Εμφανιζόμενη ανάρτηση

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

11ο] ΚΑΘΑΡΣΗ

                   Τα γεγονότα μετά τον θάνατο της Αννούλας καταλάγιασαν απότομα...Μία ολόκληρη οικογένεια είχε περάσει τις πύλες τ' ουρανού... Πολλοί αναρωτιόντουσαν τι θα γινόταν το διώροφο... Μέσα στην παραλία, μαζί με ένα άλλο σπιτικό πίσω του- άσχετα αν ήταν μισοτελειωμένο- αποτελούσε ένα σεβαστότατο κληροδότημα, που στην προκειμένη περίπτωση, ο αποδέκτης ήταν η κόρη της Βενετίας, η Αθηνά, που έμενε στην Αμερική... Δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες των τελευταίων ημερών... Τι έγιναν τα ρούχα της Άννας, αν πάρθηκε τίποτε μέσα από το σπίτι, αν βρέθηκε το παραμικρό ίχνος από τα χαμένα τιμαλφή, άν ανοίχτηκαν τα μπαούλα του ισογείου, αν υπήρχαν όντως αυτά τα μπαούλα, ήταν κάποια θέματα που απασχόλησαν πολλούς και απετέλεσαν το αλάτι  στις συζητήσεις  είτε στις γειτονιές, είτε στα καφενεία είτε και μέσα σε διάφορες οικογένειες...
                      Το σπίτι έστεκε βλοσυρό, θεοσκότεινο, σαν θυμωμένο πρόσωπο με τα μάτια και το στόμα του ερμητικά κλειστά . Όποτε περνούσες από μπροστά του,κι αυτό γινόταν κάθε τρεις και λίγο γιατί βρισκόταν σε κεντρικότατο σημείο, ένιωθες την καρδιά σου να σφίγγεται.  ''Μια οικογένεια τόσο αρχοντική, είναι κρίμα που είχε τέτοια κατάληξη...''  ''Περίεργοι άνθρωποι.Κλεισμένοι στον εαυτό τους... Κι εκείνος ο Πίπης, καλός άνθρωπος, αλλά απόμακρος και δεν είχε πολλά-πολλά με κανέναν...''   ''Η μεγαλομανία τούς έφαγε... Ειδικά η μάνα, η κυρία Κάτε-  Θεός σχωρέσ' την  - αλλά δεν μπορώ να μην το πω: Την μύτη της την είχε πάντα ψηλά!Ούτε κόμισσα να ήτανε!!!''   '' Πριν τον πόλεμο και προ σεισμού η οικογένεια είχε πολλά χρήματα... Ήταν όντως πολύ πλούσια οικογένεια..Μετά τα πράγματα αλλάξανε...''       '' Μα, να μην έρθει η κόρη της Βενετίας  από την Αμερική; Τόσα τρομερά συνέβησαν κι αυτή δεν είπε να ρθει να δει τι γίνεται;...''    ''Κάποιο λόγο θα 'χει που δεν ήρθε...Τώρα, ό,τι απόμεινε είναι δικό της.'''    ''  Λες να το πουλήσει το σπίτι; Μπορεί και να το κρατήσει για τις διακοπές της...''   ''Μπα! Να δεις που θα το δώσει... Δεν έδειξε και κανένα ενδιαφέρον για δαύτο...''   ''Ας κάνει ό,τι την φωτίσει ο Θεός. Εμάς τι μας κόφτει για τα ξένα νιτερέσια;... Τα λέμε για να περνάει η ώρα... Κουβέντα να γίνεται...''  ''Συμφωνώ, αλλά συντοπίτες μας ήτανε και στεναχωρέθηκα με το τέλος που είχανε...''   ''Και ποιος δεν στεναχωρέθηκε; Εμένα μου στοίχισε περισσότερο για την Άννα. Ήταν η καλύτερη όλων τους... Και τι πέρασε το δύστυχο... Γολγοθά...Την θυμάμαι στα καλά της... Όμορφη κοπέλα και προκομμένη. Όλα εκείνα που φορούσε, μόνη της τα έραβε. Χρυσοχέρα το άμοιρο...''   ''Ο Θεός να αναπάψει την ψυχούλα της... Πράγματι, ωραία κοπέλα. Με την αδελφή της λένε δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά... Ποιος ξέρει τι είχαν να μοιράσουν.Αλλά η Άννα ταλαιπωρήθηκε πολύ... Δεν πρέπει να'ταν στα καλά της τα τελευταία χρόνια... Βασανίστηκε...''   ''Θυμάμαι τις δυο αδερφές μικρές!! Κούκλες!!! Αλλά τις είχαν πολύ περιορισμένες... Δεν τις άφηναν να παίξουν όπως τ' άλλα τα παιδιά...''    ''Είπαμε: Μεγαλομανία.. Ό,τι ήθελε η μάνα τους! Κι εκείνη η Άννα δεν έλεγε λέξη! Την μούρλαναν και ησύχασαν!  Κρίμα το κορίτσι...''
                      Μετά από πέντε χρόνια, έμαθε η Πολυάνθη ότι το σπίτι το πούλησε η Αθηνά σε έναν που θα το έκανε κάτι σαν μπαρ. Μαζί πουλήθηκε και το κολλητό σπίτι του Μεμά του γιατρού...''Κι άκου τι έγινε Πολυάνθη! Αυτός που το πήρε, το πήρε  με ό,τι είχε μέσα!'' ''Δηλαδή με τα έπιπλα, με τα σερβίτσια;  Με τα ρούχα;;''  ''Δεν ακούς τι σου λέω; Το πήρε με όλα όσα είχε μέσα!!''  ''Δηλαδή σούμπιτο; Γιατί;;; Δεν έπρεπε να έρθει η Αθηνά και να διαλέξει όσα αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια; Δεν μπορεί να το συλλάβει ο νους μου αυτό που μου λες...''    ''Η  Αθηνά  μισούσε αυτό το σπίτι, γιατί εκεί μέσα πέθανε η μητέρα της κι είχε εκείνο το απαίσιο τέλος.. Είπε στον άνθρωπο να τα κρατήσει όλα... Λένε θα το κάνει μπαρ- εστιατόριο πολυτελείας, δεν ξέρω ακριβώς... Όταν πάω εκεί θα σου πω...''     Της Πολυάνθης δεν το χωρούσε ο νους της τέτοιο πράγμα... Το σπίτι δόθηκε με τα υπάρχοντα είδη; Κι αν υπήρχαν φωτογραφίες της γιαγιάς Πολυάνθης και της νονάς Ρεγγίνας; Αν υπήρχε κάποιο αντικείμενο με μεγάλη συναισθηματική αξία;  Μια φωτογραφία του θείου Μεμά, το άλπουμ  των οικογενειακών φωτογραφιών, ένα ξεχωριστό κέντημα,το σπιτάκι που έδειχνε τον καιρό με το τυρολέζικο ζευγάρι να βγαίνει εναλλάξ πότε ο άντρας, πότε η γυναίκα, ανάλογα με το αν θα είχε ήλιο ή βροχή; Πράγματα απλά, αλλα φορτισμένα με συναισθηματική αξία... Κρίμα..Αυτό η Αθηνά δεν θα έπρεπε να το διαχειριστεί έτσι... Τώρα, άσ' τα... Ό,τι έγινε έγινε... Ήταν κάτι όμως που στεναχώρησε πολύ την Πολυάνθη...Πάνω όμως σε καταστάσεις που δεν μπορείς ν'αλλάξεις, δεν ωφελεί να μένεις, γι' αυτό και η Πολυάνθη δεν το ξανασυζήτησε.

                           Κάποια μέρα καλοκαιριού, είχε ένα τηλέφωνο από γνωστή της που παραθέριζε στην Κεφαλονιά: ''Δεν θα πιστέψεις αυτό που έχω να σου πω! Αυτός που αγόρασε τα σπίτια του θείου σου του Ιακωβάτου, ξέρεις τι έκανε; Δεν το χωράει ο νους σου!!''   ''Δηλαδή; Τι έγινε κορίτσι μου;''  ''Άκου!!! Έβγαλε στο πεζοδρόμιο όσα έπιπλα δεν του έκαναν και όποιος ήθελε, περνούσε και έπαιρνε εκείνο που του άρεσε!! Το διανοείσαι;;; Βγήκε το Ιακωβατέ'ι'κο στο πεζοδρόμιο!!! Άκουσον. άκουσον!!!''     Η Πολυάνθη κέρωσε... Αχ, γιαγιά Αικατερίνη  με τις σοφίες σου... Τι συνήθιζε να λέει η γιαγιά απ' την μεριά της μάνας της;  '' ''Η μοίρα είναι ρόδα που γυρίζει... Σήμερα εγώ, αύριο εσύ... ''    Κι αμέσως στο μυαλό της ήρθε μια άλλη σκηνή, πολλά χρόνια πίσω... Την Κάτε αυστηρή να επιβλέπει μήπως και μείνει τίποτε  '' στον χώρο της ''  και την νεαρή τότε μάνα της την Αλίκη, να πετάει στο πεζοδρόμιο  με σπαραγμό ψυχής, το μεγαλύτερο μέρος του νοικοκυριού της, μέσα από το γιαπί του θείου του Μεμά όπου τα είχε καταχωνιάσει... Γιατί; Επειδή, λέει, τους έπιαναν τον χώρο που, έτσι κι αλλιώς, δεν τον χρησιμοποιούσαν... Σκληρότητα... Μεγάλη, και μάλιστα σε μια γυναίκα μοναχή που είχε χάσει τα πάντα...Κι η Πολυάνθη ανατρίχιασε... Με το πώς τα φέρνει η μοίρα καμιά φορά... ''Σήμερα εγώ, αύριο εσύ... Γι' αυτό μην ειρωνεύεσαι, ούτε να κάνεις το κακό... Κάνε το καλό και το σύμπαν θα σε ανταμείψει...''    Και φυσικά δεν εύχεσαι το κακό σε κανέναν... Όμως κάπου πρέπει να υπάρχει η άτεγκτη, αλλά πάντα σοφή,  Θεία Δίκη...

                          Το κτήριο μεταμορφώθηκε εντελώς. Το άλλοτε  ψηλό, μουντό σπίτι, σήμερα χαμογελά  φρεσκοβαμμένο σε απαλή απόχρωση του γκρι-σιέλ, με τις μπαλκονόπορτες του ανοιχτές να μπαίνει το ζωογόνο θαλασσινό αεράκι  του Ιονίου και ο φιλικός ήλιος με τις παιχνιδιάρικες, χρυσές ηλια χτίδες του... Το εσωτερικό έγινε αγνώριστο με ωραία τραπεζομάντηλα για το εστιατόριο και χαρούμενο φωτισμό για το μπαρ... Εκεί που άλλοτε δεν ακουγόταν μιλιά  ή μόνον υστερικοί μονόλογοι, τώρα ένα μελίσσι από χαρωπές φωνές απλώνεται μέσα στα όμορφα διακοσμημένα δωμάτια. Οι γελαστές φωνές των πελατών σμίγουν με τις φωνές του εξυπηρετικότατου προσωπικού και ένα αδιάκοπο πήγαιν' έλα δίνει ζωή και μια πολύχρωμη νότα αισιοδοξίας σε όλον τον χώρο.Ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, γίνεται το αδιαχώρητο... Κανείς δεν μιλάει πια για όσα θλιβερά είχαν λάβει κάποτε χώρα εκεί... Ίσως κάποιοι από τους παλιούς να τα κουβεντιάζουν αριά και πού σε κανένα παγκάκι ατενίζοντας την θάλασσα, έτσι για να περάσει η ώρα... Εξ άλλου ο πανδαμάτωρ χρόνος όλα τα αποχρωματίζει στο διάβα του και κάτι που παλιά είχε αναστατώσει μια μικρή κοινωνία, τώρα έμενε αποδυναμωμένο από την προτέρα του ένταση. Τι λένε; Ο χρόνος είναι μέγας γιατρός και σιγά-σιγά σβήνει από το μυαλό την ένταση και σοβαρότητα των γεγονότων... Εδώ ένας πόλεμος κι ένας εμφύλιος ξαναζεί μόνο μέσα από τα βιβλία και θα θυμόντουσαν για πολύ την μοίρα του Ιακωβατέ'ι'κου σογιού; Οι στενοί συγγενείς, σκορπισμένοι ανά την υφήλιο - Ελλάδα, Αμερική, Αφρική -  πιθανόν να τα συζητούσαν σε κάποιες συναντήσεις τους, αλλά μετά επέστρεφαν στις καθημερινές ασχολίες τους και τα τωρινά ζητήματα που αναδείκνυε η ζωή...
                         
