άγραφος νόμος και μπράβο της... Θα μπορούσε όμως να έχει την δική της οικογένεια, μία προσωπική υγιή ζωή και συνάμα να κοιτάζει τους γέρους. Έτσι δεν κάνουν οι περισσότεροι φυσιολογικοί άνθρωποι; Στην περίπτωσή της όμως κάτι δεν ήταν υγιές, φυσιολογικό... Πιάστηκε σαν πεταλούδα στα δίχτυα μιας αράχνης. Και ο ψυχισμός της συμβιβάστηκε με την αιχμαλωσία, για να μην πούμε ότι έτσι ένιωθε και σιγουριά, γιατί αυτό είχε μάθει να βιώνει μια ολόκληρη ζωή... Και το μυαλό κάπου σάλεψε... Κάπου ταρακουνήθηκε... Αφέθηκε σε ένα τέλμα που κάθε μέρα την ρουφούσε όλο και πιο πολύ...
                 Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να συγκατοικήσει με την αδελφή της, η προσωπικότητα της Άννας είχε αλλάξει κατά 300 μοίρες... Μάλλον ο ψυχισμός της είχε δεχτεί ένα μη αναστρέψιμο πλήγμα...Ήσυχη η Βενετία, αλλά με τον δικό της απροσδιορίστου υφής χαρακτήρα. Δύσκολη η συμβίωση μαζί της .Ένα πλάσμα άβουλο, με εμμονές και δύσκολη η επικοινωνία μαζί της.Κρίμα στην ομορφιά της... Η Άννα είχε γιατροπορέψει τους γονείς της . Τώρα έπρεπε να γιατροπορέψει και την μεγάλη της αδελφή... Δεν εύρισκε λεπτό να ασχοληθεί με τον εαυτό της. Δεν έβρισκε στιγμή να ξεφύγει το μυαλό της από τις αρρώστιες και τις έγνοιες. Η κατάθλιψη που την κατάτρωγε και την βύθιζε στα ύπουλα νερά της, θέριεψε...Έπρεπε να πει χίλιες φορές την ίδια κουβέντα για να την κατανοήσει η αδελφή της. Αυτό τής ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι και οι φωνές της, ιδίως τα βράδια που έχει ησυχία, ακούγονταν στα γειτονικά σπίτια.Πουθενά δεν σύγκαναν... Όλοι καταλάβαιναν ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι κάτι τρέχει στο Ιακωβατέ'ι'κο, αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν... Και η πληγή στο πόδι της Βενετίας χειροτέρευε... Της άλλαζε τις γάζες η Αννούλα, έβαζε το φάρμοκο που έπρεπε επάνω, αλλά το σκοτισμένο μυαλό της, δεν της είπε να φωνάξει γιατρό... Εξ άλλου την είχε δει γιατρός στο Αργοστόλι. Έκαναν αυτά που είχε πει, τι τον ήθελαν τώρα τον άλλον γιατρό; Έτσι σκεφτόταν πιθανόν και η Βενετία, γι' αυτό και δεν σήκωσε το τηλέφωνο να καλέσει κάποιον να δει πώς πάει το πόδι..Η πληγή όμως μεγάλωσε και σε λίγο βγήκαν κι άλλες που μύριζαν κι έτρεχαν πύον... Λες και σάπιζε ζωντανή... Κι η μυρωδιά μέρα με την μέρα γινόταν όλο και πιο βαριά...