                          Η όμορφη Σάμη, άστραφτε κάτω από το ολόγιομο φεγγάρι... Βαρκούλες στολισμένες με φωτάκια έπλεαν στον ατάραχο καθρέφτη της θάλασσας που αντιφέγγιζε όλα τα φώτα της παραλίας.  Τ' αστέρια ψηλά, άστραφταν πάνω στον βελουδένιο νυχτερινό μανδύα  της ευωδιαστής από τα γιασεμιά και τ'αγιοκλήματα νυχτιάς. Η θεά  Άρτεμις, έβγαλε από την φαρέτρα της ένα βέλος, το έβαλε στο τόξο της και σκόρπισε απλόχερα τ'ασήμια της σελήνης σε όλο το λιμάνι. Καντάδες και βαρκαρόλες ακούγονταν από τον χρυσό κολιέ  που σχημάτιζαν τα μικρά πλεούμενα, απλωμένον στα μαβιά νερά, ενώ κιθάρες και ακορνεόν μάγευαν τ'αυτιά των ανθρώπων οι οποίοι ξεκουράζονταν έχοντας το δροσερό μα'ι'στράλι να χα'ι'δεύει απαλά τα μαλλιά τους...Φίσκα από κόσμο τα ζαχαροπλαστεία, τα εστιατόρια, οι πιτσαρίες!! Μα  είναι τόσο ωραία η Σάμη!!! Συνδυάζει βουνό και θάλασσα! Εξαίσιος συνδυασμός!!!Μαγευτικός!!! Να, κι άλλο ξένο γιωτ δένει στο λιμάνι!! Ζευγάρια και παρέες βολτάρουν στον παραθαλάσσιο δρόμο ή τρώνε το γλυκό τους σε τραπεζάκια δίπλα στο κύμα... Πουθενά το μαγαζί του Κωστάκη...  Πουθενά το δυνατό, κελαρυστό γέλιο της εξαδέλφης του Άννας...Ανάμεσα στους περιπατητές θα βρεις σίγουρα την Τζούλια που έρχεται κάθε καλοκαίρι στο παλατάκι της,ακριβώς πάνω στο κύμα... Φέτος στην Σάμη πήγε η μικρότερη κόρη της Πολυάνθης, η Αλίσια, με την οικογένειά της και την οικογένεια της Χαρούλας, της αγαπημένης φίλης και συμμαθήτριάς της... Μαγεύτηκε απ' το νησί... Πιθανότατα μέσα στον Αύγουστο να έρθει και η πρώτη της κόρη, η Ελπίδα, με την δική της οικογένεια...
                          Τα χρόνια πέρασαν...Οι παλιοί έμειναν πίσω... Ο κόσμος, έτσι και η Σάμη, προχωράει μπροστά  και φτιάχνουν ένα καλύτερο μέλλον... Και τα φαντάσματα του παρελθόντος - ξανθά κορίτσια που δεν είπαν να μεγαλώσουν ποτέ, ξεχασμένα, ίσως να πετούν πάνω από το λευκό κότερο που τώρα μπαίνει στο λιμάνι ή να παίζουν κρυφτό με τις πολύχρωμες κουρτίνες που τις φουσκώνει ο ζέφυρος, στην μπαλκονόπορτα ενός καλαίσθητου εστιατορίου που στολίζει με την χαρωπή του όψη, τον κεντρικότατο παραλιακό δρόμο, πάνω στον οποίον είναι χτισμένο.....

10ο] ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΓΑΛΗΝΗ

                    Οι μέρες που ήρθαν, κύλησαν λες και ήταν το γεγονός ενός προαναγγελθέντος  και αναμενόμενου αύριου...Τίποτε δεν πήγαινε καλά για την Άννα. Η ζωή της διαγραφόταν επαναλαμβανόμενη και πανομοιότυπη διαρκώς, λες και η μία μέρα έβγαινε σε καρμπόν με την άλλη και την άλλη και την άλλη... Έπαψε να έχει ενδιαφέρον για το οτιδήποτε. Όσοι της ήταν πιο κοντά, απορούσαν που δεν ξανακάλεσε κανέναν έστω και για κείνα τα λιγοστά ψώνια που παράγγελνε τελευταία...''Θα πάθει τίποτε από την αφαγία... Δεν πας βρε Σταύρο να της χτυπήσεις την πόρτα; Αλλά να επιμένεις, γιατί δεν ανοίγει με το πρώτο... Χτύπα της συνεχώς''.  Σε λίγες μέρες η Άννα αρρώστησε και την πήγαν στο Νοσοκομείο του Αργοστολίου... Τελείως εξαντλημένος ο οργανισμός της... Την κράτησαν κάποιες μέρες μέσα και μετά την έστειλαν στο σπίτι της... Ένιωθε τόση εξάντληση.. Να πέσει στο κρεβάτι της... Μόνο αυτό επιθυμούσε... Να πέσει και να μην σκέφτεται τίποτε... Ούτε ήθελε να κάνει τίποτε... Λίγον ελληνικό καφέ που αποζήτησε, δεν είχε την αντοχή να σηκωθεί και να πάει να τον φτιάξει...Έμεινε ξαπλωμένη στο νεανικό και αμόλυντο κρεβάτι της, κοιτάζοντας χωρίς να βλέπει τον καθρέφτη της χαριτωμένης τουαλέτας της, απέναντι... Οι δυο μικρές κούκλες με τις τοπικές παραδοσιακές κερκυρα'ι'κές στολές, την κοιτούσαν χαμογελαστά και πάνω στον καθρέφτη στερεωμένες, την ατένιζαν  δύο φωτογραφίες: Η μία της Αλίκης Βουγιουκλάκης από  ''ΤΟ ΞΥΛΟ ΒΓΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ'' και η άλλη της Τζένης Καρέζης από το ''ΛΑΤΕΡΝΑ  ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΙΟΤΙΜΟ ''. 
                             Ωραίες εποχές... Κάποτε έμοιαζε κι αυτή με την Βουγιουκλάκη... Τώρα δεν μπορεί να σύρει τα πόδια της, όχι να  φρεσκαρισθεί, να καλλωπισθεί, να ντυθεί όμορφα όπως παλιά και να πάει σ' ένα εστιατόριο... Οι δυνάμεις της την είχαν εγκαταλείψει... Δεν την είχε όμως εγκαταλείψει η ιδέα του γάμου... Μια ολόκληρη ζωή περίμενε τον Εκλεκτό... Πόσο ακόμα θ'αργούσε να εμφανισθεί;...Α! Και τώρα που το θυμήθηκε... Σε μια μικρή κουβέντα  που είχε με τον γιατρό του νοσοκομείου, όταν η συζήτησε οδήγησε σε κάποιο ευχάριστο σημείο και η Άννα του είπε  ότι  δεν πίστευε πως θ'αργούσε να παντρευτεί, ο γιατρός την είχε κοιτάξει κάπως περίεργα... Έδειχνε μάλλον ξαφνιασμένος, λες και δεν περίμενε ν' ακούσει κάτι τέτοιο... Ίσως πάλι να ήταν η ιδέα της... Και γιατί παρακαλώ να έδειχνε έκπληκτος; Αυτή δεν θα το έβαζε κάτω... Να, αύριο- μεθαύριο, θα ένιωθε καλύτερα, θα σηκωνόταν, θα στολιζόταν και θα πήγαινε για ψώνια στο Αργοστόλι. Θα έπαιρνε ό,τι λαχταρούσε η καρδιά της...Για να μη σου πω ότι θα έβαφε και τα μαλλιά της!! Αρκετό καιρό είχε εγκαταλείψει τον εαυτό της... Καιρός ήταν να ανακάμψει!! Χαμογελώντας έγειρε το κεφάλι και αποκοιμήθηκε... Τα φάρμακα παρέμεναν ανέγγιχτα πάνω στο κομοδίνο της... Αν είχαν ζωή, θα της χαμογελούσαν σαρδώνια....  
                         
                        Άνοξε τα μάτια της κοντά οχτώ η ώρα το απόγευμα... Κοιμόταν από τις τρεις το μεσημέρι... Τι ύπνος κι αυτός... Πιστολιά να έπεφτε δίπλα της, δεν θα την άκουγε... Τόσο βαριά είχε κοιμηθεί... Περίμενε πως με τόσον ύπνο θα είχε αναλάβει δυνάμεις... Θα είχε ξεκουραστεί για τα καλά... Μα φαίνεται πως γελάστηκε... Της πήρε πέντε λεπτά για ν'ανακαθίσει και με σκυφτό κορμί σύρθηκε στην κουζίνα... Έφτιαξε τον καφέ που είχε επιθυμήσει...Τον ήπιε στο καλό το σαλόνι... Άνοιξε την τηλεόραση και προσπάθησε να συγκεντρωθεί σε κάποια εκπομπή... Πουθενά δεν εστίαζε το μυαλό της... Στο τέλος βαρέθηκε και την άφησε να παίζει μην προσέχοντας τίποτε, έτσι για να 'χει μια φωνή για συντροφιά...Το βράδυ με τα φώτα ολάνοιχτα, ξενύχτησε αναπολώντας περασμένα μεγαλεία που όμως μπερδευόντουσαν ενοχλητικά με πρόσφατες σκοτεινές ιστορίες... Τι όμορφη παράνυφος που ήταν στον γάμο της αδελφής της!! Και η νύφη ήρθε με πληγιασμένο πόδι... Ο...Όχι. Στάσου!! Το πληγιασμένο πόδι ήταν πολύ αργότερα!  Πώς τα μπέρδεψε έτσι;; Και τι όμορφο κοριτσάκι που γέννησε η Βενετία!! Η Λου'ί'ζα  πήρε το μυαλό του πατέρα της. Το καλοκαίρι που την έφεραν ήταν τεσσάρων χρονών....΄΄ΕΕΕ!!!! Στάσου!! Τι λέει; Αυτό έγινε πριν πολλά- πολλά χρόνια!! Σήμερα η Λου'ιζα είναι κοτζάμ κοπέλα, παντρεμένη,γυναίκα σωστή, με ένα τρισχαριτωμένο αγοράκι!! Θεέ μου!! Τι έπαθε και μπερδεύει έτσι τα γεγονότα;; Μπιτ μυαλό δεν της έμεινε πια στο κεφάλι της;
                     Ένας πανικός την κατάπιε απότομα... Πού βρισκόταν; Ένιωθε σαν να την είχαν πετάξει σ'ένα άγνωστο ερημικό μέρος... Κοίταζε δεξιά, κοίταζε αριστερά, προσπαθώντας να δει κάποιο γνωστό στοιχείο για να πιαστεί... Σε ποια χρονική στιγμή βρισκόταν;; Πανικοβλημένη, πετάχτηκε επάνω, παίρνοντας βαθιές ανάσες! Να!! Την ξανάπιασε αυτό που της στερούσε τον αέρα και δεν μπορούσε να ανασάνει κανονικά... Δεν έμπαινε αρκετό οξυγόνο στα πνευμόνια της... Έπρεπε να ανασάνει. Άρχισε να κόβει βόλτες, βρίζοντας την μοναξιά της και το πώς της τα είχε φέρει η ρημάδα η τύχη. Στην μπαλκονόπορτα ακούμπησε βαριά, παίρνοντας βαθιές ανάσες... Τι φρικτό πράγμα που είναι να μην ξέρεις έστω και προς στιγμή πού βρίσκεσαι... Νιώθεις την γη να χάνεται κάτω από τα πόδια σου... Σαν να βρίσκεσαι μόνος, όλα γύρω σου να έχουν σβήσει και συ να μην ξέρεις πού είσαι... Φριχτό συναίσθημα...Νιώθεις έρημος, απροστάτευτος,να κοιτάζεις με τρόμο ένα γυμνό, γκρίζο τοπίο... Μέχρι να ξαναγυρίσει η συνείδηση και να σε τοποθετήσει χρονικά και τοπικά, στο μέρος που ανήκεις, μέχρι να κάνει κλικ το μυαλό σου και να να γνωρίσεις τον χώρο σου και τον εαυτό σου...

                       Η Αννούλα είχε πολλά τέτοια περιστατικά καθημερινώς.... Μέρα με την ημέρα κατάπεφτε... Η κατάρρευσις είχε αρχίσει να συντελείται...Οι άνθρωποι που της έφερναν κάτι να φάει την είδαν ότι πλέον χρειαζόταν επί εικοσιτετραώρου βάσεως ιατρική παρακολούθηση... Η Άννα, ένιωθε τόσο εξαντλημένη που όταν της είπαν πως πρέπει να πάει στο Αργοστόλι, δεν έφερε καμία αντίρρηση... Την πήγαν στο Γηροκομείο Αργοστολίου. Κοίταζε αδιάφορα τα καινούρια πρόσωπα γύρω της... Ούτε μία γνωστή φυσιογνωμία.. Και όλοι γέροι... Τι δουλειά είχε αυτή μαζί με τόσες γριές;. Ευτυχώς που ήταν και οι νοσοκόμες κι έβλεπε ένα νεανικό πρόσωπο... Μόλις γινόταν καλά θα γύριζε σπίτι της.Στο ωραίο της σαλόνι, στα όμορφα πράγματά της...Άραγε το πράσινο φόρεμα θα της έκανε ή έπρεπε να το μεταποιήσει; Θα φορούσε και το ωραίο βραχιόλι της με τα κρεμαστά χρυσά μπρελόγκ... Αυτή τα είχε ζωγραφίσει και σύμφωνα με το σχέδιό της τα είχε φτιάξει ο χρυσοχόος... Τώρα που το σκεφτόταν είχε πάρα πολύ καιρό να το δει... Όπως και τα άλλα χρυσαφικά της ...Και τις χρυσές λίρες της... Τι να είχαν γίνει άραγε;Αυτά τα ερωτηματικά δεν εμφανίζονταν πρώτη φορά... Κι άλλοτε την είχαν απασχολήσει κι επειδή δεν εύρισκε απάντηση, άλλαζε ρότα το μυαλό της... Ο σκοτισμένος  νους της φταίει που δεν μπορεί να θυμηθεί; Γιατί μπερδεύονται έτσι οι σκέψεις της; Α,  να η κυρία που φέρνει τα χάπια!  ''Μπορείτε να πείτε στον γιατρό ότι πονάω;''  ''Πονάτε κυρία Άννα; Πού ακριβώς;''  ''Εδώ, χαμηλά'' ''Μην ανησυχείτε, θα το πω αμέσως στον γιατρό... Θα περάσει να σας δει. Πότε άρχισε ο πόνος; ''  ΄΄Πολλές μέρες τώρα...'' '' Και γιατί δεν μας το είπατε;''  ''Σας το είπα... Νομίζω...''   Ο γιατρός μετά τις κατάλληλες εξετάσεις, διέγνωσε βαρβάτη ουρολοίμωξη... Η Άννα υπεβλήθη στην πρέπουσα θεραπεία, μα ο οργανισμός της δεν ανταποκρίθηκε... Ήταν τόσο, μα τόσο ταλαιπωρημένη... Χάλια το ανοσοποιητικό της... Και από πάνω, καμία επιθυμία να παλέψει, ν' αγωνισθεί... Ο ψυχισμός της ένα ρετάλι και οι σωματικές αντοχές της μηδαμινές, ανύπαρκτες... Έσβησε σαν το κεράκι... Φύσηξε το αεράκι και σβήστηκε το φως της ζωής της.  Μιας ζωής που είχε ξεκινήσει μέσα στα χρώματα και στην ανεμελιά κι είχε μεταλλαχτεί σε μια βασανισμένη, τυραννισμένη  ζωή...
                       Την έθαψαν στην Σάμη, στο νεκροταφείο με την ωραιότερη θέα, στον οικογενειακό της τάφο..Την αδελφή της την είχαν θάψει στα Τουλιάτα. Έτσι δεν θα συνέχιζαν την γκρίνια τους και  στην άλλη διάσταση που βρέθηκαν....Στην εξώδιο ακολουθία, παρέστησαν ελάχιστα άτομα... Το άλλοτε όμορφο κορίτσι της Σάμης, το αποχαιρέτησαν το πολύ δέκα άνθρωποι...Έσβησε μόνη κι έρημη... Μία όμορφη ντάλια που άνθιζε πολύφυλλη, συναρπαστική και ο βοριάς τής έσπασε το πράσινο κοτσάνι και την έσυρε ανελέητα σε μονοπάτια δύσβατα, σκοτεινά, εκεί που φυτρώνουν μόνον βάτα κι άγριοι θάμνοι αγκαθωτοί... Εδώ πάνω όμως, στο ηλιόλουστο κοιμητήρι, η ψυχή της θα βρήκε σίγουρα την γαλήνη της.. Θα ξεκουράστηκε το ταλαιπωρημένο κορμί της και θα ησύχασε επιτέλους  η βασανισμένη καρδιά  της...Θα βρήκε την πολυπόθητη ηρεμία.... Και θα είχε για θέα πάντα, το απέραντο, ζαφειρένιο γαλάζιο της θάλασσας και το σμαραγδένιο πράσινο της κατάφυτης βουνοπλαγιάς...

   

Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

9ο] Η ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ

                    Η Πασχαλίνα γύριζε από την δουλειά της... Τι μέρα κι αυτή... Έβρεχε συνέχεια από το  πρωί... ''Όπως πάει, θα βρέχει όλη νύχτα... Μουλιάσαμε πια. Έκλεισε βιαστικά την ομπρέλα της, γιατί μια ριπή του ανέμου της την γύρισε ανάποδα. Παρ'ολίγο να την πάρει απ'τα χέρια της. Ευτυχώς που φορούσε αδιάβροχο.Ίσιωσε την κουκούλα και άνοιξε το βήμα της .Πήγαινε στο σπίτι της .Η βάρδια στο ζαχαροπλαστείο-καφενείο τους, είχε τελειώσει. Οικογενειακή επιχείρηση. Όλοι δούλευαν εκεί, γονείς, αδέρφια κι αυτή. Η μάνα έφτιαχνε καρυδόπιτες, αμυγδαλόπιτες, παντεσπάνι και από το Αργοστόλι ερχόντουσαν οι πάστες. Σέρβιραν και μεζεδάκια με ρομπόλα, έβγαζαν και εισιτήρια για το φέρυ- μποτ. Δραστήρια οικογένεια. Μπορεί να κουραζόντουσαν, αλλά οι κόποι τους πάντα αμείβονταν.Θα έφτιαχε κάτι γρήγορο, μια στραπατσάδα να πούμε, γιατί με την δουλειά δεν εύρισκε ώρα να φάει σαν άνθρωπος, μόνον τσιμπολογούσε πότε-πότε...

                      Επιτάχυνε το βήμα της, όταν το μάτι της είδε έναν μαύρο μπόγο στο πεζούλι του αγάλματος. Σακούλα ήταν; Έβρεχε και δεν μπορούσε να διακρίνει καλά, όταν ο μαύρος μπόγος κινήθηκε και γύρισε από την άλλη πλευρά. ''Μνήσθητί μου Κύριε!!! Άλλο και τούτο!! Λες να είναι άνθρωπος;'' Πλησίασε κοντά και έκπληκτη είδε λευκά μαλλιά να μουσκεύουν ένα πρόσωπο...''Κυρία; Τι κάνετε μες στην βροχή;;'' Το λευκό κεφάλι σηκώθηκε και μια υπόκοφη φωνή τραύλισε:  ΄΄Κρυώνω... Κρυώνω πολύ..'' Και τότε την αναγνώρισε... ''Κυρία Άννα;; Τι κάνετε μέσα σ' αυτόν τον χαμό;; Τι σας συνέβη; Είστε μούσκεμα!! Θα πάθετε καμιά πνευμονία.. Ελάτε να σας πάω στο σπίτι σας!!''' Η Άννα χωρίς να σηκώσει κεφάλι ψιθύρισε:  ''Όχι!! Όχι σπίτι μου!!!''   Η Πασχαλίνα την ρώτησε έλπληκτη:  ''Τι είπατε κυρία Άννα; Σας παρακαλώ μιλήστε πιο δυνατα,δεν κατάλαβα τι είπατε...''  Φώναζε, γιατί με τ'αστραπόβροντα δεν μπορούσε να συννενοηθεί κανονικά...Και δεν πίστευε στ'αυτιά της αυτό που είχε ξεστομίσει η Αννούλα...'' 'Οχι στο σπίτι μου... Πασχαλίνα εσύ είσαι; Πάμε στο δικό σου σπίτι;'' Τα 'χασε η κοπέλα.. Δεν γινόταν όμως και να αρχίσει διαλογική συζήτηση μεσα στο κατακλυσμό.. Και τουρτούριζε απ' το κρύο. Φύσαγε παγωμένος βοριάς. Χωρίς να το πολυσκεφτεί,βοήθησε την γυναίκα να σηκωθεί και άνοιξε πάλι την ομπρέλα της μπας και την προστατέψει  λιγάκι από το μπουρίνι..Την έπιασε αγκαζέ για να την στηρίξει και κούτσα -κούτσα, μές στην κοσμοχαλασιά, ου δυο γυναίκες μ'ενάντια το άνεμο που ξύριζε πραγματικά, έφτασν στο σπίτι της Πασχαλίνας.
                               Έβαλε την Άννα σε ένα δωμάτιο, της έδωσε ρούχα και πετσέτες και μέχρι να ετοιμαστεί, κρέμασε το αδιάβροχο,φόρεσε  μια ζεστή ζακέτα, παντόφλες κι 'εβαλε να φτιάξει  το φαγητό. Καθώς χτυπούσε τ' αυγά,  μπήκε στην κουζίνα η Άννα. ''Μπορεί να μην είναι στα μέτρα σου τα ρούχα κυρία Άννα, είναι όμως ζεστά. Έλα κοντά στην σόμπα. Αν δεν πουντιάσεις σήμερα, θα 'χεις τύχη βουνό... Να τριφτείς με οινόπνευμα προτού κοιμηθείς, μπας και γλυτώσεις το κρυολόγημα. Σου αρέσει η στραπατσάδα; Την τρως;  Σου φτιάχνω τσά'ι', να το πιεις να συνέλθεις.... Κάτσε να ρίξω τ'αυγά και θα στο σερβίρω...'' ''Ολα τα τρώω Πασχαλίνα μου. Ο Άγιος Γεράσιμος σ'έφερε να με βρεις. Χίλια ευχαριστώ είναι λίγα. Αχ...Ωραίο το τσά'ι'. Η σόμπα είναι αυτή που διαφημίζει η τηλεόραση;; Καλή φαίνεται. Βγάζει πολλή ζέστη...'' Το τρέμουλο της Αννούλας πέρασε κοντά στα μεσάνυχτα... Πόσο τυχερή ήταν που την βρήκε η Πασχαλίνα... Διαφορετικά τι θα 'χε απογίνει μες στον κατακλυσμό;

                         Η Παχαλίνα φέρθηκε υπέροχα στην Αννούλα. Την κράτησε στο σπίτι της σχεδόν μήνα. Τηλεφώνησε και στην Νανά για το τι θα γίνει, η οποία της τόνισε, ότι αφού ο ψυχίατρος είπε ότι μπορεί να μείνει σπίτι της, αυτή δεν μπορούσε να κάνει κάτι... Υπήρχαν πολλοί συγγενείς, αλλά κανένας τόσο κοντινός που να αναλάβει την ευθύνη να την βάλει σε ένα ίδρυμα, όπου τουλάχιστον θα φρόντιζαν την φαρμακευτική αγωγή της.. Μόνον η κόρη τής Βενετίας μπορεί να έπαιρνε μια τέτοια απόφαση, αλλά ήταν στην Αμερική και δεν προβλεπόταν να έρθει Ελλάδα. Οπότε η Άννα θα έπρεπε να ξαναγυρίσει πάλι στο σπίτι της... Έτσι κι έγινε. Μια μέρα η Πασχαλίνα ευγενικά είπε στην Αννούλα ότι χρειάζεται το δωμάτιο και πρέπει να επιστρέψει  σπίτι της. Αν ήθελε κάτι, μπορούσε να της τηλεφωνήσει και να της ζητήσει το οτιδήποτε... Έτσι η Άννα ξαναβρέθηκε στο σπιτικό της... Ο γάτος της είχε από καιρό πεθάνει.... Τον θυμόταν καθόλου ή μόνον όταν το μυαλό της ήταν καθαρό του κατέβαζε φα'ί';... Ποιος ξέρει. Μαρτυρική ζωή πέρασε το δύστυχο ζωάκι... Τουλάχιστον πέθανε για να μην υποφέρει πια....
                          Η Άννα το πήρε απόφαση ότι δεν μπορούσε να πάει σε κανένα άλλο σπίτι... Όλοι κάποια στιγμή ευγενικά της έδειχναν την πόρτα.. Άσε και που ήταν μεγάλη ευθύνη μην πάθει τίποτε στα χέρια τους...Λένε ότι τελικά η Άννα είχε παρανο'ι'κή σχιζοφρένεια, κάτι που αν το είχαν διαγνώσει ενωρίς και έπαιρνε συστηματικά τα φάρμακά της, θα μπορούσε να ζήσει ευπρεπώς... Όμως ο γιατρός του ψυχιατρείου της Τριπόλεως και ο δεύτερος που την είδε σπίτι της είχαν βγάλει, απ' ό,τι φαίνεται, λάθος διάγνωση. Ιδίως ο δεύτερος θα πρέπει να είχε παραπλανηθεί από την εξαίρετη συμπεριφορά που επέδειξε η Άννα...Το θέμα είναι ότι αυτή η γυναίκα πήγε άδικα. Επιστρέφοντας σπίτι της,μετά την Πασχαλίνα, άλλαξε τελείως συμπεριφορά. Εκεί που άλλοτε δεν άνοιγε παράθυρο για παράθυρο, τώρα τα είχε όλα τέντα, ανοιχτά, πρωί -βράδυ, βρέξει -χιονίσει... Και οι Σαμικοί έβλεπαν έκπληκτοι το άλλοτε κατάκλειστο σπίτι ολάνοιχτο... Έβρεχε και ο αέρας ανέμιζε τις κουρτίνες σαν παντιέρες; Ανοιχτό... Τουρτούριζες από το κρύο κι επέφταν κεραυνοί; Ανοιχτό...Είχε ήλιο; Ανοιχτό. Έσκαγε ο τζίτζικας από την ζέστη; Ανοιχτό...