                 Η επικοινωνία μεταξύ των δυο αδελφων χειροτέρευε.. Η Βενετία δεν πολυκαταλάβαινε τι της έλεγε η Αννούλα κι εκείνη ένιωθε μια έκρηξη στο κεφάλι της μέσα, και ξεσπούσε σε φωνές... Ώσπου ένα πρωινό, βρήκε την Βενετία να κάθεται στην καρέκλα στο δωμάτιο που είχαν για καθιστικό, δίπλα στην πόρτα . Της μίλησε, μα δεν έλαβε απάντηση. Της φώναξε από την κουζίνα που ήταν, τίποτε. Εκνευρισμένη μπήκε στο δωμάτιο:'' Μπορείς να μου πεις γιατί δεν απαντάς; Μ' έχεις σκάσει, το ξέρεις;;'' Η Βενετία τσιμουδιά.. Την κοίταζε μ'ένα απλανές βλέμμα... Πήγε κοντά της,  την σκούντησε.. Το κεφάλι έγειρε απαλά δεξιά. Της έπιασε το χέρι.. Μάταια. Έπεσε μονοκόματο πάνω στα γόνατά της . ''Βενετίααα!!!'' φώναξε δυνατά. Τίποτα.. Κατάλαβε... Η αδελφή της είχε πεθάνει.. Και τότε το μυαλό της Άννας έκανε ένα θανάσιμο μακροβούτι ως τα έγκατα του είναι της.Εκεί πάλεψε με κόκκινες ρουφήχτρες, μαύρες χαράδρες, σκοτεινές σπηλιές, αφυκτικά ερέβη. Κι όταν ξαναεπανήλθε στην θέση του, εγκατέστησε στα ματια της Άννας ένα βλέμμα πιο απλανές από της νεκρής και μια θολούρα γκριζωπή που σκέπασε κάθε ίνα του νευρικού της συστήματος... Σηκώθηκε, όρθια, ίσιωσε την ράχη της, έφτιαξε τα μαλλιά της αδελφής της και είπε με ήρεμη φωνή:''Αν θέλεις κάτι, εδώ γύρω θα είμαι. Πάω στην κουζίνα να φτιάξω καφέ... Θα το φέρω να τον πιούμε μαζί... Μετά θα μαγειρέψω κάτι ελαφρύ για το μεσημέρι...'' Κι όλα έγιναν όπως τα είπε. Έφερε τον καφέ της και κάθισε απέναντι.  '' Τα μαλλιά σου νομίζω θέλουν λίγο κρεπάρισμα.. Αργότερα. Θα τηλεφωνήσω στην Κατερίνα που μας φέρνει τα ψώνια, να μας φέρει λίγες μπανάνες. Αν και έχουμε κάποιες στο ψυγείο'' Αφού τελείωσε τον καφέ της, πήγε και έκλεισε τις μπαλκονόπορτες.
                     Φυσικά δεν τηλεφώνησε στην κυρά Κατερίνα.. Έτσι κι αλλιώς είχε κόψει από καιρό τις παραγγελίες. Τα πλέον απαραίτητα στριμώχνονταν να μπουν είτε από το παράθυρο της εξώπορτας είτε από την στενή χαρμάδα που άνοιγε τσίμα- τσίμα για να πάρει ό,τι είχε παραγγείλει...Έκανε τις δουλειές του σπιτιού, σαν να μην συνέβη τίποτε... Να ειδοποιήσει κάποιον, ούτε της πέρασε από το μυαλό... Εξ άλλου τι έλεγε η μαμά;''Όταν αρρωσταίνουμε δεν είναι ανάγκη να το μαθαίνει ο κόσμος''. Βέβαια τώρα δεν γινόταν λόγος για σύγριση καμία, το μικρόβιο όμως είχε αφήσει τον απόηχό του, που το μυαλό της δεν μπορούσε να μετρήσει την τεράστια διαφορά... Το μεσημέρι ξάπλωσε λίγο.. ''Αν θέλεις τίποτε μου λες'' είπε περνώντας από το μικρό σαλόνι. Όχι το καλό. Αυτό έμενε κλειστό για τις ξεχωριστές περιπτώσεις. Άνοιξε την τηλεόραση μάλλον από συνήθεια . Το μυαλό της το 'νιωθε σκόρπιο και δεν μπορούσε να εστιάσει. Και το βράδυ ο ύπνος δεν ήρθε χαλαρωτικός. Άναψε