                       Τι είχε αλλάξει; Απλά η Άννα δεν άντεχε πλέον το σκοτάδι και την μοναξιά... Αφήνοντας τα πάντα ανοιχτά, είχε την αίσθηση πως ερχόταν πιο κοντά στους ανθρώπους και δεν ήταν μόνη. Αν έκλεινε τα παντζούρια, φοβόταν ότι οι σκιές θα ερχόντουσαν απαιτητικές να αλώσουν το μυαλό της με μεγαλύτερη ορμή και κακία... Τώρα και τα βράδια, έχοντας όλα τα φώτα αναμμένα και τις μπαλκονόπορτες διάπλατες, θα το σκεφτόντουσαν δυο φορέ να ρθούν να την ενοχλήσουν. Για το πρωί δεν γεννάται ζήτημα... Ο ήλιος έδιωχνε κάθε σκιά μπαίνοντας με όλο το καυτερό του, ολόφωτο μεγαλείο στις κάμαρες μέσα. Κι αν τύχαινε να βρέξει ή έκανε παγωνιά, ντυνότανε γερά,κι  άφηνε το αγιάζι να μπει μέσα και να τρομάξει τις μορφές που σέρνονταν αθόρυβα πάνω στους τοίχους...
                               Ο κόσμος που τα έβλεπε αυτά, έλεγε πως η Ιακωβάτισσα θα πλευριτώσει σίγουρα κι ότι της έχει στρίψει για τα καλά... Τι μπορούσαν όμως να κάνουν ; Συζητιόταν ότι  πλέον έστελνε κάποιον για ψώνια αριά και πού και ότι διατρέφετο μόνον με γάλα και τις αγαπημένες της μπανάνες.Άλλοι έλεγαν πως σε όποιον της έκανε κάποια χάρη και την εξυπηρετούσε, αντί για χαρζηλίκι , του έδινε πολύτιμα πράγματα από το σπίτι της, μέχρι και κοσμήματα έλεγαν μερικοί...Αλήθεια, ψέματα, φουσκωμένες φήμες; Ποιος το ξέρει;Το θέμα ήταν πως η Αννούλα είχε πάρει την κάτω βόλτα...Η έλλειψη φαρμάκων, καθόρισε την κάθετη πτώση της πνευματικής της υγείας... Καημένη Άννα. Όταν ένιωθε πως δεν μπορούσε να ανασάνει, πήγαινε δίπλα στην μπαλκονόπορτα... Και καθώς φυσούσε ο αέρας την κουρτίνα σαν πανί ιστιοφόρου, το λεπτό ύφασμα την σκέπαζε ολόκληρη κι έμοιαζε με μια τεράστια πεταλούδα που αγωνιζόταν να βγει απ' το μεταξωτό, διάφανο, πάλευκο  κουκούλι της . Στην πραγματικότητα η Άννα είχε βυθιστεί μέσα σε ένα απόρθητο κουκούλι που της ρουφούσε την ζωή, κάθε μέρα που πέρναγε, όλο και πιο πολύ...Και τι κρίμα...Δεν θα μεταμορφωνόταν ποτέ σε ελεύθερη πεταλούδα, όσο κι αν προσπαθούσε να ξορκίσει το κακό... Η ξανθιά πεταλούδα είχε χαθεί κάπου στα περασμένα , ταραγμένα χρόνια, στην αρχή του δικού της δειλινού, του δικού της ηλιοβασιλέματος...

8ο] ΟΤΑΝ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΤΩΝΕΙ...

                     Όλα όσα είχαν συμβεί, κλωθογύριζαν στο μυαλό της Αννούλας σαν πύρινη σφαίρα... Σε όποιο δωμάτιο κι αν πήγαινε, έβλεπε τα φαντάσματα των δικών της. Την κάμαρα των γονιών της δεν την πλησίαζε... Η φιγούρα του πατέρα της σκυμμένου πάνω σε χαρτιά, η φιγουρα της μάνας της να την φωνάζει για κάποια δουλειά, στοίχειωναν τα μέρη του σπιτιού. Εκεί όμως που δεν μπορούσε να καθίσει στιγμή, ήταν το καθιστικό... Η μορφή της αδερφής της το είχε στοιχειώσει για τα καλά...Νόμιζε ότι άκουγε τις φωνές τους, και κάποιες φορές ένιωθε ένα ελαφρό αεράκι δίπλα της, σαν κάποιος να είχε διαβεί από μπροστά της...''Η φαντασία μου οργιάζει, ψιθύρισε ένα απόγευμα... Το ρεύμα που κάνουν τα ανοιχτά τζάμια είναι, κι εγώ νομίζω ότι κάποιος με ακουμπά... Θα μου στρίψει τελικά εδώ μέσα. Μόνο στο δωμάτιό μου και στο σαλόνι βρίσκω λίγη ησυχία... Μα να μην μπορώ να περάσω από το χωλ; Σύνελθε Αννούλα!! Θα σε ξανακλείσουν στο τρελάδικο!!''  Από την ώρα όμως που άρχιζε να νυχτώνει, ξεκινούσε το μαρτύριό της... Οι ίσκιοι πλήθαιναν, μεγάλωναν... Την κοιτούσαν απειλητικά λες κι ήθελαν να την καταπιούν...Οι σκέψεις ερχόντουσαν αμείλικτες και καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος του μυαλού της... Τα γεγονόταν μεγεθύνονταν κι ένιωθε σιγά-σιγά τον πανικό να έρχεται πορφυρός και απειλητικός... Και τότε ξεκινούσε τον μονόλογο και το ασταμάτητο περπάτημα... 
                        Στήριξη δεν είχε καμία, γιατί τα φάρμακά της τα είχε παραμελήσει ολοσχερώς...Κι η κατάθλιψη βρήκε προσοδοφόρο έδαφος και θέριεψε ανεξέλεγκτη... Ο ένας πανικός διαδεχόταν τον άλλον και η Άννα οχυρωνόταν πίσω από τις κλειστές πόρτες και τα παραθύρια. Το σπίτι την έδιωχνε... Της φώναζε με σειρικτή φωνή ''Φύγε μακριά!!! Φύγε!! Εδώ μέσα θα σε καταπιώ!!'' Αυτό ήθελε κι αυτή... Να φύγει... Μα πού να πάει; Μία-μία οι πόρτες που είχε κτυπήσει, έκλειναν ερμητικά... Βλέπεις, ο καθένας θέλει την ηρεμία του... Μ' αυτήν θα ασχολιόνταν; Δεν φτάνουν τα προβλήματα που είχε ο κάθε νοικοκύρης, θα έβαζε κι άλλο ένα στο τσερβέλο του; Οπότε, τι της έμενε να κάνει;; Συλλογιζόταν τη παλιά της ζωή και δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια της.. Κοιταζόταν στον καθρέφτη και απέστρεφε το βλέμμα της αμέσως... Δεν μπορούσε να βλέπει τα κατάλευκα μαλλιά της... Και το πρόσωπό της... Πού είναι η σφριγηλότητα που είχε άλλοτε; Σαν να είχαν κρεμάσει τα μάγουλα και τα μάτια της είχαν χάσει την σπιρτάδα τους... Επομένως, γιατί να καθρεφτίζεται; Για να στεναχωριέται περισσότερο; Η όμορφη ξανθιά εντυπωσιακή κοπέλα είχε χαθεί για πάντα. Είχε πάει να κατοικήσει σε μια σκοτεινή γωνιά της καρδιάς της Αννούλας, τρομαγμένη, κουλουριασμένη για όσα ανείπωτα γινόντουσαν στον άνθρωπο που είχε μεταμορφωθεί τώρα... Κι αυτήν την νεανική λαμπερή μορφή, η Άννα την φύλαγε σαν φυλαχτό στα κατάβαθα του είναι της, έτσι για να μην ξεχάσει ποια ήταν στην πραγματικότητα. Γιατί το σώμα της μορεί να είχε αλλάξει, όμως η ψυχή της έστω και λαβωμένη έμενε πάντα νέα,έστω κι αν περιτριγυριζόταν από τον φράκτη του φόβου...
                       Εκείνη την χειμωνιάτικη ημέρα έβρεχε από το πρωί. Η μελαγχολία σρογγυλοκάθισε στην καρδιά της Αννούλας... Όταν είναι ήλιος όλα τα βλέπεις διαφορετικά, πιο αισιόδοξα, ενώ με την συννεφιά τα ίδια προβλήματα μεγεθύνονται και σε αγχώνουν πολύ... Κάτι τέτοιο έγινε και με την Άννα... Όσο δυνάμωνε η βροχή, τόσο το σφίξιμο στο στήθος της γινόταν εντονότερο... Σε λίγο δεν θα μπορούσε ν'ανασάνει... Κυκλοφορούσε σαν την άδικη κατάρα μέσα στα δωμάτια. Στάθηκε πίσω από τις μπαλκονόπορτες τής μπροστινής βεράντας και κοίταζε από τις γρίλλιες την θυμωμένη βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς... ''Όταν αρχίσει να βρέχει στην Κεφαλονιά, ξεχνάει να σταματήσει'' ψιθύρισε, σφίγγοντας πάνω της την ζακέτα που φορούσε... Η σκέψη αυτή την τρόμαξε.. Τι θα έκανε αν κι αύριο συνεχιζόταν το μπουρίνι; Δεν θ' άντεχε μόνη της... Η εύθραυστη ψυχική της υγεία κλονίστηκε περισσότερο. ''Θεέ μου, τι θα κάμω;'' βόγγηξε νοερά.. Έξω η βροχή έδερνε αλύπητα τα δέντρα και τα κύματα της θάλασσας ερχόντουσα πανύψηλα, με μανία, σκάζοντας με δύναμη στην προβλήτα και φτάνοντας ίσα με τα παγκάκια, στον δρόμο επάνω... Οι κεραυνοί τράνταζαν το σύμπαν και οι αστραπές, όμοια με πύρινα φίδια, ξέσχιζαν τα μαύρα, βαριά σύννεφα... Η Αννούλα ανατρίχιασε σύγκορμη. Όχι τόσο από την ψύχρα, όσο από έναν αδιόρατο τρόμο που λεπτό με λεπτό, θέριευε, φούντωνε μέσα της... ''Σκοτείνιασε κι είναι μόλις τρεις το μεσημέρι... Ν' ανάψω τα φώτα.. Κοίτα μαυρίλα και κακό έξω... Ψυχή δεν περνά...Κι αυτός ο αέρας, πώς λυσσομανά... Θεέ μου!!! Ποπο!!! Κοίτα πως τινάζουν τα κύματα τις βάρκες!!! Λίγο ακόμα και θα τις πετάξουν στον γιαλό...'' Ο αέρας ούρλιαζε με μανία, δέρνοντας ανελέητα ό,τι εύρισκε μπροστά του, παρασέρνοντας κάθε τι που στεκόταν στο διάβα του...Ήταν μια άγρια χειμωνιάτικη μέρα, που η Κεφαλονιά την αντιμετώπιζε ατάραχη, γιατί γνώριζε καλά τον θυμό του χειμώνα και την μανία της νερένιας κόρης του, της βροχής...Η Άννα όμως δεν το άντεχε.
                     Κατά τις τέσσερις το απόγευμα, όλη  εκείνη η πλημμύρα άρχισε να κοπάζει. Σε λίγο σταμάτησε εντελώς.  '' Τώρα είναι ευκαιρία, που δεν βρέχει'' ψιθύρισε η Άννα. Ξαφνικά ενεργοποιήθηκε... Άρπαξε το παλτό της φόρεσε τα παπούτσια της και κατέβηκε τρέχοντας την σκάλα. Το είχε πάρει απόφαση. Τέτοια νύχτα μόνη της δεν θα περνούσε. Γιατί σίγουρα θα ξανάρχιζε να βρέχει. Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είδε μαύρα σύννεφα να έχουν σκεπάσει τις κορφές των γύρω βουνών... Η καρδιά της πήγε να σπάσει. Η βροχή θα ερχόταν πολύ σύντομα. Ήξερε πως όταν μαζεύονται πολλά μαύρα σύννεφα, φέρνει βροχή.. Το θέμα ήταν πού θα αποφάσιζε να πάει. Στάθηκε αναποφάσιστη στο πεζοδρόμιο κοιτώντας δεξιά- αριστερά.. Ένα-ένα όνομα που ερχόταν στο μυαλό της το απέρριπτε ασυζητητί.. Όχι. Όχι.. Οι συγκεκριμένοι δεν θα την δεχόντουσαν. Κι έπρεπε  να αποφασίσει γρήγορα, γιατί η μπόρα δεν θ' αργούσε να ξεσπάσει. Χωρίς να ξέρει γιατί σκεφτηκε να πάει δεξιά, προς το Λιμεναρχείο. Πίσω του ήταν το διώροφο της Τζούλιας, μόνον που ήταν κλεισμένο, γιατί ήταν χειμώνας και έρχονταν οικογενειακώς μόνον τα καλοκαίρια... ΄Α! Η Τζούλια!!Τι να κάνει τώρα στην Αθήνα!! Την πήρε προχθές τηλέφωνο και την άκουσε μια χαρά! Στην σκέψη της ξαδέλφης της χαμογέλασε τρυφερά.. Μόνον αυτήν έπαιρνε πλέον τηλέφωνο. Δεν μιλούσε με κανέναν άλλον.
                       
                         Κουράστηκε. Νόμισε ότι ένιωσε μια σταλαγματιά στο μέτωπό της... Παναγία μου! Λες ν'αρχιζε να βρέχει από τα τώρα;  Και κοίτα να δεις... Πάνω στην βιασύνη της ξέχασε να πάρει ομπρέλα!!! Έπρεπε να βιαστεί... Μούσκεμα θα γινόταν αν άρχιζε πάλι ο μεσημεριανός κατακλυσμός... Τρέκλισε από σαστιμάρα και φόβο... Να βιαστεί και να πάει πού;;; Και ξαφνικά άνοιξαν οι κρουνοί του ουρανού... Αυτό δεν ήταν νεροποντή... Οι καταρράκτες του Νιαγάρα ήταν. Άρχισε να τρέχει στον άδειο δρόμο σαν πληγωμένη ελαφίνα. Μέσα σε πέντε λεπτά είχε γίνει ολόκληρη μουσκίδι... Έτρεξε κάτω από ένα υπόστεγο, μα ο αέρας φύσαγε πλαγιαστά , όρμησε θρασύτατα κάτω απ'το στέγαστρο που δημιουργούσε το διώροφο και έλουσε την Άννα με το παγωμένο νερό της αδελφής του, βροχής. Όλα τα σπίτια κατά μήκος της παραλίας είναι διώροφα και η Άννα έτρεχε να προφυλαχτεί κάτω από τα μπαλκόνια τους. Άδικος όμως κόπος. Ο αέρας κι η βροχή την έβρισκαν όπου πήγαινε να φωλιάσει. Ο άνεμος μάλιστα ήταν τόσο μανιασμένος που θαρρούσες ότι θα συνέτριβε τα πλεούμενα πάνω στον μόλο. 

                         Το φως είχε χαθεί από ώρα.Και να μην έβρεχε θα είχε σκοτεινιάσει, μιας κι ήτανε χειμώνας. Η Άννα δεν ήξερε τι να κάνει. Ένιωθε τα ρούχα βαριά επάνω της και παγωμένα, έτσι που ήταν μούσκεμα ως το κόκαλο. Εξακολουθούσε να προχωράει μέσα στην θεομηνία και κάποια στιγμή, χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε να περπατά καταμεσίς του δρόμου...Τα σπίτια ερμητικά κλειστά..Αριστερά η θάλασσα μούγκριζε σαν μανιασμένο θηρίο που όρμούσε να καταπιεί την στεριά. Βαρκούλες χοροπηδούσαν πάνω στα αγριεμένα άλογα του Ποσειδώνα, τα αφρισμένα τεράστια κύματα που φωσφόριζαν από τις χρυσοπράσινες αστραπές που έσκιζαν το στερέωμα... Μαύρος ο ουρανός, σκοτεινός,ο αέρας έδερνε κατά ριπές   τον λιμενοβραχίονα, τα βουνά, τα δέντρα και χωρίς συναίσθημα τα λύγιζε για να υποκλιθούν στο πέρασμά του. Κι η βροχή μαστίγωνε αλύπητα την πλάση όλη με τέτοιο μένος λες και της ξεπλήρωνε μια παλιά ματωβαμμένη βεντέτα. Η Αννούλα, μέσα σε όλη αυτήν την νεροποντή, βάδιζε τρεκλίζοντας στην μέση του πλημμυρισμένου δρόμου. Το νερό είχε μπει στα παπούτσια της, έσταζε από τα μαλλιά της, από τα καταμουσκεμένα ρούχα της. Έτρεμε από το κρύο. Ήταν βρεγμένη ως το κόκαλο. Ο αέρας ανακάτωνε τα μαλλιά της σε ένα τρελό σχεδιασμό. Η βροχή έτσι που έπεφτε, την χαστούκιζε στο πρόσωπο κι ένιωθε το υγρό της μαστίγωμα να τσούζει το πρόσωπό της και χιλιάδες τσιμπήματα να τρυπούν τα μάγουλά της...Η φούστα της κολλούσε στα πόδια της εμποδίζοντάς την να βαδίσει και το παλτό το ένιωθε ασήκωτο στους ώμους της καθώς είχε ρουφήξει όλο το νερό και έχε γίνει τρεις φορές πιο βαρύ...Το οργισμένο φύσημα του αέρα την έσπρωχνε μια από δω, μια από κει κι αν την έβλεπε κανείς θα νόμιζε πως είναι μια σπασμένη μαριονέττα που την κινεί άσπλαχνα ο άνεμος και θα περίμενες μέσα στο ουρλιαχτό του ν' ακούσεις κι ένα μοχθηρό, σαρδώνιο, σατανικό γέλιο για το άσπλαχνο κατόρθωμά του...Κάποια στιγμή, η Άννα τελείως εξαντλημένη, είδε ότι είχε φτάσει στο ύψος του Λιμεναρχείου... Μπροστά της ορθωνόταν το άγαλμα ενός στρατηγού... Θεέ μου!! Ήταν τόσο κουρασμένη... Να κάτσει... Κάπου να καθίσει... Δεν την ένιαζε που έβρεχε... Να ξεκουραστεί... Αυτό ήθελε... Έκανε ξερικά  κουράγιο κι έφτασε στο άγαλμα. 
                           Άφησε τον εαυτό της να πέσει κυριολεκτικά σαν σακί στο πεζούλι που κύκλωνε τον χώρο του αγάλματος. Τα φώτα είχαν ανάψει στα γύρω σπίτια μιας κι είχε σκοτεινιάσει από ώρα για τα καλά.. Έριχναν τον  χλωμό τους φωτισμό στον μπροστινό τους δρόμο, σχίζοντας δειλά το πυκνό σκοτάδι. Η Άννα κουλουριάστηκε στην θέση της Δεν την ένοιαζε πια αν έβρεχε.. Ίσως και να μην είχε πλέον συνείδηση αυτού που βίωνε...Τα μαλλιά της-άσπρα βρεγμένα πλοκάμια- έκρυβαν το πρόσωπό της... Κι έκανε τόσο κρύο...Άρχισε να τρέμει... Η τρεματούρα ξεκίνησε με ρίγη από τους ώμους και το τρέμουλο εξαπλώθηκε μέχρι τις άκρες των ποδιών της. 'Εμοιαζε με μια καμπουριαστή σκιά με φόντο το μάρμαρο του στρατηγού ,μουσική υπόκρουση το μούγκρισμα της θάλασσας, ένα ανθρώπινο ρετάλι, έρμαιο στα στοιχειά της φύσης, ενώ πάνω της έπεφταν χείμαρροι τα ουράνια δάκρυα...Δεν έβλεπες γύρω ούτε ένα αδέσποτο σκυλάκι, ούτε μα αδέσποτη γατούλα. Όλα είχαν φροντίσει να προφυλαχτούν από την κοσμοχαλασιά. Το μόνο αδέσποτο μέσα σε όλη αυτήν την ακατάπαυστη καταιγίδα, ήταν ένα ανθρώπινο ον: Η Αννούλα Ιακωβάτου...

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

7ο] ΠΟΝΟΣ

                           Η Βασιλική βρήκε την Άννα να την περιμένει καθισμένη έξω στην αυλή.Μόλις της είπε τον λόγο της επισκέψεώς της,τής ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι... Νόμιζε ότι θα την έπιανε κόλπος...Αν έλεγε ''Όχι'' θα βρίσκονταν κάποιοι καλοθελητές που θα λέγανε: ''Άνθρωπος της εκκλησίας κι ένα καλό δεν μπορεί να κάνει; Και της έχει και υποχρέωση. Για ψωροδεκάρες πήρε το κτήμα. Και μετά σου λένε συγγγενείς...''  Τα 'ξερε αυτά η Βασιλική και δεν ήθελε να μπει στο στόμα των Σαμικών... ''Αχ,κυρία Αλίσια τι μου έκανες!!! Ορίστε τώρα!! Θα την φορτωθώ εγώ!! Μη σε βλαστημήσω εκεί πέρα που 'σαι...''. Έσφιξε τα δόντια και είπε το ''Ναι''. Την έβαλε σε ένα από τα δωμάτια που περίσσευαν στο σπιτικό της, γιατί κάποτε νοίκιαζε δωμάτια , της έβαλε να φάει κι έφυγε να πάει στις φιλενάδες της να τους ανακοινώσει το κακό που την βρήκε... ''Τι πάει να πει, ο γιατρός είπε να την πάρουμε και ότι η γυναίκα δεν χρειάζεται να μείνει πλέον στο ψυχιατρείο;Αφού δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της... Έλα εδώ κυρά μου να την φροντίζεις εσύ αν έχεις τα κότσια... Και μην μου τσαμπουνάς για Κοινωνική Μέριμνα και κουραφέξαλα.... Ούτε και να της βάλουμε γυναίκα... Αφού δεν θέλει κανέναν... Κοίτα τι μου ξημέρωσε της κατακαημένης...''   Άναψε και βρόντησε κι από κοντά σιγοντάρανε οι φιλενέδες...Δεν ήταν πάντα έτσι η Βασιλική...Σαν νέα ήταν μια όμορφη κοπέλα, που αγαπούσε πολύ τους δικούς της. Την παντρέψανε όμως μ' έναν άντρα που δεν αγάπησε ποτέ και μια ζωή πέρασε δουλεύοντας και προσφέροντας στην οικογένειά της.Έτρεχε πάνω κάτω κι η διασκέδασή της ήταν τα πρόσφορα και τα μνημόσυνα... Έτσι όμως μεγάλωσε και σπούδασε τα παιδιά της και τα προίκισε και με το παραπάνω. Τα χρόνια άλλαξαν τον χαρακτήρα, η προσωπική της ζωή την σκλήρυνε ,όπως σκλήρυνε και την γλώσσα.
                    Παρ' όλα αυτά, η εκκλησία-εκκλησία. Ίσως ούτε και η ίδια να μην καταλάβαινε τι σημαίνει πραγματικά το ''Αγαπάτε Αλλήλους''. Συγγενής του αντρός της ήταν η Αννούλα, αυτή τι έφταιγε να πληρώνει αμαρτίες αλλονών; Και κάπου εδώ χανόταν και το πνεύμα του προσφέρειν και του συμπονώ...Ποτέ δεν σκέφτηκε τα λόγια του ψυχιάτρου: ''Η γυναίκα πρέπει να γυρίσει σπίτι της. Να φροντίσει κάποιος την φαρμακευτική αγωγή της''... Ούτε σκέφτηκε αν έπρεπε η Αλίσια να ξενιτευτεί; '' Γιατί θεία; Συγγενείς για πρώτο χέρι βοηθείας υπήρχαν στην Σάμη... Δεν φτάνει η ταλαιπωρία που τράβηξε το κορίτσι και τα έξοδα που έκαμε;   ΄Αχ, βρε μάνα, γιατί να σε ακούσουμε; Ας έμενε στο τρελάδικο... Αλλά και πάλι, όταν την είδαμε και αφού μας μίλησε ο γιατρός, δεν μας έκανε καρδιά να μην την πάρουμε μαζί μας... Ξέρεις πόσο μας στοίχισε συνολικά το ταξίδι στην Κεφαλονιά; Και ψυχικά και οικονομικά... Αλλά δεν πειράζει... Εμείς κάναμε ό,τι έλεγε η συνείδησή μας... Άσε  τους άλλους να λένε... Όχι ότι δεν μας κόστισε... Ιδιαίτερα το πώς μας μίλησε η θειά...''  Τελικά, αν κάποιος ήθελε να βρίσει, έπρεπε να βρίσει την Πολυάνθη κι όχι τα παιδιά της...Κάτι που θεωρείς καλό, κάποιοι στο  γυρίζουν μπούμεραγκ... Εναντίον σου...Μήπως είχε δίκιο η Τζούλια και να την είχαν αφήσει στην Τρίπολη;;;Άγνωστο...