όλα τα φώτα του σπιτιού. Κατέβηκε να δει αν έχει τροφή ο κατακαημένος γάτος της και αναγκαστικά πέρασε μπρος από την Βενετία. Άρχισε να κόβει βόλτες... Το εσωτερικό τρέμουλο  πυροδότησε μια ανεξέλεγκτη οργή. Άρχισε να φωνάζει: '' Μου φάγατε την ζωή... Όλοι σας!!! Δεν μ' αφήσατε να ζήσω!!! Κι εσύ τώρα δεν με σκέφτηκες καθόλου!! Δεν έφταναν όσα τράβηξα με τους γέρους. ήρθες κι εσύ με το ποδάρι σου.... Πρέπει να σου πω τριακόσιες φορές την ίδια κουβέντα για να την καταλάβεις... Γιατί δεν έμενες στο σπίτι σου;; Έχω τόσες έγνοιες κι εσύ δεν βοηθάς καθόλου!!! Τι θα κάνω τώρα με σένα;;; Ε;;;Πες μου τι;;;;''

                 Άκουγαν οι γείτονες τις φωνές μέσα στην ησυχία της νύχτας κι έλεγαν: ''Πάλι τσακώνονται οι δυο αδερφές!! Αυτές παιδί μου, θα φαγωθούν, να μου το θυμηθείς... Δεν τις βλέπω καθόλου καλά...'' Κατά το χάραμα την πήρε ο ύπνος εξαντλημένη από τα χιλιόμετρα που είχε διανύσει ολονυχτίς... Σηκώθηκε βαρύθυμη,έριξε μια ματιά στο καθιστικό και πήγε να φτιάξει καφέ. Τον ήπιε στο δωμάτιό της  Δεν είχε όρεξη να βλέπει πρωί-πρωί τα μούτρα της αδελφής της. Κάποια στιγμή που ξαστέρωσε το μυαλό της στάθηκε απέναντί της με τρόμο:  ''Θεέ μου! Η Βενετία πέθανε!!!! Τι θα κάμωωωωω;;;;;''' Η πραγματικότητα την διαπέρασε σαν πιστολιά... Το μυαλό της δεν άντεχε την αλήθεια. Γι' αυτό, γύρισε την πλάτη και πήγε στο δωμάτιό της... Πεινούσε. Έφαγε μια μπανάνα και με το μεγάλο κουτάλι, έφαγε μπόλικο ζαχαρούχο γάλα...'' Δεν με φτάνουν οι έγνοιες μου, έχω και το πόδι της Βενετίας. Αύριο θα πάω στο Αργοστόλι.. Δεν αντέχω άλλο κλεισμένη εδώ μέσα... Θα μου στρίψει στο τέλος.. Θα ντυθώ καλά και θα πάρω αγκαζέ το ταξί του Αυγερινού να πάω Αργοστόλι.. Αν θέλει, ας έρθει μαζί μου... Δεν θα την παρακαλέσω κι όλας... Καλύτερα μόνη, να ξεφύγω από όλον τούτον τον μπελά...''
                     Ζούσε σε μια παραζάλη... Μπέρδευε το φανταστικό με την οδυνηρή πραγματικότητα... Το βράδυ ξανάρχισε το πηγαιν' έλα και τις φωνές   '' Εσύ καλά κάθεσαι ευτού που είσαι... Ρωτάς κι εμένα τι τραβάω;;; Όλοι πάνω μου πέσατε... Αννούλα το ένα...Αννούλα το άλλο... Δεν αντέχω άλλο... Παρατάτε με πια!!'' Κι επειδή ακούγονταν φωνές, πού να υποψιαστούν οι γείτονες το μακάβριο θέατρο του παραλόγου που ξετυλιγόταν ακριβώς δίπλα τους.... Και ο κεραυνός που την συγκλόνισε και της έπληξε το μυαλό, την έκανε ν' αντέξει πολλές μέρες τούτη την τρέλα... Ζώντας μ'ένα πτώμα, περνούσε τις μέρες της μέσα σε μια ομίχλη. Όταν η θολούρα αραίωνε κι έβλεπε την πραγματικότητα, ο νούς της δεν μπορούσε να την αντέξει... Ξανάκανε βουτιά κι ερχόταν  ο περίεργος κόσμος να την κρατήσει όρθια στα πόδια της και να μην καταρρεύσει σωματικά. Γιατί ψυχικά είχε γίνει κουρέλι...

                  Ήταν κατακαλόκαιρο. Η ζέστη πολλή. Και το σώμα της Βενετίας άρχισε να αποσυντίθεται... ''Μα, τι μυρίζει; Πολύ  άσχημη μυρωδιά... Εσύ δεν την νιώθεις; Μα τι λέω... Από σένα θα είναι... Τα κατάφερες.. Πέθανες... Πάω ν'ανοίξω κανένα τζάμι να ξεβρωμίσουμε... Εσύ καλά κάθεσαι εκεί..Δεν θ'αργήσω...Ά! Θα έρθω και να σε πλύνω.... Βρωμοκοπάς...''  Πήρε το λάστιχο του ποτίσματος και γύρισε στο καθιστικό...Δεν μπορούσε να την αγγίξει με τόσες πληγές που είχε...Σιχαινόταν.Κι αν κόλλαγε κάτι; Όλα τα 'χει η Μαριωρή, αυτό της έλειπε τώρα... Άνοιξε τη βρύση και το νερό έπεσε ορμητικό πάνω στην νεκρή. Αφού θεώρησε ότι την είχε πλύνει καλά, έκλεισε την βρύση, μάζεψε το λάστιχο και το 'βαλε στην θέση του, ψιθυρίζοντας:  ''Πάει κι αυτό...''  Δεν σκέφτηκε ότι τα νερά θα κατρακυλούσαν στην σκάλα και θα έβγαιναν στον δρόμο. Έτσι, δεν τα μάζεψε.  'Εντωμεταξύ, η μυρωδιά είχε αρχίσει να φτάνει ως έξω...Από μέρες το κουβέντιαζαν: ''Σου μυρίζει τίποτε κυρά Κλεονίκη; Τι μπόχα είναι αυτή... Δεν σ'ενοχλεί;''   ''Αν μ'ενοχλεί λέει; Τις τελευταίες μέρες έχει γίνει αφόρητη... Από πού λες να 'ρχεται;;'' ''Από κάπου εδώ κοντά να σε χαρώ... Δεν μπορώ να καταλάβω...'' Και όταν είδαν κάτι  περίεργα νερά  να ξεμυτίζουν  κάτω από την εξώπορτα  του Ιακωβάτου και να μην σταματούν, αναστατώθηκαν....Τι ήταν τούτο πάλι;; Τα συνδύασαν όλα... Κάτι αφύσικο γινόταν...Η μπόχα έβγαινε σίγουρα απ'το Ιακωβατέ'ι'κο... Κτύπησαν το κουδούνι πολλές φορές  Τίποτα. Ειδοποίησαν την Αστυνομία... ''Μέσα είναι κυρ Αστυνόμε... Χθες βράδυ ακούγαμε πάλι φωνές.. Μπας κι έχουν πάθει τίποτε; Κι αυτή η μυρωδιά είναι ανυπόφορη....''  Ο Αστυνόμος άνοιξε και έφριξε... Πάνω στα σκαλοπάτια που έφερναν στον πρώτο όροφο, ένα υγρό βρωμερό μόλυνε την ατμόσφαιρα..  Απαγορεύτηκε η είσοδος στους περίεργους που είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Οι Αστυνομικοί ανέβηκαν την σκάλα με τις πεταλούδες, χτύπησαν την πόρτα και πάγωσαν κυριολεκτικά...