                        Και μία μέρα, η Βασιλική  είπε στην Αννούλα ότι πρέπει να φύγει γιατί είχε κάποιες υποχρεώσεις...Η Άννα με σφιγμένη την καρδιά γύρισε σπίτι της...Με το που μπήκε ένιωσε πάλι να πνίγεται... Δεν της έφτανε ο αέρας...Στάθηκε ώρες αμίλητη στο σαλόνι της κοιτάζοντας χωρίς να τους βλέπει τους κεντητούς με σταυροβελονιά πίνακες που είχε κεντήσει και καδράρει... Το φως του ήλιου έμπαινε λιανό από τα κλειστά παντζούρια και το αεράκι την δρόσιζε από τις ανοικτές τζαμόπορτες... Δεν ξέρει πόσες ώρες καθόταν ακίνητη σαν άγαλμα... Τι μέλει γενέσθαι; Άκου να της πουν να φύγει... Μα, δεν έκανε τίποτε... Καθόταν ήσυχη και παρατηρούσε...Πού θα πήγαινε λέει; Εκδρομή με τις κυρίες της ενορίας και τον παπά; Ε, και; Τι πείραζε... Θα την περίμενε να γυρίσει... Μα η ξαδέλφη δεν ήθελε και ο ξάδελφος τσιμουδιά... Τι θα έκανε από δω και μπρος; Θα γύριζε και θα χτύπαγε τις πόρτες να την φιλοξενήσουν, αυτή, η κόρη του Ιακωβάτου; Κάτι τέτοιο κατάντια δεν το λες; Και πώς θα δικαιολογιόταν; Αφού είχε σπιταρώνα, τι θα τους έλεγε; Πως φοβόταν να μείνει μόνη της; Την έπιασε απελπισία... Οι επόμενες μέρες κύλησαν πανομοιότυπες... Σουλάτσο το βράδυ μέσα στις κάμαρες και βραδινός μονόλογος που άλλοτε υψωνόταν κι έμπαινε στα διπλανά σπίτια κι άλλοτε σιγανός σαν ένα ακατάλληπτο παραμιλητό...
                           Ώσπου μια μέρα χτύπησε επίμονα και δυνατά το κουδούνι. Κατέβηκε δύσθυμη ν' ανοίξει... Μπροστά της στεκόταν ένας σοβαρός, ευγενικός κύριος, ένας Αστυνομικός και μια κυρία που κρατούσε έναν ντοσιέ. Από κεκτημένη κοκεταρία, η Άννα σήκωσε το χέρι και έστρωσε τα μαλλιά της. Της εξήγησαν ότι έπρεπε να της μιλήσουν και εάν συνεργάζετο, δεν θα την απασχολούσαν πολύ. Θες ο τόνος που ειπώθηκαν τα λόγια, θες οι ευγενικές αλλά αποφασιστικές φυσιογνωμίες, η Αννούλα κατάλαβε πως δεν την έπαιρνε να αρνηθεί. Χαμογελώντας ευγενικά τους συνόδεψε στην σκάλα και τους έμπασε στο καλό σαλόνι. Το μόνο παράφωνο ήταν τα κλειστά παντζούρια, ώρα 11 το πρωί, αλλά η Αννα άνοιξε όλα τα φώτα συν τον πολυέλαιο. Της εξήγησαν ότι συγγενείς και φίλοι είχαν ζητήσει την γνωμάτευση εμπειρογνώμονος ψυχιάτρου, για την δική της και μόνον ασφάλεια,εφ' όσον έμενε και μόνη της .Ήθελαν να διαπιστώσουν την πνευματική της κατάσταση και αν θα ήτο καλόν δια την ιδία να μένει μόνη της ή να υπάρχει η αναγκαιότητα μίας ειδικευμένης παρουσίας στο πλευρό της. Ο ευγενικός και συμπαθητικός κύριος που ήταν ο ψυχίατρος, άρχισε τις ερωτήσεις Η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα και η κυρία με το ντοσιέ, όλο κάτι σημείωνε. Ο Αστυνομικός δεν έβγαλε κιχ.Η Άννα θυμήθηκε τον παλιό, καλό εαυτό της... Μέχρι και αν θέλουν να τους τρατάρει, ρώτησε... Στάθηκε μια ευγενέστατη, χαριτωμένη οικοδέσποινα. Απαντούσε σε ό,τι την ρωτούσαν με ευγένεια και καθαρότητα λόγου. Βέβαια η μελαγχολία έγινε αντιληπτή, αλλά ως εδώ... Όταν τελείωσαν η Άννα τους ξεπροβόδισε ωσάν σωστή κυρία, που ήταν εξ άλλου και ομολόγησε κλείνοντας απαλά την πόρτα ότι είχε ευχαριστηθεί την συζήτηση... Και πόσο τζέντλεμαν ο γιατρός!! Στην ψυχή της μπήκε... Σε λίγες ημέρες οι ενδιαφερόμενοι ένθεν κι ένθεν συγγενείς πήραν την απάντηση του ψυχιάτρου, όστις απεφάνθη ότι η δεσποινίς Αννούλα Ιακωβάτου ήτο ψυχικώς υγιής, εκτός από μία κατάθλιψη, η οποία θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή...

                     Για πολλές μέρες, κάποια στόματα έκλεισαν... Ποιος θα επέβλεπε όμως αν έπαιρνε τα φάρμακα; Η προχωρημένη κατάθλιψη είναι ασθένεια με απρόβλεπτες και πολύ σοβαρές επιπτώσεις. Δεν μπορούσαν να κάνουν όμως τίποτε άλλο... Ό,τι έπρεπε να γίνει και επιστημονικά, έγινε. Τώρα πια έμενε στην μοίρα της... Αυτοί είχαν πράξει τα δέοντα... Από δω και πέρα, ας έβαζε και ο Θεός το χέρι του... Η Κοινωνική Λειτουργός πέρασε από το σπίτι της Άννας, για να δει πρώτα-πρώτα πώς πάει η ασθενής και αν παίρνει τα φάρμακά της.. Πήγε κι άλλη μια φορά. Ήταν η τελευταία. Η Άννα δεν ξανάνοιξε ούτε σε αυτήν, αλλά ούτε και σε κανέναν άλλον. Η Πολυάνθη την έπαιρνε τηλέφωνο και την άκουσε να της παραπονιέται πως κάποιοι της κάνουν τηλεφωνικές φάρσες... Τι κρίμα... Όταν δεν συμπονάς τον συνάνθρωπό σου και δη τον ταλαιπωρημένον, δεν μπορείς να λέγεσαι άνθρωπος. Είσαι υπάνθρωπος... Τηλεφωνούσε στην Άννα όμως και η ξαδέλφη τους η Πηγή. Κι όταν πήγε στην Σάμη, κτύπησε στην Άννα. Άνοιξε το παραθυράκι της εξώπορτας . Την χαιρέτησε χαμογελαστή, την ρώτησε τι κάνει, αλλά είχε κόσμο πάνω και θα τα έλεγαν μιαν άλλη φορά. Η Πηγή κατάλαβε... Ξαναπέρασε, αλλά δεν αποκρίθηκε κανείς. Από το τηλέφωνο κάλεσε την Άννα να πάει στην Πάτρα και να την φιλοξενήσει σπίτι της. Μάλιστα αν πήγαινε την Αποκριά, θα περνούσαν αξέχαστα στο Πατρινό Καρναβάλι. Η Αννούλα της είπε ''Ναι'', αλλά δεν πήγε... Όσες φορές και αν την κάλεσε η Πηγή σπίτι της, η Αννούλα αρνιόταν.''Πολυάνθη φοβάμαι... Τι θα γίνει η Άννα; Πόσο θ'αντέξει κλεισμένη σε κείνο το σπίτι;'' της είπε στο τηλέφωνο.  ''Κι εγώ φοβάμαι , Πηγή μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι....Ο ψυχίατρος την βρήκε ψυχικά υγιή...Δεν είναι όμως στην σφαίρα του ψυχολογικού και η κατάθλιψη;''  ΄΄Συζητούσαν οι δυο ξαδέλφες για το θέμα της Άννας και άκρη δεν έβρισκαν... Από την μια οι περισσότεροι έχουν κατάθλιψη, από την άλλη σε τι βαθμό κατάθλιψης μπορούσες να  κατατάξεις  την Άννα;  Και μια μέρα η Πολυάνθη είχε ένα απρόσμενο τηλεφώνημα...
                        Την πήρε μια συμπαθέστατη συμπατριώτισσά της .Νεαρή στην ηλικία και κόρη πολύ αγαπητής οικογένειας. Την μητέρα της, τον πατέρα της, τ'αδέρφια της και την ίδια, τους εκτιμούσαν πολύ για την εργατικότητά τους, οι γονείς της Πολυάνθης και της Αντζέλας. ''Άκου Πολυάνθη... Θέλω να σου πω κάτι που συνέβη... Όταν η Αννούλα ήταν στο ψυχιατρείο, η Αστυνομία είχε σφραγίσει όλο το σπίτι, το ξέρεις Δεν μπορούσε λοιπόν να μπει κανείς μέσα... Ένα βράδυ λοπόν, γυρίζοντας σπίτι μου, είδα ένα φως στο δωμάτιο της γωνίας. Τα έχασα... Παρακολούθησα και είδα το φως να κινείται στο διπλανό δωμάτιο. Σιγουρεύτηκα... Κάποιος ήταν μέσα. Είχε μπει κρυφά... Πώς όμως μπήκε; Την άλλη ημέρα πήγα κι έκανα καταγγελία στην Αστυνομία. Μου είπαν πως θα το ερευνήσουν το θέμα. Πέρασε όμως τόσος καιρός και δεν έχω λάβει απάντηση καμία...''   ''Ω, Θεέ μου!! Θα μπήκαν να κλέψουν!! Η Αννούλα είχε και λεφτά, αλλά και πολλά χρυσαφικά!!''    ''Ποια χρυσαφικά; Το βράδυ που βρήκαν την νεκρή, είπαν ότι δεν υπήρχε τίποτε αξίας μέσα στο σπίτι!!''   ''Τι λες κορίτσι μου; Η ίδια η Αννούλα μου είχε δείξει τα χρυσαφικά της!!! Τα είδα ιδίοις όμμασι! Κι ήταν πολλά καλή μου, αξίας κομμάτια, βαριά και ξεχωριστά!! Δεν μπορεί να εξα'υ'λώθηκαν! Κάποιο χέρι τ' άρπαξε!! Και από χρήματα μηδέν;; Είχε και λίρες χρυσές!!''   ''Τίποτα δεν βρέθηκε Πολυάνθη... Τ ί π ο τ α!!!Εγώ έκαμα αυτό που μου υπαγόρευσε  η συνείδησή μου. . Την Αννούλα λυπάμαι.. Έχει τραβήξει τόσα αυτό το κορίτσι. Και ακούω ότι έχει απομονωθεί τελείως... Δεν πάει καλά... Την γδύσανε την γυναίκα... Ο Θεός να την φυλάει...''   
                     Η Πολυάνθη ευχαρίστησε την κοπέλα και σκέφτηκε πόσο καλό πλάσμα είναι. Σκέφτηκε και πόσο επικίνδυνο πλάσμα είναι ο άνθρωπος ... Ενώ μπορεί να γίνει υπερήφανος αετός και να πετά ψηλά προς τον ήλιο, προτιμά κατά 80 τοις εκατό να σέρνεται σαν σιχαμερό ερπετό και να συμπεριφέρεται σαν πτωματοφάγος ύαινα ακόμα και πάνω από γνωστούς του συνανθρώπους...Κάποιοι, μέσα από την απίστευτη τραγωδία των αδελφών Ιακωβάτου, με την μία νεκρή και την άλλη να τρέμει στο πεζοδρόμιο καθώς την έπαιρναν για το ψυχιατρείο, βρήκαν την ευκαιρία ν' απλώσουν το ρυπαρό τους χέρι και να κλέψουν, ν' αρπάξουν... Και όχι... Δεν είναι σαν τις άλλες κλεψιές... Είτε πραγματοποιήθηκε την ώρα της τραγωδίας είτε αργότερα, όταν το δράμα βρισκόταν σε εξέλιξη, είναι εκατονταπλάσια πιο αποτρόπαια πράξη, γιατί ενώ ακόμα μυρίζει θάνατος και το βάσανο κάποιου πλανάται,εσύ σέρνεσαι και αρπάζεις προς ιδίον όφελος, ξένα τιμαλφή από ανθρώπους που μέχρι χτες τους έλεγες καλημέρα, τους έμπαζες στο σπίτι σου, τους έδινες μια μερίδα φαγητό, γελοιοποιώντας έτσι την εμπιστοσύνη που σου είχαν δείξει.. Ντροπή σου...Δείγμα βδελυρό  ανθρώπου... Που το παίζεις άνετα πολιτισμένος... Υπάνθρωπε...