                    Μια γυναίκα με αλλόκοτη ηρεμία τους άνοιξε. Ήταν η Αννούλα που τους κοίταζε με ένα βλέμμα απόμακρο, θολό, απλανές... Στα δεξιά τους,δίπλα στην πόρτα, πάνω σε μια καρέκλα, βρισκόταν καθιστό το πτώμα μιας γυναίκας... Η μπόχα τούς έκοψε την ανάσα και κάτω, τα υγρά από το πτώμα που είχε αρχίσει να σαπίζει, λίμναζαν  στο μωσα'ι'κό του πατώματος και χύνονταν σιγά-σιγά προς τα σκαλοπάτια... Οι επόμενες στιγμές κύλησαν σαν μια ταινία σε τρομερά γρήγορη κίνηση.  Απέκλεισαν το κτήριο και κατέβασαν την Άννα που τους ακολούθησε ήρεμα, τελείως άβουλα. Την έβαλαν να καθίσει σε μια καρέκλα, μπροστά στο ισόγειο του σπιτιού της. Εν τω μεταξύ πλήθος κόσμου είχε συγκεντρωθεί ολόγυρα σιγοψιθυρίζοντας:  '' Η μυρωδιά ήταν από την πεθαμένη... Λένε ότι η αδελφή της ζούσε με το πτώμα μέρες τώρα...'' ''Ω. Μεγαλοδύναμε!! Τι τραγωδία είναι αυτή!!''  ''Την δύστυχη.. Θα της έστριψε φαίνεται! Πού έχει ξανακουστεί τέτοιο πράγμα;''  ''Κυρ Αστυνόμε τι έγινε;''' ''Άσ'τε να κάνουμε την δουλειά μας... Η γυναίκα έμενε με ένα πτώμα πάνω από 10 μέρες! Σκέτη τραγωδία!''

             Το συνεργείο της Αστυνομίας έπραξε τα δέοντα ... Το πτώμα απομακρύνθηκε, την Άννα την πήγαν στο νοσοκομείο. Όλη αυτήν την ώρα καθόταν ακίνητη... Άχνα δεν έβγαλε. Κοιτούσε κάπου μακριά, σαν να μην έβλεπε , σαν να μην άκουγε τον θόρυβο από τους περίεργους που τώρα είχαν πληθύνει. Ο βόμβος  από τις κουβέντες, η μεταφορά της νεκρής,το τρεχαλητό των αστυνομικών,  λες και δεν την άγγιζαν... Το μυαλό της βρισκόταν σε κάποιες σπηλιές σκοτεινές και ήσυχες που χέρι ανθρώπου δεν φτάνει... Ακολούθησε πειθήνεια τον γιατρό και τον αστυνομικό... Ούτε ρώτησε πού την πάνε... Πίσω έμειναν οι περίεργοι και κάποιοι που πραγματικά ταράχτηκαν και πόνεσαν... Το διόροφο κλείστηκε με την κίτρινη ταινία της αστυνομίας. Αύριο θα ερχόταν συνεργείο για απολύμανση... Ήταν και τα τυπικά... Να σταλεί το πτώμα στην Πάτρα για νεκροψία, να συζητήσουν με την Άννα, να ειδοποιηθούν οι συγγενείς και η κόρη της αποθανούσης στην Αμερική...

                Εκείνο το βράδυ, μια φίλη της Πολυάνθης την πήρε τηλέφωνο και της είπε τα φριχτά μαντάτα....Όλη η Σάμη είχε αναστατωθεί...Θα αργούσε να περάσει ο απόηχος ενός τέτοιου γεγονότος... Την άλλη μέρα έμαθε η Πολυάνθη, ότι την Αννούλα την έστειλαν στο ψυχιατρείο της Τρίπολης. Ένιωσε δυνατή συγκίνηση . Την πήραν τα κλάματα... Η Αννούλα;  Τέτοια τύχη; Με την νεκρή αδελφή της τόσες ημέρες; Και τώρα στο ψυχιατρείο;  Αυτό ήταν κατάρα.. Ούτε αρχαία τραγωδία να ήταν...Πού πήγε το άλλοτε γελαστό κορίτσι; Απλούστατα... Είχε φύγει πριν καιρό από την χώρα των ψυχικά υγιών ατόμων...Μόνον που οι πολλοί δεν το είχαν καταλάβει...Κάποιοι είχαν προείδει μια άσχημη κατάληξη, όχι όμως και μέχρι αυτού του σημείου...Η μοίρα όμως δεν είχε πει ακόμη την τελευταία της λέξη... Επεφύλασσε με χαιρεκάκια άλλο ένα δύσκολο κεφάλαιο... Τι σου είναι οι θεοί τέλος πάντων, όταν θέλουν να παίξουν με τις τύχες των ανθρώπων....Αδυσώπητοι...

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

3ο] Η ΠΑΡΑΚΜΗ

                       Στα χρόνια που ακολούθησαν,παντρεύτηκε κι η Αντζέλα και κάποιες φορές πήγαν για διακοπές στην Κεφαλονιά. Ήταν δύσκολα όμως τα πράγματα... Να νοικιάζεις στον τόπο που γεννήθηκες; Και οικονομικά τα πράγματα ήταν δύσκολα, γιατί τα κορίτσια πήγαιναν με τις οικογένειές τους και το ποσόν ανέβαινε πολύ. Σε μια τέτοια εξόρμηση, η Πολυάνθη επισκέφθηκε το σπίτι της Αννούλας... Κτύπησε, ξαναχτύπησε, τίποτε... Την άλλη μέρα πήρε πρώτα τηλέφωνο. Έτσι, με ραντεβού τους επισκέφθηκε.. Δεν τους παρεξηγούσε, ίσως γιατί αποτελούσαν ένα κομμάτι της παιδικής της ηλικίας.Τυπικότατος ο θείος Πίπης την ρώτησε ευγενικά για την ζωή της κι ύστερα αποσύρθηκε αθόρυβα στο γραφείο του. Η θεία Κάτε λαλίστατη και η Αννούλα χαρούμενη και όμορφη παρά τα χρόνια που είχαν περάσει. Μια τρίτη προσπάθεια της Πολυάνθης, πήγε στον βρόντο. Περνούσε βραδάκι και κοίταξε το μπαλκόνι. ''Έχουν σβηστά τα φώτα για να μην φαίνονται'' της είπαν. Κτύπησε το κουδούνι, τίποτε...Επέμενε, μα και πάλι μηδέν εις το πηλίκον... Γνώριζε τις ιδιοτρπίες τους, όπως το ότι δεν έλεγαν πουθενά αν αρρώσταιναν, ακόμα κι από ένα απλό κρυολόγημα. Της είπαν ότι άνοιγαν τσίμα-τσίμα την πόρτα για να πάρουν τα ψώνια που τους έφερναν και δεν  δέχονταν κανέναν...Η Άννα έβγαινε πλέον μόνον για να πάει στο Αργοστόλι.
     
                                        Στεναχωρέθηκε... Έβλεπε ότι αυτή η οικογένεια δεν πήγαινε καλά... Στεναχωρέθηκε όμως πιο πολύ όταν στο επόμενο ταξίδι τούς ξαναεπισκέφθηκε...Ανεβαίνοντας την εσωτερική σκάλα που έφερνε στον πρώτο όροφο,είδε κάτι που έβλεπε και πριν 30 χρόνια: σε κάθε σκαλοπάτι μία γλαστρούλα με μία ψεύτικη πεταλούδα επάνω.... Σφίχτηκε η καρδιά της..Τίποτα δεν είχε αλλάξει...