6ο] ΜΑΝΙΑ ΚΑΤΑΔΙΩΞΗΣ

                      Η Άννα άνοιξε τα μάτια της. Αμέσως ένιωσε  ένα απέραντο κενό μέσα της...Έτριψε το χέρι της που είχε μουδιάσει και πονούσε. Της πήρε πέντε λεπτά μέχρι να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν.. Α... Στο σπίτι της.. Επιτέλους. Σηκώθηκε αργά, στρώνοντας με το χέρι της την τσαλακωμένη από τον ύπνο φούστα της... Πόσο καιρό είχε να την αλλάξει; Δεν θυμόταν... Τι σημασία είχε... Βολεύτηκε με δαύτην...Σέρνοντας τις παντόφλες της, πήγε στην κουζίνα και έφτιαξε γάλα.. Το έβαλε στον δίσκο μαζί με μία φέτα ψωμί... Της άρεσε να το κόβει μπουκιές και να τις ρίχνει στο γευστικό υγρό, ψαρεύοντάς τες με το κουτάλι.. Κάθισε στο περιβόητο καθιστικό. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα που έβγαζε ακριβώς στην βεράντα του σπιτιού του συχωρεμένου θείου Μεμά, μιας κι ήταν κτισμένο τσίμα-τσίμα με το δικό τους. Η σκεπή του, έφτανε στο ύψος του δικού τους δεύτερου ορόφου.... Το άρωμα από το ψηλό φουντωτό γιασεμί της γειτόνισσας που τους χώριζε μόνον ένας τοίχος, πλημμύρισε την ατμόσφαιρα και μπήκε ευρπόσδεκτα και στον δικό της χώρο... Ανάσανε βαθιά. Καθώς έτρωγε, προσπαθούσε να θυμηθεί πώς έπεσε για ύπνο... Και κείνα τα όνειρα, την αποσυντόνιζαν... Μακάρι να γινόταν να μην κοιμόταν ποτέ... Την βασάνιζαν οι σκέψεις όλη μέρα, ερχόντουσαν και το βράδυ μπερδεμένες σε περίεργους συνδυασμούς και την αποτελείωναν. Ούτε στον ύπνο της δεν μπορούσε να βρει λίγη γαλήνη... Γι'αυτό και ξύπναγε κουρασμένη το πρωί.. Ένα ψυχικό ράκος.Να, όπως χτες την νύχτα...Ονειρεύτηκε πως πονούσε το δικό της πόδι και πως η  Βενετία άνοιξε την πόρτα σε κάτι ανθρώπους που την πήραν σηκωτή και την πέταξαν  σ' ένα στενό δωμάτιο με μαύρους μπογιατισμένους τοίχους Το μόνο φως που υπήρχε, ήταν μια λεπτή αχτίδα ήλιου που έμπαινε από κάποιο γδάρσιμο στο βαμμένο κι αυτό με μαύρο χρώμα παραθύρι. Έκλαιγε, φώναζε να την βγάλουν από κει, αλλά κανείς δεν την άκουγε. Κάτι της φάνηκε πως κινήθηκε μες στο σοτάδι κι έβαλε πάλι τις φωνές... Και τώρα πονούσε και το χέρι της...Θεέ μου πώς πονούσε... Ξύπνησε αλαφιασμένη και κατάλαβε ότι στον ύπνο της είχε πλακώσει το δεξί της χέρι που είχε μουδιάσει ολόκληρο. Προσπάθησε να εξηγήσει το όνειρό της. Κάποια σημεία ήταν τόσο προφανή που καταδείκνυαν από μακριά το άγχος το οποίο την κατέτρωγε... Τώρα το κλάμα όλοι έλεγαν ότι προμηνύει κάτι καλό... Λες σήμερα να της συνέβαινε κάτι ευχάριστο;; Είδε πάνω στο τραπέζι κάποια φάρμακά της και τα πήρε. Ο γιατρός τής είπε να τα παίρνει τακτικότατα, να μην τα διακόπτει και τα ξαναρχίζει, γιατί δεν θα κατάφερναν τίποτε και η θεραπεία της θα πήγαινε πίσω... Εύκολο όμως το 'χεις να τα θυμάται καθημερινώς;
                      Το βλέμμα της καρφώθηκε απέναντι, στον κενό χώρο που άφησε η καρέκλα που έλειπε... Αμέσως σκοτείνιασε... Να μην μπορεί να νιώσει άνετα ούτε μέσα στο ίδιο της το σπίτι; Ορίστε...Τραντάχθηκε πάλι ο νους της..Ωραία! Της κόπηκε τώρα κι η όρεξη.. Έσπρωξε την κούπα της παραπέρα... Αλλίμονο αν άρχιζε από το πρωί να θυμάται τα γεγονότα εκείνα που της μαύρισαν την καρδιά και της ταρακούνησαν τον νου... 

                 Σηκώθηκε όρθια.. Τούτο το μπαλκόνι έβλεπε στο πίσω μέρος. Πέρασε στην ταράτσα τού θείου της -ένα βήμα ήταν από το καθιστικό- μιας και από το δωμάτιο έβγαιναν κατευθείαν στην ίσια σκεπή του κολλητού μ' αυτούς οικήματος.Να είναι καλά ο θειος της... Το είχε γράψει στο όνομά της . Εν καιρώ, θα έβλεπε τι θα έκανε και μ'αυτό... Το τελευταίο οικόπεδο το είχε πουλήσει στην οικογένεια της Βασιλικής, η αλήθεια είναι σε πολύ χαμηλή τιμή. Ήθελε όμως τα χρήματα άμεσα. Με αυτά πορευόταν τον τελευταίο χρόνο και γι' αυτό δεν είχε ασχοληθεί με τις συντάξεις και τα τοιαύτα... Κοίταξε απέναντι... Τι όμορφη θέα!!! Αντίκρυζε το βουνό τους Άγιους Φανέντες πέρα ως πέρα και όλο τον δρόμο με τις γαζίες κατά μήκος του.Στην άκρη προς το λιμάνι, ήταν το σπίτι της Τζούλιας. Δίπλα ακριβώς στην θάλασσα, πίσω απ' το λιμεναρχείο. Προχτές την πήρε τηλέφωνο και την ρώτησε αν θα ερχόταν στην Κεφαλονιά... Ωραία θα ήταν να ερχόταν.. Περνούσε πολύ όμορφα  σπίτι της... Ανάσανε βαθιά φρέσκο αέρα και μπήκε μέσα. Όταν γύριζε  προς τον τοίχο, έβλεπε την Βενετία να την κοιτάζει μ'εκείνο το απλανές βλέμμα της, αρρωστημένα ακίνητη  και να σιγανογκρινιάζει εκνευριστικά για το πληγιασμένο πόδι της...Δεν άντεχε να την ακούει.. Πήρε τον δίσκο και πήγε στο δωμάτιό της. Τον άφησε αφηρημένα πάνω στο φυστικί κουβέρ-λι και κοίταξε την τουαλέττα της.    Πάνω στην γυάλινη επιφάνεια με τα προσωπικά της είδη μακιγιάζ  και τα μπιμπελό, βρισκόταν ανοιχτό το όμορφο κουτί που έβαζε τα κοσμήματά της...Πρόσεξε έκπληκτη ότι ήταν άδειο. Δυο-τρία μικρά δαχτυλίδια κοίτονταν στο βάθος του... '' Μα, πού πήγαν τα χρυσαφικά μου;;;Τι έγιναν; Τα έχω φυλάξει πουθενά και δεν το θυμάμαι; Εντάξει, χάρισα κάποια σε κείνη την κυρία... Τα άλλα όμως;'' Μήπως τα είχε καταχωνιάσει πουθενά και δεν το θυμόταν;Τελευταία ξέχναγε πολύ συχνά, αλλά τα χρυσαφικά της βρίσκονταν όλα εδώ όταν την έβαλαν στο ψυχιατρείο... Ψυχιατρείο.... Μόλις το σκέφτηκε, το μυαλό της έκανε ξανά μιαν επικίνδυνη τούμπα που θόλωσε την διαύγεια του νου....Ωχ, και τι θυμήθηκε τώρα!!Πήρε τον δίσκο απότομα και σχεδόν τον πέταξε στο τραπέζι της κουζίνας..

                  ''Αυτή φταίει για όλα!!! Πέθανε και ξέγνοιασε... Ρωτάς όμως κυρία μου τι τραβάω εγώ που έμεινα πίσω;; Κατάντησα να μην με σηκώνει ούτε το ίδιο μου το σπίτι...Ωραία!!Δεν μπορώ να μείνω άλλο εδώ μέσα! Μου φαίνεται ότι θα πέσουν οι τοίχοι και θα με πλακώσουν! Έφυγες και μαζί σου πήρες και τον αέρα! Δεν μπορώ να αναπνεύσω!!! Κάτι βαρύ μου πλακώνει το στέρνο... Τι θα κάμω; Πού θα πάω;'' Δεν ήξερε πού θα πάει... Εκείνο όμως που ήξερε είναι ότι έπρεπε τάχιστα να φύγει από κει μέσα...Άνοιξε την ντουλάπα της και κοίταξε αδιάφορη τα πανέμορφα ρούχα που είχε φτιαξει η ίδια με τα επιδέξια χέρια  της Διάλεξε μία απλή φούστα και ένα αδιάφορο μπλουζάκι που τα είχε άλλοτε για μέσα στο σπίτι.Χτένισε βιαστικά τα μαλλιά της και σαν να τη κυνηγούσαν χιλιάδες ερινύες, κατάβηκε γρήγορα τα σκαλιά και αριβάρισε κατευθείαν για το σπίτι της Βασιλικής.Θα την θερμοπαρακαλούσε, στην ανάγκη θα έπεφτε στα πόδια της, να την δεχτεί λίγες ημέρες κοντά τους. Με αναπτερωμένο ηθικό βγήκε στον δρόμο, τραβώντας πίσω της με δύναμη την εξώπορτα.....                                                                                                                                                  

Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

5ο] ΕΡΙΝΥΕΣ

                  Την Άννα την πήγαν στο ψυχιατρείο της Τριπόλεως...Ο ιατρός απεφάνθη ισχυρό ψυχωσικό σοκ και χορήγηση των κατάλληλων φαρμάκων...Όταν η Πολυάνθη πήρε τηλέφωνο, τα έχασε ακούγοντας την φωνή της Αννούλας.Λες και ερχόταν από μακριά, βραχνή, μακρυνή, απόκοσμη... Από τα φάρμακα.. Ευτυχώς σε λίγες σχετικά ημέρες η φωνή της άρχισε να παίρνει την αρχική της χροιά. Και  κάποια ημέρα, ο θεράπων ιατρός απεφάνθη ότι η δεσποινίς Ιακωβάτου, θα μπορούσε να επιστρέψει στο σπίτι της... Η ξαδέλφη της Πολυάνθης, η  Τζούλια, η όμορφη θερινή συντροφιά των νιάτων της, είχε γίνει αναισθησιολόγος και της είπε ότι δεν είναι φρόνιμο να βγει τώρα η Αννα από το ψυχιατρείο...Ποιος θα την φρόντιζε; Ποιος θα είχε την ευθύνη της;Πέρασε ισχυρό σοκ, δεν θα έχει αναλάβει εκατό τοις εκατό... Αργότερα θα μπορούσε να βγει. Τώρα δεν ενδείκνυτο η έξοδός της...Σωστά, σοβαρά λόγια.. Όμως η Πολυάνθη ήταν πολύ εκρηκτική και σκεφτόταν πολύ συναισθηματικά..Για πότε οριοθετείτο εκείνο το ''αργότερα'';Το  έβλεπαν στο απώτερο ή στο εγγύς μέλλον; Και στο κάτω- κάτω της γραφής, αφού ο γιατρός τούς έλεγε ότι μπορεί να φύγει, ας πήγαινε στο σπίτι της κι ας πέθαινε μέσα στον δικό της χώρο κι όχι μόνη κι έρημη να ζει σ'ένα ξένο γι'αυτήν μέρος...Συμφωνούσε με τα λόγια της Τζούλιας, αλλά επέμενε   ότι αφού το ιατρικό προσωπικό έδιναν εξιτήριο στην Άννα, γιατί να μην γυρίσει στην Σάμη;
             Δεν μπορούσε ο νους της να χωρέσει ότι η Άννα θα έμενε εκεί εγκαταλελειμένη... Γιατί ποιος θα πήγαινε να την δει; Όλοι οι στενοί συγγενείς της έμεναν στην Αθήνα και η Λου'ί'ζα, η κόρη της θανούσης, η ανιψιά της,  δεν μπορούσε να έρθει από την Αμερική, ένεκα κάποιων προβλημάτων... Ξανασκέφτηκε κάτι πολύ σοβαρό: Αφού θα έμενε πάλι μόνη  η Αννούλα, θα έπαιρνε τα φάρμακά της;Όταν κάποια στιγμή τής πέρασε αυτό απ' το μυαλό, απάντησε στον εαυτό της να ειδοποιηθεί η Κοινωνική Μέριμνα, να περνάει από το σπίτι της μια γυναίκα, να της δίνει τα φάρμακα και να της πηγαίνει και φαγητό...Δεν αφήνει μια Κοινότητα ένα μέλος της τελείως αβοήθητο... Ίσως να έπρεπε να πάει να της μιλήσει και ο παπα-Χρυσόστομος...Το ότι η Αννούλα μπορεί να μην τους άνοιγε, το απέρριπτε με την σκέψη ότι πρώτον: έναν άνθρωπο δεν τον αφήνουμε στο ψυχιατρείο επειδή μένει μόνος και δεύτερον πίστευε ότι η Κοινωνική Υπηρεσία θα μετέρχετο όλους τους τρόπους προστασίας ενός συμπολίτη, που έχει περάσει μαλιστα και τέτοια τραγωδία... Γι' αυτό΄κι όταν ο γιατρός ξανάπε ''Ελάτε να την πάρετε'', παρακάλεσε την μικρή της κόρη που έμενε με τον άντρα της κοντά στην Τρίπολη, να πάνε να την παραλάβουν και μετά να την πάνε στην Κεφαλονιά.
                    Τα παιδιά έκαναν όπως τους είπε η μητέρα τους... Η χαρά της Αννούλας όταν τους είδε, μεγάλη. Την πήραν σπίτι τους και μετά από πολύωρη συζήτηση για χίλια δυο άσχετα θέματα,η Άννα έπεσε να κοιμηθεί με τον γατούλη του σπιτιού αγκαλιά... Σε δυο μέρες, ταξίδεψαν για Κεφαλονιά. Φτάνοντας, νοίκιασαν δωμάτιο γι'αυτούς και για την Άννα, διότι δεν το διανοείτο κανείς τους, να την αφήσουν να γυρίσει σπίτι της, μόλις πάτησε το πόδι της στην Σάμη. Άσε που το είχε σφραγίσει η Αστυνομία...Έτσι τα παιδιά, έμειναν για χάρη της αρκετές  μέρες.Τα βράδια πήγαινε στο δωμάτιό τους για παρέα. Πολλές φορές, ανοίγοντας τα μάτια της η Αλίσια, έβλεπε την Άννα να κόβει βόλτες πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο... Σκιαχτικό λίγο, αλλά δεν μιλούσε γιατί φανταζόταν το πόσο ταραγμένη θα ήταν η σχεδόν κατάλευκη πια,  άλλοτε ξανθιά γυναίκα...Τους έλεγε να μην φύγουν, να πάνε στο σπίτι της να κάτσουν όλοι μαζί, αλλά τα παιδιά, παρ'ότι πονούσαν που την άκουγαν, της εξήγησαν ότι έχουν τις δουλειές τους και κάποια μέρα θα έπρεπε να γυρίσουν πίσω... Οι μέρες περνούσαν και η Άννα αρνήθηκε την πρόταση των παιδιών να της νοικιάσουν ένα δωμάτιο και στο σπίτι της να πάει  μόνον όταν αυτή ένιωθε έτοιμη... Το αρνήθηκε, λέγοντας πως θα πήγαινε μόλις φύγουν τα παιδιά, γιατί ένιωθε ήδη καλύτερα... Κι οι μέρες περνούσαν χωρίς καμία πρόοδο.
               