Μια κατάπτωση, ένας μαρασμός αναδυόταν σε κάθε της βήμα... Κι όταν είδε την Αννούλα, κέρωσε.. Έκανε προσπάθεια για να δείξει χαρούμενη, αλέγρα, ζωηρή... Μπροστά της στεκόταν μια ξανθιά γυναίκα με το παμπάλαιο τσάρλεστον μαλλί, με ολόλευκο δέρμα, μάγουλα ροζ που είχαν κρεμάσει κι ίσως αν την καλοκοίταζες σου έφερνε λιγάκι στον νου την άλλοτε εκρηκτική όλο ζωντάνια κοπέλα... Μόνον τα δάχτυλά της παρέμεναν τα ίδια, κρινένια και μακριά... Έπαθε σοκ... Δεν μπορούσε να το ξεπεράσει... Οι δυο γονείς της  Άννας είχαν πεθάνει,οπότε θα μπορούσε , ελεύθερη πια, να βγει έξω, να πάει ένα ταξίδι, να ξαλεγράρει... Το κακό όμως είχε συντελεστεί... Γηροκόμησε και τους δυο γονείς της, κλείστηκε μέσα για χάρη τους, έγινε η προσωπική τους νοσοκόμα, και κάπου εκεί έχασε και τον εαυτό της ...Έχασε την Άννα... Η γυναίκα που της μιλούσε τώρα, ήταν η καρικατούρα του παλιού εαυτού της... Μα δεν καταλάβαινε ότι δεν έπρεπε να χτενίζεται έτσι; Και το τόσο έντονο κόκκινο κραγιόν στο χείλος που έγερνε ελαφρά;;  Κάτι δεν έδενε... Κάτι δεν κολλούσε... Ανατρίχιασε κι ας ήταν κατακαλόκαιρο... Νόμιζε ότι έβλεπε μια ξανθιά μίσις Χάβισαμ από τις ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ του Κάρολου Ντίκενς., Και πόνεσε πολύ...
                       Μπροστά της στεκόταν το χρωματισμένο κέλυφος μιας αδικοχαμένης ζωής... Της έδειξε πάλι τα κοσμήματά της... Της Πολυάνθης της ήρθε να φωνάξει... Αυτό είναι που λένε ντε κα τανς; ''Έχει έρθει από την Αμερική η αδελφή μου η Βενετία. Κάτι έχει στο πόδι της. Δερματικό... Πήγε στο Αργοστόλι να την δουν οι γιατροί. Θα πάει μετά στο χωριό του άντρα της και έπειτα θα έρθει να κάτσουμε εδώ, μαζί...Α, την Πολυάνθη μας!! Η μαμά σου; Η Αντζέλα; Τι κάνουν; Εκείνος ο Ηρακλήςο άντρας σου,  τι κάνει;  Θα μείνετε καιρό εδώ; Νοικιάσατε πάλι στης κυράς Βασιλικής,ε;''  Παρακμή... Όλο το περιβάλλον μύριζε, φώναζε: παρακμή και εγκατάλειψη. Εδώ μέσα, δεν υπήρχε ζωή... Το είχε σκάσει από κάποιο ανοικτό μπαλκόνι ποιος ξέρει πόσα χρόνια πριν... Αυτό ήταν ένα έργο που δεν είχε τελεστεί ξαφνικά... Αυτή η κατρακύλα έγινε σιγά-σιγά, βήμα-βήμα... Γονείς που στα γεράματα γίνονται εγωιστές, εαυτούληδες και θέλουν μόνον το δικό τους... Δεν ήταν σίγουρα έτσι στην αρχή... Ο σπόρος όμως του δεσποτισμού προ'υ'πήρχε και με την πάροδο του χρόνου θέριεψε και στραγγάλιασε τα νιάτα και το γέλιο της άβουλης Αννούλας...

                  Φταίει κι αυτή... Ποτέ δεν σήκωσε κεφάλι και ασπαζόταν με θρησκευτική ευλάβεια τα λόγια της μητρός της...Καλά, αυτή η κοπέλα δεν λαχτάρησε ποτέ αντρικό φιλί; Δεν πόθησε ποτέ χάδια από αντρικά χέρια;; Πώς άφησε να της λιώσουν την όρεξη για ζωή; Πώς δεν επαναστάτησε; Εκτός κι αν οι ιδέες της συνέπλεαν μ'εκείνες της μάνας της...Δεν γεννάς το παιδί σου για να σε γηροκομήσει... Το γεννάς για να ευτυχήσει...Της πέρασε ποτέ απ' το μυαλό της Κάτες τι θα γίνει η κόρη της μόλις εκείνη πεθάνει;;; Δεν νομίζω... Κι αν της πέρασε θα ήταν στιγμιαία, μπροστά στον φόβο των δικών της  γηρατειών που έπρεπε να προστατευτούν.. Καημένη ΄Αννα...Η Πολυάνθη έφυγε άρρωστη από εκεί μέσα.Δεν μπορούσε να συνδέσει την απότομη αλλαγή που είδε μπροστά της... Και οι πεταλούδες στην σκάλα την αρρώσταιναν πιο πολύ...Έμαθε ότι η Άννα τελευταία διατρεφόταν με ζαχαρούχο γάλα και μπανάνες. Μια ξαδέλφη,η Πηγή, που της χτύπησε πολλή ώρα το κουδούνι, της είπε ότι άνοιξε το παράθυρο της εξώπορτας και της ανήγγειλε ότι δεν μπορεί να περάσει, γιατί έχει κόσμο τώρα επάνω... Ψέματα δηλαδή..Έμαθε ακόμη ότι και ο παπάς της κοινότητάς τους επεχείρησε να πάει, καθώς και κάποιες κυρίες από την Κοινωνική Μέριμνα, αλλά τους αρνιόταν την είσοδο... Όλοι έλεγαν ότι η Αννούλα δεν θα είχε καλό τέλος...Στο πρώην γραφείο του πατέρα της, είχε έναν γάτο  με πολύ νερό και πολλή τροφή.Πάντα αγαπούσε τις γάτες. Στις καλές εποχές, στα νιάτα της, η Αννούλα είχε μια πανέμορφη τιγρέ γάτα την Τζούλια, την οποίαν την είχαν μαζί τους, μέσα στο σπίτι τους, όχι απομονωμένη...Πολλές φορές ρώτησε η Πολυάνθη διάφορους γι' αυτό το γατί, δεν λάβαινε όμως ποτέ μια συγκεκριμένη απάντηση...

                   Γυρίζοντας στην Αθήνα, εφάρμοσε να παίρνει τακτικά την Αννούλα τηλέφωνο. Στην αρχή ήταν όλα νορμάλ. Κάποια μέρα της είπε πως έχει συγκέντρωση στο σπίτι της και δεν μπορούσε να μιλήσει για πολλή ώρα. Μιαν άλλη φορά της είπε πως κάποιοι την παίρνουν τηλέφωνο και την ενοχλούν.  Αυτό επαναλήφθηκε κι άλλες φορές, μέχρι που η Πολυάνθη σκέφτηκε μήπως κάποιοι θρασύτατοι της κάνουν φάρσα...Έχουν εντοπίσει την Αννούλα,γνωρίζουν την ιδιορυθμία της, ξέρουν ότι ζει μόνη με την αδελφή της που γύρισε από το χωριό και θέλουν να σπάσουν πλάκα...Άλλοι έλεγαν πως τα βράδια ακούνε φωνές και πως μάλλον οι δύο αδελφές δεν τα πάνε καλά...Ποιος ξέρει τι προβλήματα είχαν να χωρίσουν μεταξύ τους.. Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι... Συζητιόταν ότι η Άννα δεν ήθελε επ' ουδενί την αδελφή της. Έγινε φασαρία και μόνο με χαρτί του Εισαγγελέα μπόρεσε η Βενετία να γυρίσει στο πατρικό της σπίτι. Η Βενετία ήταν πάντα χαμηλών τόνων και δεν μπορούσε κανείς να την επαινέσει για την ευφυ'ί'α της. Πίσω στην Αμερική έμεινε η κούκλα και πανέξυπνη κόρη της, που πήρε όλα τα χαρίσματα του πατέρα της.Η μοίρα τα έφερε έτσι, ώστε οι δύο πρώην όμορφες αδελφές Ιακωβάτου, να συγκατοικήσουν και να βαδίσουν μαζί τον τελευταίο δρόμο της ζωής τους...Ώσπου μια μέρα έλαβε η Πολυάνθη ένα τηλεφώνημα....