.                     Στο διώροφο η Αστυνομία είχε βάλει λουκέτο και για να νοικιαστεί δωμάτιο, ούτε λόγος . ''Φυγέτε εσείς κι εγώ θα τα καταφέρω...''  Πώς να φύγουν; Κι ο καιρός μάκραινε...Κι ένα μεσημέρι η Πολυάνθη είχε ένα τηλεφώνημα από έναν Σαμικό-καλή του η ώρα- που της είπε: ''Πήρα το τηλέφωνό σας από τα παιδιά σας... Ακούστε τι έγινε... Περνούσα κάτω από το Ιακωβατέ'ι'κο και είδα την Αννούλα να χτυπάει με μια πέτρα το λουκέτο της Αστυνομίας... ''Θέλω να μπω σπίτι μου!! Γιατί το κλείδωσαν!!!! Πρέπει να δω αν έχει νερό και φα'ί' ο γάτος μου!!! Δεν μπορώ ν'ανοίξω!!!''  Τι να σας πω... Μου σπάραξε την καρδίά... Η κόρη του Πίπη σ' αυτά τα χάλια; Σήκωσα που λες κι εγώ την μαγγούρα μου κι έσπασα το λουκέτο!! Περνούσε από κει ένας Αστυνομικός και μου είπε ότι δεν έπρεπε να είχα ανοίξει και να περάσω από την Αστυνομία. Κάλεσαν και την κόρη σου και τον γαμπρό σου κυρία Πολυάνθη, αλλά ο εισαγγελέας ήταν καλός και μας άφησε...''   Κεραυνός στην Πολυάνθη... Γιατί; Τι έφταιγαν τα παιδιά της; '' Φταίτε!!! φώναξε έξαλλη μέσα στο αστυνομικό τμήμα  η γυναίκα ενός θείου τους, που εκτελούσε χρέη νεωκόρισσας. Φταίτε!!!!! Ποιος σας είπε να την βγάλετε από το τρελοκομείο;;;Ε;;; Σε μένα θα έρθει!!!! Που να μην σώσετε, εγώ θα την φορτωθώ πάλι!!!! Ου, να μου χαθείτε!!!!!''  Ράκος η Αλίσια από αυτήν την αντιμετώπιση γνωστού της ατόμου...Μα το άσχημο ήταν πως και άλλοι της είπαν πως δεν έπρεπε να την βγάλουν από το ψυχιατρείο....''Μα ο γιατρός παράγγειλε να πάμε να την πάρουμε!!''  Τίποτα... Δεν καταλάβαιναν... Όλοι φοβόντουσαν μήπως πάει και τους φορτωθεί η Άννα....Τι τράβηξαν τα παιδιά της!... Και την πήραν από το νοσοκομείο και την είχαν να κοιμάται μαζί τους τόσες μέρες και τις δουλειές τους είχαν αφήσει και τόσα έξοδα είχαν κάνει...Νοίκι, φαγητό, είχαν ξεπαραδιαστεί κανονικά... Και μια καλή κουβέντα δεν άκουσαν...Τελικά η Πολυάνθη ένιωσε τρομερές τύψεις...Αφού δεν μπορούσε η ίδια, γιατί άφησε να μπουν τα παιδιά της σε τέτοια ταλαιπωρία;; Καλό πήγαν να κάμουν και τ' άκουσαν κι από πάνω...Τι ήθελε κι άνοιγε το στόμα της;;; Κάποια ημέρα, ο Εισαγγελέας επέτρεψε στην  Άννα να πάει σπίτι της και τότε μόνον τα παιδιά έφυγαν από την Κεφαλονιά, ήσυχα, ότι είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν...Να έχουν την ευχή της...

                  Η Πολυάνθη τηλεφωνιόταν με την γειτόνισσα της Αννούλας και την κυρία που είχε εστιατόριο στο ισόγειο... Της έλεγαν ότι τους επισκεπτόταν καθημερινά, ιδίως στο εστιατόριο δεν ξεκολλούσε αν δεν νύχτωνε για τα καλά...Την καταλάβαινε... Απομάκρυνε όσο μπορούσε την ώρα που θα έπρεπε να γυρίσει στον τόπο της τραγωδίας... Της είπαν ακόμη ότι το βράδυ ανάβει όλα τα φώτα και σεργιανάει συνέχεια μέσα -έξω...Κάποια στιγμή, μετά από μέρες, ένιωσε μιαν ψυχρότητα στα τηλεφωνήματα... Είχαν και δουλειές... Δεν έχουν χρόνο για κουβεντολό'ι'.... Και η Πολυάνθη κατάλαβε ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν βαρεθεί την παρουσία της Αννούλας που σίγουρα δεν ήταν και η πλέον ευχάριστη... Το κατάλαβε και η Άννα που αναγκαστικά μαζευόταν ενωρίτερα στο σπίτι της...
                      Τι κάψιμο στην καρδιά ένιωθε ανεβαίνοντας τις σκάλες... Χμ... Οι πεταλούδες της στέκουν τόσο ωραία επάνω στα ψεύτικα λουλούδια!... Ωχ... Τωρα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει στο καθιστικό... Δεν θα κοιτάξει δεξιά... Εκεί καθόταν η πεθαμένη αδελφή της... Ευτυχώς πήραν μαζί και την καρέκλα... Τι; Να την άφηναν; Χάλια θα είχε γίνει από τα υγρά της νεκρής ... Την γλίτωσαν από τον κόπο να την πετάξει η ίδια... Λοιπόν ανοίγουμε όλα τα φώτα και τρώμε ζαχαρούχο γάλα!!Τι ωραίο που είναι παγωμένο από το ψυγείο!! Μα και βραστό,μια  χαρά!!Τώρα σειρά έχει η μπανάνα... Ευτυχώς. έχει μπόλικες... Και τώρα; Να δει τηλεόραση!  Μα το μυαλό ξεστράτιζε και δεν συγκεντρωνόταν πουθενά...Άλλαζε τα κανάλια και σε κανένα δεν στεκόταν...Κάποιος της είπε σήμερα να έχει το νου της στους λογαριασμούς του νερού και της ΔΕΗ...Ένας άλλος την ρώτησε αν παίρνει σύνταξη από τους γονείς της.....Λογαριασμοί... Συντάξεις... Δεν ήταν γι' αυτά τώρα... Άλλο την απασχολούσε... 'Ενιωθε κουρασμένη και δεν μπορούσε να κοιμηθεί... Μόλις έκλεινε τα μάτια της, τσαφ!! ξεπηδούσε μπροστά της η μορφή της αδερφής της... Όχι ωραία,αλλά ταλαιπωρημένη όπως ήταν τις τελευταίες μέρες που το έπαιζε πεθαμένη... Μα τι λέει; Όντως ήταν πεθαμένη!! Και κείνη η μυρωδιά Θεέ μου, ακόμα την θυμάται και αναγουλιάζει το είναι της, λες και ποτίστηκε ολόκληρη με δαύτην... Ευτυχώς που βρήκε τα παντζούρια κλειστά, αλλά τα τζάμια ανοιχτά, για να ξεβρωμίσει ο τόπος... Θα πάει να πάρει μια ασπιρίνη... Άρχισε ο πονοκέφαλος... Α! Τώρα που το θυμάται, να πάρει και τα χάπια της... Πού στην ευχή τα έχει βάλει; Στο καλό! Δεν θα κάθεται βραδιάτικα να ψάχνει... Θα τα πάρει αύριο... Της είπαν να μην τα ξεχνά...Καλά...Και τι θα πάθει αν δεν τα πάρει μια φορά;  Μία;;Χμ.... Νομίζει ότι ούτε χτες τα πήρε....Ή μήπως τα πήρε;;;Οχού!!!

                          Εκνευρίστηκε τώρα...Πάλι όρθια θα την βγάλει όλο το βράδυ!! Θα βηματίζει πέρα-δώθε μέχρι να σκάψει χαντάκι στο πάτωμα....Είδες η κυρά γειτόνισσα; Δεν είχε όρεξη σήμερα για κουβέντες. Θα πήγαινε λέει στην αδελφή της και στο όρθιο είπαν μια καλημέρα... Μα και η ταβερνιάρισσα; Να, κάτι μούτρα!!! Τους έπιανε τον χώρο βλέπεις ... Αυτή φταίει που τους είχε φερθεί τόσο εξηγημένα.... Δεν θα ξαναπατούσε στο εστιατόριό τους!! Ποπό!! Και τι να κάνει ως το πρωί;  Είναι μόνον δύο... Πώς θα περάσει η ώρα της μέχρι να ξημερώσει;;; Και ξαφνικά κοντοστάθηκε και έβαλε τα γέλια!! Ο καθρέφτης της,έδειχνε μια γυναίκα που προχωρούσε πάνω κάτω, κουνώντας τα χέρια και μιλώντας!! Καλέ!! Είναι αυτή!!Τόση ώρα μονολογούσε, λέγοντας τις σκέψεις της δυνατά!!Βρε, κοίτα τι παθαίνει ο άνθρωπος!!!! Να την ακούσει η διπλανή της και να της βγει το όνομα πως παραμιλάει μοναχή της... Ψέματα το  'χεις να την πουν και τρελή;; Ιδίως μετά την ταλαιπωρία που πέρασε με την αδελφή της... Αυτή φταίει για όλα... Την αποδιοργάνωσε τελείως...
                   Ο ύπνος την βρήκε στις πέντε το πρωί. Όυτε το κατάλαβε πώς βρέθηκε στην κρεβατοκάμαρα... Σωριάστηκε με τα ρούχα και τα πόδια της να κρέμονται απ' το κρεβάτι. Η αριστερή παντόφλα, έφυγε από την φτέρνα της σε λίγο κι έπεσε πάνω στην δίδυμή της... Μέσα στο βύθισμα του αρρωστημένου ύπνου της, νόμισε ότι άκουσε ένα νιαούρισμα κια μια σκέψη γοργοπέρασε απ'το υποσεινήδητό της... Ο γάτος της... Του πήγε φα'ί' σήμερα;;;Και μια κίτρινη αστραπή ψιθύρισε :''Του πήγα... Μάλλον...''